<?xml version="1.0"?>
<?xml-stylesheet type="text/css" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/skins/common/feed.css?270"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="el">
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Karagounimaria&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FKaragounimaria</id>
		<title>RemoteSensing Wiki - Συνεισφορές χρήστη [el]</title>
		<link rel="self" type="application/atom+xml" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Karagounimaria&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FKaragounimaria"/>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C:%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82/Karagounimaria"/>
		<updated>2026-05-01T14:36:22Z</updated>
		<subtitle>Από RemoteSensing Wiki</subtitle>
		<generator>MediaWiki 1.16.2</generator>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T23:04:38Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με τη χωρική ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικού εδάφους, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo3.JPG | thumb| right|Eικόνα 2:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με τον προσανατολισμό. ''']]&lt;br /&gt;
Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις επιπλέον απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα των καυσίμων σε υγρασία  ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα των καυσίμων σε υγρασία .  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά (Εικόνα 2). Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:47:53Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaperphoto1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:'''Σύγκριση ανάμεσα στους NOAA και LANDSAT ETM +,30 Αυγ. 2002''']]&lt;br /&gt;
Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 2).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:KmPaperphoto1.JPG</id>
		<title>Αρχείο:KmPaperphoto1.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:KmPaperphoto1.JPG"/>
				<updated>2011-02-28T22:46:21Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:45:57Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaperphoto1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:'''Σύγκριση ανάμεσα στους NOAA και LANDSAT ETM +,30 Αυγ. 2002''']]&lt;br /&gt;
Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 2).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:%CE%9AmPaperphoto1.JPG</id>
		<title>Αρχείο:ΚmPaperphoto1.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:%CE%9AmPaperphoto1.JPG"/>
				<updated>2011-02-28T22:44:36Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:43:32Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ΚmPaperphoto1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:'''Σύγκριση ανάμεσα στους NOAA και LANDSAT ETM +,30 Αυγ. 2002 ''']]&lt;br /&gt;
Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 2).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:38:49Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ΚmPaper1photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Σύγκριση ανάμεσα στους NOAA και LANDSAT ETM +,30 Αυγ. 2002 ''']]&lt;br /&gt;
Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 2).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:34:20Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 2).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:32:03Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση στο πρόγραμμα GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:30:48Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα 2:'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση του προγράμματος GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:28:33Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ NOAA και LANDSAT ETM +, για την ίδια καμένη περιοχή, στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα :'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση του προγράμματος GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:19:50Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορέας ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ, με την ίδια καμένη περιοχή και τη διαφορά στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα :'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση του προγράμματος GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Διαδικασία τηλεπισκόπησης καμένων περιοχών στην Βολιβία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%BF%CF%87%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%92%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%B2%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:19:04Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Remote Sensing Burned Areas Monitoring Process in Bolivia'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφέας''': Y. Sandoval&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη Βολιβία το κάψιμο των δασών και των συγκομιδών για τη δημιουργία νέας αξιοποιήσιμης γης που θα επιτρέπει την ανάπτυξη δραστηριοτήτων, είναι ο πιο φθηνός και παραδοσιακός τρόπος. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η Superintendencias Agraria και Forestal της Βολιβίας επωμίστηκε από την κυβέρνηση με την ευθύνη να επιτηρήσουν και να ελέγξουνν το κάψιμο των λιβαδιών  και των δασών.  Η Superintendencia Agraria για να επιτύχει στο έργο της, αγόρασε έναν δέκτη HRPT-NOAA, για  να παρακολουθεί και να  ελέγχει - σχεδόν σε πραγματικό χρόνο – κυρίως τις πυρκαγιές στα λιβάδια.. Μέσω της χρήσης των εικόνων HRPT-NOAA, και των υπαρχόντων μηχανισμών ελέγχου των πυρκαγιών, μπορεί να επιτευχθεί η παρακολούθηση και ο έλεγχος.  Εντούτοις, πολλοί αγρότες καίνε τη γη τους χωρίς έγκριση ή προφυλάξεις, με συνέπεια να προκαλούν ανεξέλεγκτες και μερικές φορές καταστρεπτικές πυρκαγιές όπως (Sandoval, 2002), Santa Cruz (2004) με 2 ανθρώπινους θανάτους, Tarija (2002), ή Guarayos και San Ignacio de Moxos (Beni) το 1999.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από το 2000, ο αρμόδιος φορές ελέγχει τα γεγονότα πυρκαγιάς σε όλη την Βολιβία, ποσοτικοποιεί τις εστίες θερμότητας και καθορίζει την επέκταση των πυρκαγιών, διαμορφώνοντας εκθέσεις που στέλνονται στα βολιβιανά κυβερνητικά ιδρύματα. Επιπλέον της χρήσης των προϊόντων NOAA, και προκειμένου να καθοριστεί το μέγεθος των γεγονότων έκτακτης ανάγκης, η Superintendencia Agraria συντονίζεται με άλλα ιδρύματα σχετικά με την χρήση των πληροφοριών τηλεπισκόπησης, μέσω του προγράμματος GOFC-FIRE από το 2002.  Έτσι μετά από αυτή τη συμφωνία, συντονίζουν τις προσπάθειες τους με την INPE της Βραζιλίας και την CONAE της Αργεντινής, προκειμένου να συνεργαστούν με άλλα είδη δορυφορικών εικόνων και άλλων προϊόντων, όπως τους εξειδικευμένους χάρτες ελέγχου, τον δορυφόρο SAC-C της Αργεντινής, και να κάνουν χρήση ιστοχώρων που παρέχουν τις συγκεκριμένες πληροφορίες για την ανίχνευση θερμικών εστιών από διάφορους δορυφόρους όπως NOAA, MODIS και GOES.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα μέσα, τα δεδομένα και οι μέθοδοι'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Superintendencia Agraria, ως το αρμόδιο εθνικό βολιβιανό ίδρυμα έχει εγκαταστήσει έναν δέκτη HRPT-NOAA για να παρακολουθήσουν γεγονότα πυρκαγιάς.  Επιπλέον, ανάλογα με την κατάσταση, χρησιμοποιήθηκαν εικόνες MODIS και LANDSAT ETM +, για να καθορίσουν με έναν καλύτερο τρόπο τις καμένες περιοχές.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανίχνευση θερμικών εστιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αν οι επιπτώσεις των πυρκαγιών είναι σημαντικές, η Superintendencia Agraria, συγκεντρώνει  πληροφορίες από το INPE της Βραζιλίας (Instituto Nacional de Pesquisas Espaciales), σε έναν ιστοχώρο με όλο το αρχείο για τις θερμικές εστίες που καταχωρούνται καθημερινά και που πραγματοποιούνται σχεδόν σε πραγματικό χρόνο και παρέχει χωρίς κόστος όλες τις πληροφορίες για τις καμένες περιοχές που ανιχνεύονται από τις δορυφορικές κεραίες λήψης.&lt;br /&gt;
