<?xml version="1.0"?>
<?xml-stylesheet type="text/css" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/skins/common/feed.css?270"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="el">
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Giannismichal&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FGiannismichal</id>
		<title>RemoteSensing Wiki - Συνεισφορές χρήστη [el]</title>
		<link rel="self" type="application/atom+xml" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Giannismichal&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FGiannismichal"/>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C:%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82/Giannismichal"/>
		<updated>2026-05-30T07:31:38Z</updated>
		<subtitle>Από RemoteSensing Wiki</subtitle>
		<generator>MediaWiki 1.16.2</generator>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Μιχαλόπουλος Ιωάννης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-11T19:03:34Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα) ]]&lt;br /&gt;
*[[Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια]]&lt;br /&gt;
*[[Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
*[[Ανίχνευση αερολυμάτων επάνω από ωκεανούς με χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
*[[Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες]]&lt;br /&gt;
*[[Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηέπισκόπησης και Γ.Σ.Π.]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Μιχαλόπουλος Ιωάννης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%B9%CF%87%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CF%80%CE%BF%CF%85%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CE%99%CF%89%CE%AC%CE%BD%CE%BD%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-11T19:03:18Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt; &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα) ]]&lt;br /&gt;
*[[Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια]]&lt;br /&gt;
*[[Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
*[[Ανίχνευση αερολυμάτων επάνω από ωκεανούς με χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
*[[Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες]]&lt;br /&gt;
*[[Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηλεπισκόπησης και Γ.Σ.Π.]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0.</id>
		<title>Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηέπισκόπησης και Γ.Σ.Π.</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0."/>
				<updated>2012-03-04T22:04:41Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[http://users.uoa.gr/~evasilak/pages/pdfs/32%20Matala_Geomorfology.pdf Πηγή]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΤΟΧΟΣ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα προϊόντα της ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων τηλεπισκόπησης αποτελούν, εδώ και χρόνια, σημαντικά εργαλεία για τη χαρτογράφηση γεωλογικών σχηματισμών και μορφοτεκτονικών δομών. Με τις σύγχρονες τεχνικές ορθοαναγωγής, ταύτισης και συγχώνευσης εικόνων, ακόμη κι αν προέρχονται από συστήματα με διαφορετικά γεωμετρικά και φασματικά χαρακτηριστικά, παράγονται εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της ακρίβειας σε μεγάλης κλίμακας γεωλογική χαρτογράφηση. Η λεπτομερέστερη αποτύπωση των γεωλογικών επαφών βοηθάει στη δημιουργία τρισδιάστατων μπλοκ διαγραμμάτων, απεικονίζοντας το υφιστάμενο μορφοτεκτονικό καθεστώς της υπό έρευνα περιοχής. Βασικό στόχο αποτελεί η μοντελοποίηση των σχετικών κινήσεων των ρηξιτεμαχών από τα οποία συντίθεται η περιοχή, όσο το δυνατόν πιο πίσω στο χρόνο, με αποτέλεσμα την εκτίμηση της αρχικής κατάστασης από την οποία προήλθε η σύγχρονη δομή. Η διαδικασία προϋποθέτει τη σταδιακή μορφολογική, στρωματογραφική και τεκτονική αναδόμηση