Προκειμένου να επιτευχθεί μια πιο αποτελεσματική ανίχνευση θερμικών εστιών, έγινε μια συγκριτική ανάλυση με προϊόντα άλλων δορυφόρων AVHRR-NOAA, TERRA-MODIS and GOES Satellites, παρεχόμενα από το ΙΝΡΕ.  Αυτοί οι δορυφόροι χρησιμοποιούνται λόγω της διαθεσιμότητας των δορυφορικών πληροφοριών και ανάλογα με το βαθμό αναγκαιότητας απόκτησης πληροφοριών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση της καμένης γης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία της χαρτογράφησης του καμένου εδάφους επιτυγχάνεται χρησιμοποιώντας εικόνες  AVHRR-NOAA από το HRPT (High Resolution Picture Transmissor) Module που επιτρέπει τη μετατροπή του ψηφιακού επιπέδου του pixel σε στοιχεία θερμοκρασίας.  Μετρώντας τον αριθμό των pixel με έναν αλγόριθμο λογισμικού, είναι δυνατόν να προσεγγιστεί η επέκταση της καμένης περιοχής, να χαρτογραφηθούν τα pixels και να καθοριστεί η μορφή της καμένης περιοχής.    &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Επίτευξη των καλύτερων αποτελεσμάτων χαρτογράφησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων στη χαρτογράφηση του καμένου εδάφους, με περισσότερη ακρίβεια, χρησιμοποιήθηκαν μερικές εικόνες με μεγαλύτερη χωρική ανάλυση, όπως LANDSAT ETM 7+ (30 m. pixel), αλλά η χρονική ανάλυση (16 ημέρες), επέτρεψε τη γνώση πληροφοριών για την περιοχή πολλές ημέρες μετά από το γεγονός πυρκαγιάς. Οι πληροφορίες, μόνο με τα στοιχεία των εικόνων NOAA, ήταν αρκετές για να ποσοτικοποιήσουν προσεγγιστικά τις καμένες περιοχές. Η χρήση περισσότερων εικόνων χωρικής ανάλυσης, αυξάνει το κόστος και είναι πολύ δύσκολο για την Superintendencia Agraria να στραφεί σε αυτά τα στοιχεία.  Παραδείγματος χάριν, στην εικόνα 1 παρουσιάζεται η διαφορά μεταξύ, με την ίδια καμένη περιοχή και τη διαφορά στην έκταση από σχεδόν 18.000 εκτάρια σε 14.461 εκτάρια, αντίστοιχα.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Οι διεθνείς προσπάθειες να παρακολουθηθούν τα γεγονότα πυρκαγιάς'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaper1photo2.JPG  | thumb| right|Eικόνα :'''Διαδικασία παρακολούθησης φωτιάς τον Σεπτέμβριο του 2004 ''']]&lt;br /&gt;
Μετά την ενσωμάτωση του προγράμματος GOFC-FIRE το 2002, η Superintendencia Agraria της Βολιβίας, έχει το πλεονέκτημα να συνυπολογίζει το INPE της Βραζιλίας και το CONAE της Αργεντινής (Consejo Nacional de Actividades Espaciales). Και τα δύο ιδρύματα έχουν πολλές πληροφορίες δορυφόρων για τις καμένες περιοχές και επιτρέπουν στο Βολιβιανό ίδρυμα να έχει  συμπληρωματικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές σχεδόν σε πραγματικό χρόνο. Για παράδειγμα το 2004, το CONAE πρόσφερε δορυφορικές εικόνες SAC-C με χωρική ανάλυση 175m, για την πυρκαγιά του Σεπτεμβρίου (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μέσω της διαδικασίας της παρακολούθησης των καμένων περιοχών, η Superintendencia Agraria, έχει σχεδόν καθημερινές δορυφορικές πληροφορίες για τις καμένες περιοχές, προκειμένου να παρέχει στην κυβέρνηση, στα μέσα επικοινωνίας και στον πληθυσμό πληροφορίες που θα βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του ελέγχου των καμένων περιοχών στη Βολιβία, έδειξαν αύξηση των καμένων περιοχών σχεδόν 6 φορές από το έτος 2000 (1.033.230 εκτάρια) έως το 2004 (6.106.144 εκτάρια), αποτελέσματα που δείχνουν τη μικρή επιτυχία της αναφερθείσας εκστρατείας. Τα αποτελέσματα του ελέγχου πυρκαγιάς διαμορφώνονται σε εκθέσεις που αποστέλλονται κάθε ημέρα κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου (Ιούλιος - Νοέμβριος) στα υπουργικά γραφεία της γεωργίας, της βιώσιμης ανάπτυξης, της υπεράσπισης πολιτών και στα μέσα επικοινωνίας προκειμένου να προειδοποιηθεί ο πληθυσμός για κάποιο ανεξέλεγκτο γεγονός πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Δασικές Πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Kmpaper4photo3.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Kmpaper4photo3.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Kmpaper4photo3.JPG"/>
				<updated>2011-02-28T22:16:21Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:15:08Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με τη χωρική ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικού εδάφους, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo3.JPG | thumb| right|Eικόνα 2:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με τον προσανατολισμό. ''']]&lt;br /&gt;
Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις επιπλέον απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα των καυσίμων σε υγρασία  ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα των καυσίμων σε υγρασία .  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:11:43Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με τη χωρική ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικού εδάφους, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις επιπλέον απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα των καυσίμων σε υγρασία  ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα των καυσίμων σε υγρασία .  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:10:33Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με τη χωρική ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικού εδάφους, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις επιπλέον απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:09:13Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με τη χωρική ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικού εδάφους, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις άλλες απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:07:45Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με τη χωρική ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικό έδαφος, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις άλλες απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:03:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με το χωρικό ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικό έδαφος, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις άλλες απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T22:02:34Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικών ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή έχει ένα μέσο υψόμετροπάνω από την επιφάνεια της θάλασσας που καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με το χωρικό ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικό έδαφος, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις άλλες απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T21:59:03Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, το οδικό δίκτυο, η κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. Σταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικά ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή έχει ένα μέσο υψόμετροπάνω από την επιφάνεια της θάλασσας που καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με το χωρικό ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικό έδαφος, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις άλλες απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Εφαρμογές της τηλεπισκόπησης και του GIS στη μοντελοποίηση του κινδύνου δασικής πυρκαγιάς στην Μογγολία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%86%CE%B1%CF%81%CE%BC%CE%BF%CE%B3%CE%AD%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%BF%CF%85_GIS_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%85_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%9C%CE%BF%CE%B3%CE%B3%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-28T21:57:07Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''THE APPLICATIONS OF REMOTE SENSING AND GIS IN MODELING FOREST FIRE HAZARD IN MONGOLIA'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Yousif Ali Hussin,  Mutumwa Matakala,  Narangeral Zagdaa&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι αυτής της ερευνητικής εργασίας ήταν να αξιολογήσει και να συγκρίνει την ικανότητα δεδομένων Landsat TM και MODIS NDVI στην ανίχνευση και χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς, να παρακολουθήσει και να αξιολογήσει τη συχνότητα εμφάνισης φωτιάς με το χρόνο χρησιμοποιώντας εικόνες Landsat TM, να αναλυθεί το καθεστώς πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης και να εκτιμηθεί ο βαθμός στον οποίο βιοφυσικοί παράγοντες επηρεάζουν την πιθανή εμφάνιση πυρκαγιάς. Όλα αυτά θα οδηγήσουν στην ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τα δάση Μογγολίας. Ο απώτερος στόχος είναι η διαχείριση και η πρόληψη των πυρκαγιών στα μογγολικά δάση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην Μογγολία σημειώνεται μια σοβαρή αύξηση των δασικών πυρκαγιών.Μογγολία έχει δύο περιόδους αιχμής των πυρκαγιών. Η μια περίοδος είναι από το Μάρτιο έως τα μέσα Ιουνίου, το οποίο αντιστοιχεί στο 80% του συνόλου των πυρκαγιών, ενώ η άλλη περίοδος είναι από το Σεπτέμβριο μέχρι Οκτώβριο που αντιπροσωπεύει το 5% του συνόλου των πυρκαγιών. Κατά μέσο όρο, περίπου 50-60 πυρκαγιές συμβαίνουν ετησίως και η συχνότερη αιτία εκδήλωσης των πυρκαγιών είναι ο άνθρωπος. Η τηλεπισκόπηση και τα GIS μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ανίχνευση καμένου δάσους και την ανάπτυξη ενός χωρικού προτύπου για την πρόβλεψη πιθανών δασών που κινδυνεύουν από πυρκαγιές. Η έρευνα εστιάζεται στη χαρτογράφηση της κάλυψης γης στην περιοχή μελέτης, την ανίχνευση και χαρτογράφηση των καμένων περιοχών καθώς και την ανάπτυξη ενός μοντέλου κινδύνου πυρκαγιάς για τον εντοπισμό πυρκαγιάς σε περιοχές  υψηλού κινδύνου  χρησιμοποιώντας παραμέτρους, όπως τα είδη δασικής κάλυψης, την τοπογραφία, οδικό δίκτυο, κατοίκηση, τα ποτάμια και τις κλιματικές παραμέτρους. ταθερές δασικές παράμετροι όπως είδη δάσους, είδη δένδρων και η πυκνότητα των δασών, χρησιμοποιήθηκαν για την ανάπτυξη του μοντέλου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύγκριση επίγειων μεθόδων μελέτης και τηλεπισκόπησης-GIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των αρνητικών επιπτώσεων που προκαλούνται από φωτιά, υπάρχει ανάγκη διαχείρισης  των πυρκαγιών, έτσι ώστε οι αρνητικές επιπτώσεις να περιοριστούν. Ένα κρίσιμο ζήτημα που επηρεάζει την αποτελεσματική διαχείριση πυρκαγιών είναι η έλλειψη ασφαλών στοιχείων για την εμφάνιση πυρκαγιών και τη χωροταξικής διανομή-διασπορά. Χωρίς μια σαφή και ορθή κατανόηση της διανομής και της δυναμικής των δασικών πυρκαγιών, είναι αδύνατο να διαχειριστούν αποτελεσματικά Ως εκ τούτου, οι αρμόδιοι φορείς απαιτούν ενημερωμένες πληροφορίες και χάρτες για τη συμπεριφορά της φωτιάς και τις καμένες περιοχές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επίγειες έρευνες δεν παρέχουν αξιόπιστες πληροφορίες σχετικά με την τοποθεσία των ουλών πυρκαγιάς, το μέγεθος και την ένταση λόγω των μικρών περιοχών που μπορούν να παρατηρηθούν. Επιπλέον οδηγεί στην υποτίμηση της έκτασης της πυρκαγιάς που απορρέει από την έλλειψη παρακολούθησης και καταγραφής των περιστατικών πυρκαγιάς σε δυσπρόσιτες περιοχές και στο υψηλό κόστος των επίγειων ερευνών αλλά και σε μια έλλειψη εναρμόνισης των στατιστικών στην έκταση που κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένης της τεράστιας γεωγραφικής έκτασης από την οποία πρέπει να συγκεντρώνονται πληροφορίες, η τηλεπισκόπηση και τα GIS προσφέρουν κατάλληλο τρόπο απόκτησης πληροφοριών σε τακτική και μόνιμη βάση, ακόμη και σε περιοχές όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση επιτρέπει τη σύλληψη τύπων δεδομένων που οι άνθρωποι δε μπορούν να καταγράψουν όπως κοντά στο υπέρυθρο και το θερμικό μέρος του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, οι οποίες παρέχουν πρόσθετες πληροφορίες. Εξάλλου, η τηλεπισκόπηση παρέχει τακτικές παρατηρήσεις επιτρέποντας την τακτική ενημέρωση για την κατάστασης της φωτιάς Επιπλέον, η τηλεπισκόπηση έχει το πλεονέκτημα της παρουσίασης διαφόρων χαρακτηριστικά ανάκλασης μεταξύ των ουλών της πυρκαγιάς και της υγιούς βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη διεξήχθη στην περιοχή Batsumber της Μογγολίας. Είναι περίπου 62 χιλιόμετρα από την πρωτεύουσα της. Η περιοχή επιλέχθηκε γιατί είναι ευαίσθητη στις πυρκαγιές και τα περισσότερα από τα μέρη εντός της περιοχής μελέτης είναι προσιτά καθιστώντας δυνατή τη συλλογή των δεδομένων από το πεδίο. Επιπλέον, οι προσεγγίσεις τηλεπισκόπησης δεν έχουν εφαρμοστεί για τη χαρτογράφηση των ουλών της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
στην περιοχή αυτή. Η περιοχή έχει ένα μέσο υψόμετροπάνω από την επιφάνεια της θάλασσας που καλύπτεται με λόφους και βουνά. Η περιοχή μελέτης έχει κλίμα ηπειρωτικού τύπου με χειμώνες μακράς διάρκειας και σύντομα καλοκαίρια. Η περιοχή έχει διαφορετικούς τύπους κάλυψης της γης οι οποίες περιλαμβάνουν αυτούς των δασών, εδάφη θάμνων, καμένων περιοχών, βοσκότοπων και γυμνού εδάφους. Έχει ετερογενή μείγματα από είδη δέντρων στα δάση και σε ορισμένες  ζώνες, τα είδη που βρέθηκαν είναι ομοιογενή. Στην περιοχή ξέσπασαν φωτιές το έτος 1990, 1996, 2003, 2005, 2006 και 2007.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χρήση χαρτών και λογισμικών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χρησιμοποιήθηκαν ένας τοπογραφικός χάρτης που καλύπτει την περιοχή μελέτης σε μια κλίμακα 1:  50,000. το μοντέλο ψηφιακής ανύψωσης, το οδικό shape file, το shape file των ποταμών.  Οι κατοικίες ψηφιοποιήθηκαν από τον τοπογραφικό χάρτη χρησιμοποιώντας το GIS.  Οι εικόνες MODIS αποκτήθηκαν από το Http //edcimswww.cr.usgs.gov/ pub/imswelcome ενώ οι εικόνες Landsat TM αγοράστηκαν.  Επίσης χρησιμοποιήθηκαν τα MicroSoft excel, Microsoft word, ERDAS 9.1, Arc GIS, 9.2 and ILWIS 3.3&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έρευνα έδειξε ότι ο Landsat TM είναι ακριβέστερος στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς από ότι ο MODIS NDVI.  Αυτό αποδείχθηκε από την ακρίβεια που αποκτήθηκε όταν χρησιμοποιήθηκαν οι δύο αισθητήρες στη χαρτογράφηση των σημαδιών πυρκαγιάς.  Κατά τη χαρτογράφηση χρησιμοποιώντας Landsat TM επιτεύχθηκε μια γενική ακρίβεια 80%  ενώ η συνολική ακρίβεια όταν χρησιμοποιήθηκε ο  MODIS NDVI. ήταν μόνο 66% . Συγκεκριμένα από τη σύγκριση της χωρικής διασποράς των σημαδιών πυρκαγιάς  από Landsat TM και το MODIS NDVI προέκυψε ότι τα σημάδια πυρκαγιάς χαρτογραφήθηκαν επιτυχώς από την εικόνα Landsat TM και MODIS NDVI. Εντούτοις, από την οπτική επιθεώρηση, οι εξαγόμενοι χάρτες σημαδιών πυρκαγιάς ήταν διαφορετικοί. Οι διαφορετικοί χάρτες παρουσίασαν μια ευδιάκριτη απόκλιση σχετιζόμενη με το χωρικό ανάλυση των δύο εισαγμένων εικόνων. Εξαιτίας της υψηλής ανάλυσης της εικόνας Landsat TM, ήταν δυνατό να ανιχνευθούν μικρά σημάδια πυρκαγιάς με πολλές λεπτομέρειες αντίθετα με  την εικόνα MODIS NDVI χαμηλής ανάλυσης που δε θα μπορούσε να ανιχνεύσει τα σημάδια πυρκαγιάς με πολλή λεπτομέρεια. Αν και ο Landsat TM έδωσε πολλή λεπτομέρεια στη χαρτογράφηση σημαδιών πυρκαγιάς σε σύγκριση με τον MODIS NDVI, κάποια αγροτική περιοχή αλληλεπικαλύπτονταν με τα σημάδια πυρκαγιάς επειδή είχαν τον ίδιο συντελεστή ανάκλασης. Ακόμα κι αν υπήρξε κάποια επικάλυψη στη ταξινόμηση των σημαδιών πυρκαγιάς και γεωργικό έδαφος, τα αποτελέσματα από την ταξινόμηση είναι ακριβή δεδομένου ότι η επικύρωση του χάρτη έγινε χρησιμοποιώντας επίγεια αληθινά στοιχεία..  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Kmpaper4photo1.JPG | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χωρική κατανομή των ουλών πυρκαγιάς σε σχέση με το υψόμετρο. ''']]Η συχνότητα της  πυρκαγιάς είχε μια αυξητική τάση με την πάροδο του χρόνου.  Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι στο έτος 1989, δεν υπήρξε κανένα σημάδι πυρκαγιάς στη περιοχή μελέτης.  Στο έτος 2000, συνολικά 11.688 εκτάρια του εδάφους καήκαν από την πυρκαγιά.  Το έτος 2007 είχε συνολικά 15.363 εκτάρια του εδάφους  κάηκαν.  Ενώ η συχνότητα της πυρκαγιάς παρουσίασε αυξητική τάση, η δασική κάλυψη μειώνονταν. Εντούτοις, η μείωση της περιοχή δασικής κάλυψης δεν ήταν γραμμική με τη περιοχή που χάνεται από τις πυρκαγιές.  Αυτό υπονοεί ότι άλλοι παράγοντες όπως η παράνομη υλοτομία και η προσβολή εντόμων ήταν αρμόδιοι για τις άλλες απώλειες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Βρέθηκε ότι οι πυρκαγιές επικρατούν τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο. Αυτή  είναι η περίοδος που  η θερμοκρασία του εδάφους και η θερμοκρασία του αέρα είναι υψηλές.  Η ταχύτητα του αέρα κατά τη διάρκεια αυτών των μηνών αυξάνει επίσης την πιθανότητα εκδήλωσης πυρκαγιάς.  Οι υψηλές θερμοκρασίες μειώνουν την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων ενώ οι αυξανόμενες ταχύτητες ανέμων παρέχουν περισσότερο οξυγόνο στο μέτωπο πυρκαγιάς που μειώνει την περιεκτικότητα σε υγρασία των καυσίμων.  &lt;br /&gt;
Οι διαφορετικοί φυσικοί παράγοντες που εξετάστηκαν επηρέασαν τις πυρκαγιές διαφορετικά.  Βρέθηκε  ότι τα περισσότερα από τα σημάδια πυρκαγιάς εντοπίστηκαν στις αποστάσεις κοντά στους ποταμούς και τους δρόμους ενώ το αντίθετο συνέβη με την απόσταση από τις κατοικίες όπου μια αύξηση στο μέγεθος των σημαδιών πυρκαγιάς παρατηρήθηκε επιπλέον μακριά από τον οικισμό.  Τα σημάδια πυρκαγιάς ήταν υψηλότερα στα μεσαία υψόμετρα από ότι στα χαμηλότερα και τα μεγαλύτερα υψόμετρα (Εικόνα 1).  Τα σημάδια πυρκαγιάς σε σχέση με την κλίση παρατηρήθηκαν στις μέσες κατηγορίες κλίσεων παρά στις χαμηλότερες και υψηλότερες κατηγορίες.  Ο προσανατολισμός είχε μια επιρροή στην πυρκαγιά . Οι περισσότερες από τις πυρκαγιές ήταν στον Βορρά και στα βορειοδυτικά.  Επίσης ανακαλύφθηκε ότι όσον αφορά τους δασικούς τύπους, τα περισσότερα σημάδια πυρκαγιών παρατηρήθηκαν στο κωνοφόρο δάσος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:47:39Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας και ταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Η εικόνα επεξεργάστηκε πριν από τη χαρτογράφηση . Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτων χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς. Ο παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που τον καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:46:41Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας και ταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Η εικόνα επεξεργάστηκε πριν από τη χαρτογράφηση . Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτων χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς.  παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που την καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:45:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας και ταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Η εικόνα επεξεργάστηκε πριν από τη χαρτογράφηση . Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτων χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Η κοινή περιοχή μεταξύ της περιμέτρου του πυρός από την ταξινόμηση και του Δασαρχείου ήταν  Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς.  παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που την καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:39:22Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας και ταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Η εικόνα επεξεργάστηκε πριν από τη χαρτογράφηση . Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτον χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Η κοινή περιοχή μεταξύ της περιμέτρου του πυρός από την ταξινόμηση και του Δασαρχείου ήταν  Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς.  παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που την καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:37:56Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας και ταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Πριν από τη χαρτογράφηση η εικόνα επεξεργάστηκε. Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτον χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Η κοινή περιοχή μεταξύ της περιμέτρου του πυρός από την ταξινόμηση και του Δασαρχείου ήταν  Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς.  παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που την καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:36:15Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας καιταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Πριν από τη χαρτογράφηση η εικόνα επεξεργάστηκε. Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτον χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Η κοινή περιοχή μεταξύ της περιμέτρου του πυρός από την ταξινόμηση και του Δασαρχείου ήταν  Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς.  παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που την καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS</id>
		<title>Χαρτογράφηση τύπων πυρκαγιάς χρησιμοποιώντας αντικειμενοστραφή ταξινόμηση εικόνων IKONOS</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CE%B1%CF%81%CF%84%CE%BF%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%86%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%8D%CF%80%CF%89%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%AC%CF%82_%CF%87%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%B9%CE%BC%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%B9%CF%8E%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%86%CE%AE_%CF%84%CE%B1%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_IKONOS"/>
				<updated>2011-02-28T21:34:40Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Fire type mapping using object-based classification of Ikonos imagery'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': G.H. Mitri &amp;amp; I.Z. Gitas&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Πηγή''': De la Riva, J., Pérez-Cabello, F. &amp;amp; Chuvieco, E. (Eds) 2005 Proceedings of the 5th International Workshop on Remote Sensing and GIS Applications to Forest Fire Management: Fire Effects Assessment&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σκοπός'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σκοπός της παρούσης μελέτης ήταν να αναπτυχθεί ένα αντικειμενοστραφές μοντέλο ταξινόμησης για τη χαρτογράφηση του είδους της πυρκαγιάς που χρησιμοποιεί εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας (IKONOS). Οι στόχοι ήταν: &lt;br /&gt;
α) να γίνει διάκριση μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων &lt;br /&gt;
β) να αξιολογηθεί η ακρίβεια των αποτελεσμάτων της ταξινόμησης με τη χρησιμοποίηση στοιχείων από τα πεδία έρευνας. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δασικές πυρκαγιές αποτελούν αναπόσπαστο μέρος πολλών χερσαίων οικοσυστημάτων. Ο τύπος της φωτιάς συνδέεται με περιβαλλοντικές συνθήκες, όπως η τοπογραφία, ο άνεμος, τα καύσιμα, ο τύπος και η κατάσταση του καυσίμου. Διακρίνονται σε τρεις γενικές κατηγορίες:&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές εδάφους: Καίνε την οργανική ύλη η οποία είναι σε στάδιο αποσύνθεσης (ρίζες, σάπια θαμμένα κούτσουρα) και συσσωρεύεται στα εδάφη των δασών&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές επιφανείας: Καίνε τους βοσκότοπους, τα ξερά κλαδιά ή τους θαμνώνες.&lt;br /&gt;
* Πυρκαγιές κόμης: καίνε τα ανυψωμένα καύσιμα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διάκριση και η χαρτογράφηση των περιοχών διάδοσης των πυρκαγιών επιφάνειας και κόμης έχουν  σημαντικές εφαρμογές στη μελέτη της συμπεριφοράς πυρκαγιάς, της καταστολής πυρκαγιάς και των επιδράσεων της πυρκαγιάς &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση έχει παράσχει μια κατάλληλη εναλλακτική τεχνική για τη χαρτογράφηση της έκτασης των καμένων περιοχών, καθώς και για την παροχή πληροφοριών που σχετίζονται με το είδος και τη σοβαρότητα των συνεπειών της πυρκαγιάς. &lt;br /&gt;
Οι νέοι τύποι δορυφορικών δεδομένων, όπως εικόνες IKONOS, των οποίων η υψηλή χωρική διακριτική ικανότητα είναι συγκρίσιμη με αυτή της αεροφωτογραφίας, ανοίγουν νέους ορίζοντες στην τηλεπισκόπηση. &lt;br /&gt;
Μια σημαντική εφαρμογή στην οποία εικόνες υψηλής ανάλυσης αναμένεται να δώσουν νέα διάσταση είναι η  παροχή σχετικών πληροφοριών μετά από πυρκαγιές Επιπλέον, νέες τεχνικές ταξινόμησης, όπως αυτή η αντικειμενοστραφής, έχουν πρόσφατα αναπτυχθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή μελέτης είναι το νησί της Θάσου. Η συνολική της επιφάνεια είναι 399Κm2 και η περίμετρός του είναι περίπου 102Κm.. To υψόμετρο από την επιφάνεια της θάλασσας κυμαίνεται μέχρι 1217m. Εκτός από τα δάση, τα άλλα είδη της μεσογειακής βλάστησης, είναι επίσης παρόντα. Η συγκεκριμένη υπό μελέτη περιοχή κάηκε στις 13 Ιουλίου 2000 από μια μικτή  πυρκαγιά (επιφάνειας και κόμης) που έπληξε μια περιοχή 187 εκταρίων που καλύπτονται από το δάσος τραχείας πεύκης(Έικόνα 1).&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:KmPaper2photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Εικόνα  IKONOS της υπό μελέτη περιοχής''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που ακολουθήθηκε συνίσταται σε δύο διαδοχικά βήματα: κατάτμηση της εικόνας καιταξινόμηση εικόνων. Αρχικά,  οι εικόνες ελήφθησαν σε διάφορες κλίμακες, μέσα από μια διαδικασία τμηματοποίησης πολλαπλής ανάλυσης, και στη συνέχεια οι φασματικές και οι  συναφείς με το αντικείμενο πληροφορίες χρησιμοποιήθηκαν για την ταξινόμηση των αντικειμένων &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφορικών συστημάτων – Προεπεξεργασία εικόνας'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια πολυφασματική 1metre pan-sarpened εικόνα IKOΝΟS λήφθηκε στις 14 Ιούλιου του 2000, μία ημέρα μετά την πυρκαγιάς. Πριν από τη χαρτογράφηση η εικόνα επεξεργάστηκε. Συγκεκριμένα, υπεβλήθει σε ατμοσφαιρική και γεωμετρική διόρθωση. Εκτός από τα δεδομένα της εικόνας, συλλέχθησαν δεδομένα από το πεδίο το καλοκαίρι του(δύο χρόνια μετά την πυρκαγιά) από 39 οικόπεδα (10 x 10m). Η τοποθεσία του κάθε οικοπέδου καθορίστηκε από (GPS) συσκευές. Οι επιπτώσεις της πυρκαγιάς στη βλάστηση αξιολογήθηκαν και χωρίστηκαν σε δύο κατηγορίες καλυπτόμενων και επιφανειακών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικειμενοστραφές μοντέλο'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη του αντικειμενοστραφούς (object-oriented) μοντέλου περιελάμβανε δύο στάδια: τμηματοποίηση-κατάτμηση και την ταξινόμηση. Τα αντικείμενα της εικόνας εξήχθησαν από την εικόνα στη διαδικασία κατάτμησης που εκτελέσθηκε πριν από την ταξινόμηση &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Κατάτμηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρησιμοποιούμενη κατάτμηση ήταν μια τεχνική συγχώνευσης ξεκινώντας με αντικείμενα ενός pixel. Στα πολυάριθμα επόμενα βήματα, τα μικρότερα αντικείμενα εικόνας συγχωνεύτηκαν σε μεγαλύτερα. Οι παράμετροι κατάτμησης ορίστηκαν εμπειρικά. Μια σειρά κατατμήσεων προήλθε από την αναπροσαρμογή των παραμέτρων της κλίμακας, τα βάρη των καναλιών, το χρώμα και το σχήμα. Αφού οι&lt;br /&gt;
καμένες εκτάσεις είναι πιο ορατές στα κανάλια του IKONOS 3 και 4 από ότι στα 1 και 2, ορίστηκαν μεγαλύτερα βάρη στα κανάλια 3 και 4 με την εφαρμογή της διαφορικής στάθμισης. Επιπλέον, οι κατατμήσεις βασισμένες σε υψηλότερα χρωματικά βάρη και χαμηλότερα βάρη μορφής-σχήματος εμφανίστηκαν να ταιριάζουν καλύτερα με τα επίγεια χαρακτηριστικά γνωρίσματα της εικόνας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια δημιουργήθηκε μια κλίμακα κατάτμησης διαβαθμισμένη σε τρία επίπεδα, δηλαδή μικρά αντικείμενα (επίπεδο 1), μεσαίου μεγέθους  και τα μεγάλα αντικείμενα (επίπεδο 3). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ταξινόμηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η κατάταξη αυτή βασίζεται σε ασαφή λογική και αποτελείται από ένα συνδυασμό διαφόρων προϋποθέσεων που έπρεπε να πληρούνται από ένα αντικείμενο που πρέπει να ενταχθεί σε μια κατηγορία. Τα ασαφή σύνολα έχουν οριστεί από συναρτήσεις συμμετοχής που προσδιορίζουν τις τιμές ενός χαρακτηριστικού που θεωρείται τυπικό, λιγότερο τυπικό, ή δεν είναι τυπικό για μια κατηγορία, δηλαδή, έχουν μια υψηλή, χαμηλή, ή μηδενική σχετικότητα, αντίστοιχα, με το ασαφές σύνολο. Οι ταξινομήσεις πραγματοποιήθηκαν στα τρία επίπεδα κατάτμησης. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κατηγορίες ήταν: &lt;br /&gt;
* επίπεδο 1: «επιφανειακό κάψιμο», «καλυπτόμενο κάψιμο», «υγιής βλάστηση» και «άλλα»&lt;br /&gt;
* επίπεδο 2: «νερό», «γυμνό έδαφος και« άλλα » και &lt;br /&gt;
* επίπεδο 3: «υγιής βλάστηση», «καμένα σε μεγάλο βαθμό » και «ελαφρώς καμένα».&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα που βασίζονται στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου καθώς επίσης και στις σχετικές με το αντικείμενο πληροφορίες, όπως η γειτνίαση και η σχέση με τα αντικείμενα των παραπάνω κατηγοριών, χρησιμοποιήθηκαν στη ταξινόμηση.  Τα χαρακτηριστικά βασισμένα στις φασματικές πληροφορίες αντικειμένου ήταν: ο δείκτης βλάστησης (NDVI), η φωτεινότητα και το τμήμα από την περιοχή του εγγύς υπέρυθρου (NIR). Ο NDVI υπολογίστηκε από τις τιμές του NDVI των n pixels που αποτελούν το αντικείμενο της εικόνας, ενώ η φωτεινότητα του αντικειμένου αντιπροσωπεύει τη μέση τιμή των φασματικών τιμών ενός αντικειμένου εικόνας. Η ταξινόμηση στο επίπεδο 1 είχε ως αποτέλεσμα την παραγωγή ενός χάρτη για τον τύπο της πυρκαγιάς για την περιοχή μελέτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έκταση 80 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 43% της συνολικής καμένης περιοχής, είχε χαρακτηριστεί ως καλυπτόμενο κάψιμο ενώ ο χώρος των 106 εκταρίων, που αντιπροσωπεύουν το 57% του συνόλου των καμένων περιοχή, χαρακτηρίστηκε ως επιφανειακό κάψιμο &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της κατάταξης συγκρίθηκαν  με τα στοιχεία που συγκεντρώθηκαν από το πεδίο έρευνας. Η συνολική ακρίβεια στην ταξινόμηση ήταν 0,87, ενώ ο συνολικός Δείκτης Kappa της συμφωνίας ήταν 0,74. Η εξέταση του σφάλματος μήτρας αποκάλυψε μια μικρή σύγχυση μεταξύ των κατηγοριών του επιφανειακού καψίματος και της υγιούς βλάστησης. Η σύγχυση αυτή  συνδέεται με την παρουσία πυκνής υγιούς βλάστησης στην εικόνα που καλύπτει πλήρως περιοχές επιφανειακού καψίματος. Αυτή η σύγχυση θα μπορούσε να αποδοθεί στην αδυναμία του οπτικού αισθητήρα να διεισδύσει σε πυκνά καλυπτόμενες περιοχές για να ανιχνεύσουν πληγείσες περιοχές από πυρκαγιά.&lt;br /&gt;
Η προσεκτική εξέταση του παραγόμενου χάρτη αποκάλυψε ότι η χωρική κατανομή των δύο κατηγοριών καψίματος ήταν εξαιρετικά ομοιογενής. Επίσης, η διαχωριστική γραμμή μεταξύ επιφανειακών καψιμάτων και καλυπτόμενων φαίνεται να μην είναι ομαλή ως αποτέλεσμα της μετάβασης από τα επιφανειακά καψίματα στα καλυπτόμενα, και αντιστρόφως. Επιπλέον, το οδικό δίκτυο φαίνεται  να ελέγχει την έκταση της επιφανειακής πυρκαγιάς αλλά όχι και της κόμης. Επιπλέον, ο προκύπτον χάρτης της συνολικής καμένης περιοχής (επιφανειακό κάψιμο και καλυπτόμενο) συγκρίθηκε με το χάρτη πυρκαγιάς που δημιουργήθηκε από τη δασική υπηρεσία με παραδοσιακές μεθόδους έρευνας. Η ανυσματική περίμετρος φωτιάς από ταξινομημένες εικόνες τοποθετήθηκε επάνω στην επίσημη περίμετρο φωτιάς. Η έκταση που έχει μετρηθεί από την Ελληνική Δασική Υπηρεσία ήταν 187 εκτάρια που διαφέρει μόνο κατά 1 εκτάριο από το αποτέλεσμα της κατάταξης. Η κοινή περιοχή μεταξύ της περιμέτρου του πυρός από την ταξινόμηση και του Δασαρχείου ήταν  Τα όρια που προκύπτουν από την ταξινόμηση είναι μάλλον πιο λεπτομερή από εκείνα που προέρχονται από τη δασική Υπηρεσία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ικανότητα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης να συνδυάσει φασματικές με συναφείς πληροφορίες αποδείχθηκε ευεργετική κατά τη χαρτογράφηση του είδους της φωτιάς.  παραγόμενος χάρτης έχει πολλά πλεονεκτήματα που την καθιστούν επωφελή για τις εφαρμογές που αφορούν δασικές πυρκαγιές.  Ένας συνδυασμός των εικόνων IKONOS με άλλους τύπους δεδομένων, όπως το ραντάρ, το οποίο είναι σε θέση να διεισδύει την κάλυψη του δάσους, μπορεί να είναι χρήσιμος προς διερεύνηση στο μέλλον. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Χαρτογράφηση καμένων εκτάσεων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:31:54Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).[[Εικόνα:kmPaperphoto.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Σύνθεση δεδομένων σε αστικές περιοχές. ''']]&lt;br /&gt;
Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα) (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό οδικών δικτύων που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής οδικών δικτύων πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών επιλέγεται μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:KmPaperphoto.JPG</id>
		<title>Αρχείο:KmPaperphoto.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:KmPaperphoto.JPG"/>
				<updated>2011-02-28T21:30:59Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:29:21Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα) (Εικόνα 1).  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:kmPaperphoto.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Σύνθεση δεδομένων σε αστικές περιοχές. ''']]&lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό οδικών δικτύων που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής οδικών δικτύων πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών επιλέγεται μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:17:31Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό οδικών δικτύων που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής οδικών δικτύων πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών επιλέγεται μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:15:30Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό οδικών δικτύων που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής οδικών δικτύων πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών επιλέγεται μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:13:20Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό οδικών δικτύων που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής οδικών δικτύων πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών είναι η προτιμημένη επιλογή μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:09:51Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό δικτύων οδών που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής δικτύων οδών πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών είναι η προτιμημένη επιλογή μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:08:30Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι η αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό δικτύων οδών που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής δικτύων οδών πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών είναι η προτιμημένη επιλογή μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:06:00Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό δικτύων οδών που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής δικτύων οδών πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών είναι η προτιμημένη επιλογή μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T21:00:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικών κλασσικών χαρακτηριστικών. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων είναι διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό δικτύων οδών που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής δικτύων οδών πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών είναι η προτιμημένη επιλογή μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Αστική τηλεπισκόπηση με τη χρήση πολλαπλών δεδομένων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%BB%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2011-02-28T20:59:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Urban remote sensing using multiple data sets: Past, present, and future'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς''': Paolo Gamba ,, Fabio Dell_Acqua , Belur V. Dasarathy &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό περιβάλλον είναι τόσο σύνθετο και προκλητικό που  ένας μεμονωμένος αισθητήρας δε μπορεί να παράσχει όλες τις πληροφορίες που είναι απαραίτητες για το χαρακτηρισμό του.  Οι αισθητήρες αποκτούν μια αυξανόμενη ικανότητα να παρέχουν εικόνες της ίδιας περιοχής σε ποικίλες χρονικές κλίμακες .Πολυάριθμα σύνολα στοιχείων διατίθενται συνήθως για τις αστικές περιοχές μελέτης, με αναλύσεις που μπορούν να κυμανθούν από μερικά δέκατα του μέτρου ως λιγότερο από ένα μέτρο.  Η πρώτη πρόκληση που τίθεται από τέτοια μεγάλα ποσά στοιχείων είναι η καθιέρωση εφαρμογής κατάλληλων κριτηρίων για τη επιλογή χρήσιμων στοιχείων.  Μια συναφής πρόκληση είναι η ανάπτυξη των αυτόματων ή ημιαυτόματων τεχνικών ικανών να εξάγουν διανυσματικά επίπεδα από τα raster στοιχεία , προκειμένου αυτά να ολοκληρωθούν σε ένα γεωγραφικό σύστημα πληροφοριών(GIS).Υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες χρησιμοποιούνται στη τηλεπισκόπηση, απαιτώντας κατά συνέπεια τη χρήση τεχνικών που χρησιμοποιούνται παραδοσιακά στη φωτογραμμομετρία (όπως παραδείγματος χάριν, στερεοφωτογραμμομετρία που εφαρμόζεται για να τελειοποιήσει τα δορυφορικά δεδομένα).  &lt;br /&gt;
Αφ' ετέρου, μια αυξανόμενη ποικιλία των εναέριων αισθητήρων καθιστά απαραίτητη τη χρήση τεχνικών που αρχικά αναπτύχθηκαν για τις γεωμετρικές και ατμοσφαιρικές διορθώσεις των δορυφορικών στοιχείων.  Αυτά τα προβλήματα είναι ιδιαίτερα προκλητικά στις αστικές περιοχές.  Εδώ απαιτούνται στοιχεία υψηλής ανάλυσης σε ένα σύνθετο και γρήγορα μεταβαλλόμενο περιβάλλον, και οι ασυνέχειες της επιφάνειας είναι συχνές και απαιτούν τις ειδικές προσπάθειες για τη συνδυασμένη χρήση στοιχείων από τις πολλαπλές πηγές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρέχοντα θέματα σύνθεσης-συμπύκνωσης δεδομένων σε αστικές περιοχές'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αναλύονται 3 κατηγορίες θεμάτων:&lt;br /&gt;
* Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές   &lt;br /&gt;
* Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές σύνθεσης  εικόνων, πληροφοριών, δεδομένων από ποικίλους αισθητήρες κατάλληλες για αστικές περιοχές''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σήμερα, υπάρχει μια μεγάλη ποσότητα επικαλυπτόμενων διαθέσιμων στοιχείων σε μια δεδομένη περιοχή. Ένας τρόπος για την εκμετάλλευση αυτών θα ήταν η συμμετοχή αισθητήρων με παρόμοια ανάλυση, που να επιτρέπει τη σύλληψη διαφορετικών χαρακτηριστικών του ίδιου περιβάλλοντος.  Αυτό θα μπορούσε να εφαρμοστεί για τα SAR και τα πολυφασματικά δεδομένα. Αυτές οι πληροφορίες συνδυάζονται μερικές φορές με τα επίπεδα GIS ή άλλα χωρικά  γεωγραφικά στοιχεία. Η προσέγγιση, εντούτοις, απαιτεί, όχι μόνο εκμετάλλευση των διαφόρων αποκρίσεων στα διαφορετικά μήκη κύματος, αλλά και τον συνυπολογισμό σημαντικών στατιστικών διαφορών στη συμπεριφορά του επιστρεφόμενου σήματος όσον αφορά τα σύνθετα αστικά περιβάλλοντα. Εντούτοις, επισημαίνεται ότι περισσότερες πηγές πληροφοριών σημαίνουν συνήθως περισσότερες πηγές αβεβαιότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένας άλλος τομέας ενδιαφέροντος είναι η τρισδιάστατη δομή του αστικού περιβάλλοντος, που τροφοδοτεί το αυξανόμενο ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των αισθητήρων και των εργαλείων που προορίζονται κυρίως για την ανίχνευση όλων των τρισδιάστατων χαρακτηριστικών των τοπίων, και ενισχύει τη μετακίνηση των τρισδιάστατων μετρήσεων των αστικών περιβαλλόντων από παραδοσιακότερες φωτογραμμομετρικές τεχνικές προς (InSAR) ή τους ανιχνευτικούς υψομετρητές λέιζερ (ραντάρ με ακτίνες laser).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τεχνικές πολλαπλής χωρικής ανάλυσης και κλίμακας για τις αστικές περιοχές'''  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα σημαντικό σημείο στην αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να συνδυαστούν στοιχεία όχι μόνο από διαφορετικά μέρη του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος, αλλά και  διαφορετικών επίγειων αναλύσεων  και διαφορετικών πολώσεων.  Οι πολύ υψηλής ευκρίνειας δορυφορικοί αισθητήρες τείνουν να είναι η μοναδική πηγή για τον αστικό έλεγχο, αλλά στερούνται μερικά κλασσικά χαρακτηριστικά. &lt;br /&gt;
Το μεγάλο ποσό στοιχείων που προέρχονται από τους πολύ υψηλής ευκρίνειας αισθητήρες επιτρέπει τη χρήση των βασισμένων σε πυρήνα ταξινομητών, ή τουλάχιστον των φίλτρων μετα-ταξινόμησης βασισμένα στην ανάλυση σύστασης. Αυτές οι μέθοδοι παρουσιάζουν ελπιδοφόρα αποτελέσματα αφού λαμβάνουν υπόψη καλύψεις εδάφους για να παράσχουν μια ακριβέστερη χαρτογράφηση των κατηγοριών χρήσης γης. Στην πραγματικότητα, δεν είναι εφικτό να κάνει διακρίσεις  μεταξύ βιομηχανικών και κατοικημένων περιοχών βασισμένοι μόνο στα φασματικά χαρακτηριστικά, αλλά η χωρική διάταξη των φασματικών υπογραφών δημιουργεί μια σημαντική διαφορά.  Δεδομένου ότι τα αστικά περιβάλλοντα κατέχουν μοναδικά χαρακτηριστικά σε ένα ευρύ φάσμα κλιμάκων, ένα ισχυρό εργαλείο ανάλυσης πρέπει να είναι σε θέση να χαρακτηρίσει την υπό μελέτη εικόνα με έναν τρόπο πολλαπλής κλίμακας.  Μερικές όμως φορές πάρα πολλά στοιχεία μπορεί να υπερφορτώσουν τη διαδικασία ταξινόμησης/ερμηνείας και έτσι μερικά από αυτά πρέπει να μην ληφθούν υπόψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Θέματα σε ποικίλες χρονικές κλίμακες  για τον έλεγχο αστικής περιοχής'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αστικών περιοχών σε διάφορες χρονικές κλίμακες έχει αναπτυχθεί κυρίως για να αντιμετωπίσει δύο προβλήματα. Αφ' ενός, πρέπει να ελεγχθεί η αστική αύξηση-αστική εξάπλωση ειδικά των αναπτυσσόμενων χωρών.  Αφ' ετέρου, πρέπει να ελεγχθούν οι αστικές περιοχές επειδή έχουν την πλειοψηφία των ανθρώπων, και βρίσκονται συχνά σε ή κοντά σε επικίνδυνες, από περιβαλλοντική άποψη, περιοχές.  Ο αστικός έλεγχος, εντούτοις, απαιτεί τη διαθεσιμότητα στοιχείων που αντιστοιχούν σε διάφορες χρονικές στιγμές με μια δεδομένη συχνότητα και ενδεχομένως από τον ίδιο αισθητήρα, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως δυνατό.  Έτσι, πολλές από αυτές τις μελέτες στηρίζονται στα σύνολα στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικούς αισθητήρες, κάθε ένας σε μια διαφορετική ημερομηνία. Έχει αποδειχθεί ότι η χρήση στοιχείων είναι διαφόρων χρονικών κλιμάκων είναι υποχρεωτική προκειμένου να επιτευχτεί ικανοποιητική ακρίβεια στην αστική περιβαλλοντική ανάλυση.  &lt;br /&gt;
Μια ενδιαφέρουσα εφαρμογή στοιχείων με ποικίλη χρονική ανάλυση είναι ο συνδυασμός εικόνων DSMP/OLS..  Ο συσχετισμός μεταξύ των εστιών φωτός τη νύχτα και της πυκνότητας πληθυσμών επιτρέπει μια πολύ λεπτομερή χαρτογράφηση της αστικής χρήσης γης καθώς επίσης και της επέκτασης των αστικοποιημένων περιοχών σε όλο τον κόσμο.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρ όλα αυτά υπάρχουν πολλά προβλήματα με τα τρέχοντα δορυφορικά πολλαπλών χρονικών σειρών (multi-temporal) σύνολα στοιχείων για τις αστικές περιοχές που προκύπτουν από τη χονδροειδή χωρική καθώς και τη φασματική ανάλυση. Ειδικότερα, τα δορυφορικά δεδομένα SAR παρέχουν προς το παρόν μια ανάλυση της οποίας το μέγεθος είναι συγκρίσιμο με την μέση διάσταση των αντικειμένων. Μια διαφορετική χρήση των multi-temporal δεδομένων για την αστική ανάλυση είναι η δυνατότητα να ελεγχθεί η επέκταση και η αλλαγή στις αστικοποιημένες ζώνες μέσω της ανάπτυξης αλγορίθμων ανίχνευσης αλλαγής. Παρόμοιες τεχνικές μπορούν να εφαρμοστούν στη διαχείριση καταστροφής. Σε αυτήν την περίπτωση η κλασική προσέγγιση είναι η χρήση στοιχείων πριν  και μετά το γεγονός.  Παραδείγματος χάριν, για την ανάλυση της πλημμύρας η επικρατούσα πρακτική είναι η χρήση των δεδομένων SAR, ή ένας συνδυασμός SAR και πολυφασματικών δεδομένων για μια καλύτερη αξιολόγηση των πλημμυρισμένων  περιοχών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα διαφορετικό είδος διαχείρισης καταστροφής από τις εικόνες τηλεπισκόπησης είναι αξιολόγηση της ζημίας σεισμού.  Π.χ. Η χρήση εικόνων ποικίλης χρονικής και χωρικής ανάλυσης ολοκληρώνεται σε ένα GIS για την αυτοματοποιημένη ανίχνευση των κτηρίων ή με σε μια παρόμοια προσέγγιση προτείνεται η χρήση μιας φωτογραφικής μηχανής CCD ως πηγή εικόνας.  Τέλος, πρόσφατα η σύγκριση τρισδιάστατων στοιχείων πριν  και  μετά το γεγονότος παρέχει περισσότερες πληροφορίες για τις ζημίες, όπως τις καταρρεύσεις που δύσκολα ανιχνεύονται από τις αεροφωτογραφίες.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τρεις κρίσιμες ερευνητικές γραμμές για την αστική τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
Οι δύο πρώτες η σύνδεση δισδιάστατων  και τρισδιάστατων κατατμήσεων και η ολοκλήρωση στοιχείων ποικίλης θεώρησης είναι συνήθως τεχνικές προκλήσεις, ενώ η τρίτη είναι η περιβαλλοντική τηλεπισκόπηση&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
  &lt;br /&gt;
'''Σύνδεση δισδιάστατης και τρισδιάστατης κατάτμησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σύγχρονη χρήση 2D και των 3D στοιχείων δεν έχουν εφαρμοστεί ευρέως στις εσωτερικές αστικές περιοχές, λόγω της πολυπλοκότητας. Το οδικό δίκτυο, που εξάγεται με τη σύνδεση των αρχικών γραμμικών στοιχείων σε ένα αρχικό δίκτυο της δισδιάστατης εικόνας, διορθώνεται στη συνέχεια με τη σύγκριση της τρισδιάστατης θέσης κάθε διασταύρωσης, φανερώνοντας τις ασυνέπειες του  προηγούμενου βήματος επεξεργασίας.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ολοκλήρωση δεδομένων πολλαπλής θεώρησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί να είναι χρήσιμο στο συνδυασμό δικτύων οδών που εξάγονται στη ίδια εικόνα με τη βοήθεια των διαφορετικών ανιχνευτών οδών. Μια αποδοτική στρατηγική εξαγωγής δικτύων οδών πρέπει να βασιστεί στις τεχνικές σύνθεσης στοιχείων, σε διαφορετικά επίπεδα. Στην πραγματικότητα, η σύντηξη στοιχείων σε επίπεδο φατνίου χρησιμοποιείται για την ταξινόμηση ή τη διάκριση οδών/μη-οδών.  Αφ' ετέρου, η τήξη στοιχείων σε επίπεδο χαρακτηριστικών είναι η προτιμημένη επιλογή μόνο όπου είναι διαθέσιμοι αποδοτικοί αλγόριθμοι οδικής εξαγωγής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιβαλλοντική αστική τηλεπισκόπηση''' &lt;br /&gt;
Ενώ ο περιβαλλοντικός χαρακτηρισμός απαιτεί έναν μεγάλο αριθμό εισαγωγών που προέρχονται κυρίως από τις άμεσες μετρήσεις, υπάρχουν διάφορες καταστάσεις όπου οι αισθητήρες της τηλεπισκόπησης μπορούν να είναι χρήσιμοι. Μερικές φορές αυτοί οι αισθητήρες παρέχουν τις πληροφορίες που είναι σύνθετες ή ακόμα και αδύνατες να εξαχθούν από μια κανονική επιτόπια ανάλυση. Υπάρχουν μερικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες κινδύνου ή ποιοτικοί δείκτες στις αστικές περιοχές που μπορούν να εξαχθούν από τα δορυφορικά στοιχεία τηλεπισκόπησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα, οι διαδικασίες ελέγχου αστικής καθίζησης, όπως στην τεχνική PS, βοηθούν στη βελτίωση του χαρακτηρισμού του εδάφους και των  μετακινήσεων των χτισμάτων μέσα στο αστικό περιβάλλον  Επιπλέον, ο συνδυασμός των στοιχείων καθίζησης με τα διαφορετικά στρώματα πληροφοριών  μπορεί να βοηθήσει στον προσδιορισμό των κτηρίων που έχουν επηρεαστεί από την παραμόρφωση, ή να συσχετίσει την εδαφολογική σύνθεση με τα φαινόμενα καθίζησης. Μια διαφορετική πρόκληση είναι αυτή της ανάπτυξης των τεχνικών για να ποσοτικοποιηθεί η ατμοσφαιρική ρύπανση μέσα στις αστικές περιοχές χρησιμοποιώντας για παράδειγμα υπέρυθρη τομογραφία  και να συγκριθούν με άλλες μετρήσεις τηλεπισκόπησης, δηλαδή θερμικές υπέρυθρες ακτινοβολίες LANDSAT.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αστικός και περιφερειακός σχεδιασμός]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T20:47:50Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνίσταται σε τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NFS είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος Nότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002, 13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 όταν ακολουθούν τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του οικο-γεωμορφολογικού συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:52:04Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνίσταται σε τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NFS είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος Nότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002, 13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 όταν ακολουθούν τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:49:47Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνίσταται σε τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NFS είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος Nότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002, 13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:48:24Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνίσταται σε τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NFS είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος Nότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:46:15Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνίσταται σε τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NFS είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος νότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:36:21Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνίσταται σε τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NSF είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος νότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:31:21Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και των ποσοστών απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνεπάγεται τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NSF είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος νότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:28:57Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί συνήθως σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και τα ποσοστά απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνεπάγεται τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NSF είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος νότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:27:47Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους των εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί κανονικά σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και τα ποσοστά απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνεπάγεται τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NSF είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος νότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB</id>
		<title>Χωρικά και χρονικά πρότυπα της αποκατάστασης βλάστησης μετά από ακολουθία δασικών πυρκαγιών σε ένα μεσογειακό τοπίο, όρος Carmel- Ισραήλ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%87%CF%81%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC_%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%84%CF%85%CF%80%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CE%BB%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BC%CE%B5%CF%84%CE%AC_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%85%CE%B8%CE%AF%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%83%CE%B5_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%BC%CE%B5%CF%83%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CF%8C_%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%AF%CE%BF,_%CF%8C%CF%81%CE%BF%CF%82_Carmel-_%CE%99%CF%83%CF%81%CE%B1%CE%AE%CE%BB"/>
				<updated>2011-02-28T19:27:03Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Karagounimaria: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Spatial and temporal patterns of vegetation recovery following sequences&lt;br /&gt;
of forest fires in a Mediterranean landscape, Mt. Carmel Israel'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς:'''Lea Wittenberg , Dan Malkinson , Ofer Beeri , Alon Halutzy , Naama Tesler&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εισαγωγή'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πυρκαγιές στα μεσογειακά οικοσυστήματα έχουν μια σύνθετη επίδραση στις γεωμορφολογικές διαδικασίες και την αναγέννηση βλάστησης λόγω της πολυπλοκότητας των δομών των τοπίων καθώς επίσης και των διαφορετικών αποκρίσεων τέτοιων συστημάτων στους διάφορους τύπους καθεστώτων πυρκαγιάς.  Στο επίπεδο τοπίων, η αναγέννηση της βλάστησης μετά την πυρκαγιά εξαρτάται κυρίως από την αρχική βλάστηση και τους περιβαλλοντικούς - κλιματολογικούς παράγοντες και τις παραμέτρους εκτάσεων της περιοχής. Η κάλυψη βλάστησης παίζει έναν από τους βασικούς παράγοντες που έχουν επιπτώσεις στις διαδικασίες εδαφολογικής διάβρωσης και υποβάθμισης εδάφους.  Θεωρώντας μια γρήγορη και ιδιαίτερη ενδυνάμωση των διαβρωτικών διαδικασιών μετά από πυρκαγιές η αποκατάσταση βλάστησης οδηγεί κανονικά σε μια πτώση στα ποσοστά απορροών μετά την πυρκαγιά και διάβρωσης χώματος. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο στόχος της μελέτης που παρουσιάζεται  ήταν να αξιολογηθούν τα ποσοστά αποκατάστασης βλάστησης κάτω από τα διαφορετικά περιστατικά πυρκαγιάς και σε διαφορετικά είδη κλίσεων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μέθοδοι προσδιορισμού της δυναμικής της βλάστησης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δύο κύριες μέθοδοι χρησιμοποιούνται συνήθως για να υπολογιστεί η δυναμική της βλάστησης μετά από πυρκαγιά – πειραματικές, διαγράμματα βλάστησης/απορροών και ανάλυση βάσει τηλεπισκόπησης.  Η χρησιμοποίηση των διαγραμμάτων επιτρέπει σχετικά ακριβείς και λεπτομερείς μετρήσεις της κάλυψης βλάστησης και τις ιδιότητες των συστάδων των φυτών, καθώς επίσης και τα ποσοστά απορροών και διάβρωσης, μέσα όμως σε περιορισμένες περιοχές και χρονικά διαστήματα.  Η εφαρμογή των δεικτών τηλεπισκόπησης είναι πιο κατάλληλη μέθοδος στην κλίμακα τοπίων, έχοντας όμως πολλούς περιορισμούς.  Διάφοροι δείκτες βλάστησης έχουν αναπτυχθεί και έχουν χρησιμοποιηθεί για τον έλεγχο της δομής και της λειτουργίας της βλάστησης. Μεταξύ αυτών, είναι ο NDVI, που χρησιμοποιεί τις φασματικές πληροφορίες στην ερυθρή και την εγγύς υπέρυθρη ζώνη, και χρησιμοποιείται συνήθως για να υπολογίσει τα καθαρά αρχικά αποτελέσματα παραγωγής και πυρκαγιάς στη βλάστηση.  Εντούτοις, ο NDVI έχει διάφορους περιορισμούς, συμπεριλαμβανομένης της ευαισθησίας στις ατμοσφαιρικές συνθήκες και της ευαισθησίας στο εδαφολογικό υπόβαθρο. Ο δείκτης EVI ρυθμίζει άμεσα την ανάκλαση στην περιοχή του ερυθρού ως συνάρτηση της ανάκλασης στη ζώνη του μπλε.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Paper11photo1.JPG  | thumb| right|Eικόνα 1:''' Χάρτης της περιοχής,θέσεις φωτιάς και περιοχές μελέτης. ''']]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που μελετάται βρίσκεται στο βορειοδυτικό μέρος της κορυφογραμμής του βουνού Carmel. Το όρος Carmel είναι μια απομονωμένη κορυφογραμμή, που ξεκινάει από την βόρεια Μεσογειακή ακτή του Ισραήλ (Εικόνα 1).  Το μεσογειακό κλίμα στο όρος Carmel χαρακτηρίζεται από τα ξηρά και καυτά καλοκαίρια και τους βροχερούς χειμώνες. Οι μέσες ετήσιες βροχοπτώσεις στο όρος Carmel κυμαίνονται από 550mm ως 750mm. Για να αξιολογηθούν τα ποσοστά αναγέννησης της βλάστησης εντοπίστηκαν περιοχές που είτε καήκαν μια φορά, τρεις φορές, είτε δεν είχαν καεί καθόλου κατά τη διάρκεια της περιόδου 1985-2002  Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι τρεις πυρκαγιές έκαψαν μερικώς την περιοχή, τον Σεπτέμβριο του 1989, τον Οκτώβριο του 1998 και τον Δεκέμβριο του 1999. Τα φατνία με τιμές 135°–225° ταξινομήθηκαν στην κατηγορία (SFS-προσανατολισμός προς Νότο), και τα φατνία με τις τιμές που κυμαίνονται από 3150-450 ταξινομήθηκαν ως  (NFS-προσανατολισμός προς Βορρά).&lt;br /&gt;
Τα φατνία που δεν εμπίπτουν σε αυτές τις περιοχές τιμών αποκλείστηκαν από την ανάλυση.  Δύο πρόσθετες περιοχές ελέγχου επιλέχτηκαν για λόγους βαθμονόμησης,  μια περιοχή με αειθαλή βλάστηση τοποθετημένη σε ένα κατώτατο σημείο ρευμάτων που χρησιμοποιείται για τις ανώτατες τιμές της ανάπτυξης της βλάστησης, και ένα λατομείο για τις ελάχιστες τιμές.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Είδη δορυφόρων, δεκτών καναλιών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την ανάλυση της κάλυψης της βλάστησης χρησιμοποιήθηκαν δορυφορικές εικόνες Landsat που ελήφθησαν τις ημερομηνίες τις 8 Αυγούστου 1985, στις 26 Μαΐου του 1990, 21 Σεπτεμβρίου 1995, 22 Ιουνίου 2000 και 18 Οκτωβρίου 2002. Οι εικόνες του 1985 και του 1995 είναι από Landsat 5. η εικόνα του 1990 είναι από Landsat 4, και οι  εικόνες του 2000 και 2002 είναι από Landsat 7.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προεπεξεργασία εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προεπεξεργασία των δορυφορικών εικόνων συνεπάγεται τρία βήματα:  γεωαναφορά, υπολογισμό του επίγειου συντελεστή ανάκλασης και «απόκρυψη» (masking) των σύννεφων και της σκιάς των σύννεφων.  Οι εικόνες Landsat καλύπτουν μια περιοχή 22*24Κm. &lt;br /&gt;
H διαδικασία της γεωαναφοράς ολοκληρώθηκε με τη χρήση ενός μοντέλου ψηφιακής ανύψωσης της περιοχής με ARC/GIS έκδοσης 9.1. Στο δεύτερο στάδιο, εφαρμόσθηκε το πακέτο ERDAS imagine ATCOR 2.1 για να διορθωθούν οι ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Επειδή αυτό δεν παρήγαγε ικανοποιητικά αποτελέσματα, εφαρμόστηκε περαιτέρω διόρθωση.  Εφαρμόστηκε μια εμπειρική τεχνική, χρησιμοποιώντας τους σκοτεινότερους και φωτεινότερους στόχους σε κάθε εικόνα, τη θάλασσα και το λατομείο αντίστοιχα, ως χαμηλότερα και ανώτατα φάσματα για να ενισχυθούν περαιτέρω οι ατμοσφαιρικές διορθώσεις.  &lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι η εικόνα του 2002 περιλαμβάνει μικρά σύννεφα και σκιές χρησιμοποιήθηκαν δύο μέθοδοι για να τα «αποκρύψουν»:  (1) για να προσδιοριστεί η κάλυψη σύννεφων, εφαρμόστηκαν κριτήρια που χρησιμοποίησαν το μπλε και το θερμικο φάσμα του Landsat, με λιγότερο από 20 0C και κανάλι 1 συντελεστή ανάκλασης μεγαλύτερο από 0,19.  (2) Για να απεικονίσουν τις σκιές σύννεφων, αθροίστηκαν οι υπέρυθρες περιοχές, τα κανάλια 4, 5 και 7, και όλα τα φατνία με τιμές μικρότερες από 0,24 αποκρύφτηκαν.  &lt;br /&gt;
Για κάθε περιοχή, και για κάθε εικόνα, υπολογίστηκαν οι τιμές του EVI καθώς αυτός είναι λιγότερο ευαίσθητος στις ατμοσφαιρικές παρεμβάσεις.  Μετά εκτελέστηκε MANOVA για να αξιολογήσει τις σημαντικές διαφορές μεταξύ των διαφορετικών διαγραμμάτων χρησιμοποιώντας την διόρθωση Bonferroni. Ανάλογα με το έτος, εκτελέστηκε 1Χ2, 2Χ2 ή  2Χ3 MANOVA, όπου οι δύο προσανατολισμοί ( Βορράς, νότος) ελήφθησαν υπόψη.  Ο δεύτερος παράγοντας που αναλύθηκε είναι ο αριθμός των φορών που μια περιοχή κάηκε. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω των περιορισμών της σύγκρισης των εικόνων μεταξύ των ετών, η ανάλυση έγινε μεταξύ τιμών του EVI που συγκρίθηκαν κατά τη διάρκεια του ίδιου έτους.  Η κάλυψη και η αναγέννηση της βλάστησης όπως φανερώνεται από τις τιμές EVI δείχνει ότι οι EVI πριν από την πυρκαγιά για όλες τις περιοχές κυμαίνονται μεταξύ 0,65 στο NFS και του 0,82 στο SFS. Το MANOVA αποκάλυψε ότι ο μέσος όρος των τιμών EVI ήταν σημαντικά διαφορετικός γενικά, αλλά καμία προφανής τάση δεν υπήρξε, καθώς μερικοί SFS απέδωσαν υψηλότερες τιμές EVI έναντι των NSF και αντίστροφα.  Οκτώ μήνες μετά από την πυρκαγιά του 1989, οι τιμές EVI των (NFS) (0.58-0.62) ήταν σημαντικά υψηλότερες έναντι των SFSκαμένων περιοχών (0.43-0.51). Οι καμένες περιοχές και των δύο προσανατολισμών είχαν τις χαμηλότερες τιμές έναντι των μη-καμένων περιοχών.  Δεν υπήρξε καμία σημαντική αλληλεπίδραση,  μεταξύ του προσανατολισμού και των συνθηκών καύσης.  Πέντε έτη αργότερα, και 6 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά οι τιμές του EVI κυμάνθηκαν (0.64-0.71), και δε βρέθηκε καμία σημαντική διαφορά μεταξύ των περιοχών.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα του 2000 περιλαμβάνει εκτός από τις περιοχές πυρκαγιάς του 1989 τις περιοχές που καήκαν το 1998 και το 1999, ως εκ τούτου τρεις φορές εντός μιας περιόδου 10 ετών.  Στις τιμές EVI του Ιουνίου 2000 στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες έναντι των μη-καμένων περιοχών . Οι καμένες SFS πλαγιές είχαν τις χαμηλότερες EVI τιμές (0.24) έναντι των 3 φορές καμένο NFS (0.44).  Οι τιμές EVI στις 3 φορές καμένες περιοχές ήταν σημαντικά χαμηλότερες μέσα στις πτυχώσεις και μεταξύ αυτών. Οι SFS που κάηκαν τρεις φορές είχαν τις χαμηλότερες τιμές EVI -- 0,27, ενώ η μια φορά καμένη περιοχή στα SFS ήταν 0,65,  Μέσα στο NFS, EVI για τις 1 και 3 φορές καμένες ήταν 0,70 και 0,41 αντίστοιχα.  Αυτό δείχνει ότι η αποκατάσταση της βλάστησης στις NFS που καίγονται συχνά ήταν πολύ πιο αργή.  Το 2002 καμία σημαντική διαφορά δεν ήταν προφανής μεταξύ των προσανατολισμών. Οι διαφορές στις τιμές EVI δεν ήταν προφανείς πλέον, φανερώνοντας ότι τουλάχιστον η συνολική κάλυψη βλάστησης επέστρεψε στις τιμές πριν την πυρκαγιά.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Προσανατολισμοί'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Και στους δύο προσανατολισμούς, επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μέσα σε 10 χρόνια μείωσαν τα ποσοστά αναγέννησης βλάστησης μετά από πυρκαγιές.  Εντούτοις, αυτή η τάση είναι εντονότερη στα SFS, κατά τη σύγκριση τιμών του EVI μεταξύ των SFS και NFS .Χρησιμοποιώντας την αναλογία βορράς - νότος (SNR), συγκρίθηκαν τα ποσοστά αποκατάστασης σε συνάρτηση με το διαφορετικό αριθμό πυρκαγιών: Ένα επανειλημμένα καμένο SFS -- σε σχέση με NSF είχε μια χαμηλότερη αναλογία (0,54), έναντι των περιοχών που είχαν καεί μια φορά (0,69).&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
'''Τα χωρικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στα μεσογειακά συστήματα του βόρειου ημισφαιρίου, τα SFS χαρακτηρίζονται συνήθως από ξηρότερες συνθήκες  λόγω της έκθεσης στην υψηλότερη ετήσια ακτινοβολία. Υπό αυτές τις συνθήκες η βλάστηση ανακτάται πιο αργά μετά από τη διαταραχή έναντι των NFS, και ως εκ τούτου η αναγέννηση είναι πιο αργή. Εξ αιτίας των περιβαλλοντικών διαφορών μεταξύ των προσανατολισμών τα ποσοστά αναγέννησης μετά την πυρκαγιά κυμάνθηκαν στα SFS και NFS, με πιο αργή αποκατάσταση σε SFS.  Ο λόγος νότος/Βορράς προσδιορίστηκε για να αξιολογήσει τα ποσοστά επαναβλάστησης μεταξύ των πτυχών, και να εξετάσει αυτήν την υπόθεση.  Τα αποτελέσματα - 0,69 το 1990 και 0,54 το 2000 δείχνουν ότι όχι μόνο η κάλυψη βλάστησης είναι χαμηλότερη, ένα χρόνο μετά από την πυρκαγιά στο SFS, αλλά ότι το επαναλαμβανόμενο κάψιμο μειώνει περαιτέρω τις τιμές EVI στις νότιες πλαγιές έναντι των NFS.&lt;br /&gt;
Εντούτοις, σε 2002.13 έτη μετά από την πρώτη πυρκαγιά και 3 έτη μετά από το τελευταίο) η κάλυψη βλάστησης και στα δύο NFS ήταν παρόμοια με αυτήν του ελέγχου EVI και υψηλότερος έναντι των SFS.      &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τα χρονικά πρότυπα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι επαναλαμβανόμενες πυρκαγιές μείωσαν περαιτέρω τα ποσοστά αποκατάστασης.  Ο λόγος καμένο/μη καμένο δείχνει ότι οι χαμηλότερες τιμές λήφθηκαν στο τρεις φορές  καμένο SFS (0,3).  Επίσης, στο NFS η αναλογία μειώθηκε με τον αυξανόμενο αριθμό πυρκαγιών, αλλά σε μικρότερο βαθμό- 0,77 μετά από μια  πυρκαγιά και 0,61 ακολουθώντας τρία γεγονότα.  Τα χρονικά σχέδια της επαναβλάστησης συσχετίζονται έντονα με τα μέσα ετήσια ποσά βροχοπτώσεων&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η γρήγορη αναγέννηση της κάλυψης βλάστησης είναι ένας βασικός παράγοντας στη αποκατάσταση του τοπίου και ενός δείκτη για την ανθεκτικότητα του eco-geomorphic συστήματος.  Η συνδεμένη επίδραση της καταστροφής και των αλλαγών βλάστησης στις εδαφολογικές ιδιότητες (Cerda και Doerr, 2005) αναπόφευκτα οδηγεί σε μια γρήγορη αύξηση στις διαδικασίες εδαφολογικής απώλειας και απορροών.  Αυτή η αύξηση, εντούτοις, οξύνεται κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους μετά από μια πυρκαγιά.  Η μείωση στα ποσοστά εδαφολογικής διάβρωσης μέσα σε 3-4 έτη αποδίδεται κατά ένα μεγάλο μέρος στη αναγέννηση της βλάστησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματά δείχνουν ότι τα μεσογειακά συστήματα είναι αρκετά ελαστικά, παρουσιάζοντας γρήγορη αντίδραση, τουλάχιστον από την άποψη της επιστροφής στις προηγούμενες καταστάσεις των ποσοστών εδαφολογικής διάβρωσης και της κάλυψης βλάστησης όχι μόνο στην περίπτωση μιας πυρκαγιάς, αλλά και στα επαναλαμβανόμενα περιστατικά πυρκαγιάς.  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Παρακολούθηση φυσικής αναγέννησης μετά από πυρκαγιές]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Karagounimaria</name></author>	</entry>

	</feed>