της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης του χρόνου και οδηγώντας στην ανάλυση της μορφοτεκτονικής εξέλιξής της. Η περιοχή των δυτικών Αστερουσίων προσφέρεται για τέτοιου είδους ανάλυση λόγω της παρουσίας της ασυμφωνίας των μεταλπικών σχηματισμών στο αλπικό υπόβαθρο, καθώς και πλήθους εφελκυστικών ρηξιγενών ζωνών που έχουν διαρρήξει πρόσφατα την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΕΙΣΑΓΩΓΗ''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η οροσειρά των Αστερουσίων, με διεύθυνση Α-Δ, αποτελεί το νοτιότερο όριο της Κρήτης προς το Λιβυκό πέλαγος. Οριοθετεί προς νότο την Τεταρτογενή λεκάνη της Μεσσαράς, της οποίας η γεωλογική – γεωμορφολογική ιστορία συνδέεται άμεσα με τη δράση ρηγμάτων απο- κόλλησης, καθώς αναπτύσσεται στην κορυφή του κατερχόμενου ρηξιτεμάχους ενός κανονικού ρήγματος με μικρή κλίση προς νότο. Η θραυσιγενής παραμόρφωση που παρατηρείται σε αυτού του είδους τις λεκάνες είναι ένα θέμα που απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια, οπότε και έγινε ευρύτερα αποδεκτή η θεωρία των ρηγμάτων αποκόλλησης ως των κυρίων μορφών έκφρασης εφελκυσμού και λέπτυνσης του φλοιού σε περιοχές σύγκλισης τεκτονικών πλακών. Η μελέτη της ιστορίας της παραμόρφωσης στο κατερχόμενο τέμαχος του ρήγματος αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, με τη μέθοδο της μορφοτεκτονικής αναδόμησης, αποτελεί τον κύριο στόχο της παρούσης εργασίας. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε μεγάλη λεπτομέρεια και ακρίβεια στην αποτύπωση των τεκτονοστρωματογραφικών στοιχείων, ιδιαίτερα των σχηματισμών που αποτέθηκαν μετά αλλά και κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας της συγκεκριμένης επιφάνειας αποκόλλησης. Η υπαίθρια εργασία πλαισιώθηκε από μεθοδολογία που περιλάμβανε τεχνικές τηλεπισκόπησης για την όσο το δυνατό λεπτομερέστερη και ακριβέστερη γεωλογική χαρτογράφηση και στη συνέχεια παρουσίαση των δεδομένων σε τρεις διαστάσεις μέσω διαδικασιών και αλγορίθμων που συμπεριλαμβάνονται σε Συστήματα επεξεργασίας Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat1.gif | thumb | right | Σχήμα 1. Γεωγραφική θέση της ευρύτερης περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που επιλέχθηκε για την εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται παρακάτω, αποτελεί το δυτικότερο τμήμα του γεωλογικού χάρτη 1:50.000, φύλλο Αντισκάρι, που έχει εκδοθεί από το Ι.Γ.Μ.Ε.. Η επιλογή της έγινε λόγω της έντονης παρουσίας μεταλπικών σχηματισμών εκτός των ορίων της σημερινής λεκάνης της Μεσσαράς, γεγονός που δεν συμβαίνει σε κάποιο άλλο σημείο, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου τεκτονισμού που εκφράζεται μέσω της συστηματικής στρέψης ρηξιτεμαχών γύρω από άξονα διεύθυνσης ΒΑ-ΝΔ. Η ήδη υπάρχουσα χαρτογράφηση αποτέλεσε τη βάση για την λεπτομερέστερη αποτύπωση των τεκτονικών και στρωματογραφικών επαφών σε χάρτες μεγαλύτερης κλίμακας (1:5.000). Η περιοχή που αναδομήθηκε εκτείνεται από τον αρχαιολογικό χώρο του Κομού (στα βόρεια των Ματάλων) μέχρι το χωριό Καλοί Λιμένες (Σχ. 1) και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάτμησης που έχει προκληθεί από πρόσφατο εντατικό πεδίο, καθώς παρατηρούνται γεωμορφολογικές δομές (κατά βάθος διάβρωση, μορφολογικές ασυνέχειες, κεκλιμένες επιφάνειες επιπέδωσης, κλπ) που αντιστοιχούν σε ενεργή περιοχή. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύνολο απo ρηξιτεμάχη που έχουν κινηθεί σχεδόν ανεξάρτητα και διαχωρίζονται από μικρές ή μεγάλες ρηξιγενείς ζώνες, οι οποίες και τα οριοθετούν. Η σημερινή τοποθέτησή τους αποτελεί την αρχική κατάσταση από την οποία ξεκινά η εφαρμογή 96 της μεθοδολογίας και κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη η ακριβής γεωλογική χαρτογράφηση. Γενικά, στην περιοχή μεταξύ Κομού και Καλών Λιμένων εμφανίζονται μεταλπικοί σχηματισμοί Μειοκαινικής ηλικίας να καλύπτουν ασύμφωνα το αλπικό υπόβαθρο, το οποίο δομούν αρκετές αλπικές ενότητες. Για τις ανάγκες της παρούσης εργασίας το αλπικό υπόβαθρο θεωρήθηκε ενιαίο (Σχ. 2). Οι μεταλπικοί σχηματισμοί που το καλύπτουν ασύμφωνα περιγράφονται στη συνέχεια σε συντομία:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αμπελούζου (Τορτόνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην περιοχή που περιγράφεται εντοπίζονται τα ανώτερα μέλη του σχηματισμού Αμπελούζου να καλύπτουν απ’ ευθείας το αλπικό υπόβαθρο. Πρόκειται για αποθέσεις βαθιάς θάλασσας, ηλικίας Ανώτερου Τορτονίου, με πολύ καλά στρωμένες μάργες, άμμους και ψαμμίτες να περιλαμβάνουν απολιθώματα Pecten, Clypeaster, Lithothamnium και Ostrea. Ο πιο χαρακτηριστικός ορίζοντας του σχηματισμού είναι αυτός με τη “θανατοκοινωνία” των Ostrea, ο οποίος βρίσκεται λίγα μέτρα επάνω από την ασυμφωνία με τα αλπικά πετρώματα και ακριβώς κάτω από την ασυμφωνία με τους ορίζοντες του υπερκείμενου σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας. Το πάχος του ορίζοντα δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο, ενώ συναντάται μόνο στο βόρειο τμήμα της περιοχής ενδιαφέροντος, αφού μόνο εκεί υπάρχει εμφάνιση του σχηματισμού Αμπελούζου. Στο νότιο τμήμα παρατηρείται απουσία του σχηματισμού αυτού γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής στην περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αγ. Βαρβάρας (Μεσσήνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε όλη τη περιοχή μελέτης παρατηρήθηκαν τα ιζήματα του σχηματισμού Αγίας Βαρβάρας, τα οποία έχουν ηλικία Μεσσήνιο. Αποτελούνται, γενικά, από βιοκλαστικούς ασβεστόλιθους των οποίων η απόθεση άρχισε την περίοδο του Ανώτερου Τορτονίου – Μεσσηνίου. Τα κατώτερα τμήματα της ακολουθίας αποτελούνται από αναμιγμένα κλαστικά προϊόντα αποσάθρωσης με ανθρακικής σύστασης αποθέσεις μικρού θαλάσσιου βάθους. Αυτοί οι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι βρίσκονται σε ασυμφωνία όχι μόνο με τα υποκείμενα στρώματα του σχηματισμού Αμπελούζου αλλά και με τις αλπικές ενότητες τις οποίες καλύπτουν απ’ ευθείας&lt;br /&gt;
στην κεντρική και νότια περιοχή. Σύμφωνα με χρονολόγηση της επαφής του με τον υποκείμενο σχηματισμό Αμπελούζου, άρχισε να αποτίθεται πριν από 6,941 Ma. Η ασυμφωνία με τις υποκείμενες ενότητες συνδυάζεται τις περισσότερες φορές με την ύπαρξη κροκαλοπαγούς, άλλοτε με μικρές και άλλοτε με μεγάλες κροκάλες, ποικίλης σύστασης και πάχους που δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Συχνά απαντούν τα απολιθώματα Lithothamnium, Clypeaster, Pecten.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat2.gif | thumb | right | Σχήμα 2. Ψευδοτρισδιάστατος γεωλογικός χάρτης της περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ψηφιακά δεδομένα τηλεπισκόπησης που υπήρχαν διαθέσιμα για περαιτέρω επεξεργασία ώστε να είναι δυνατή η ανάδειξη τεκτονικών δομών και τα όρια των επιφανειακών εμφανίσεων των διαφόρων λιθολογιών, αφορούν πολυφασματικές δορυφορικές εικόνες LANDSAT-7/ETM+, SPOT-4, IKONOS-2 καθώς και μωσαϊκό παγχρωματικών ορθοφωτογραφιών. Η επεξεργασία των παραπάνω δεδομένων έγινε μέσω εξειδικευμένων λογισμικών πακέτων, σχετικών με την ψηφιακή επεξεργασία και ανάλυση δορυφορικών εικόνων, ξεκινώντας από τη διαδικασία γεωμετρικής ταύτισης των ψηφιακών εικόνων σε ενιαίο σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου χρησιμοποιούνται εικόνες με πολύ μεγάλη χωρική διακριτική ικανότητα, σε περιοχές με έντονη τοπογραφία αλλά και σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αεροφωτογραφίες για την παραγωγή μωσαϊκών σε ενιαίες ψηφιακές εικόνες, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του παράγοντα «επιφανειακό ανάγλυφο», στην διαδικασία της γεωμετρικής διόρθωσης.&lt;br /&gt;
Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ορθοαναγωγή και μέσω αυτής, στις νέες συντεταγμένες του κελιού, λαμβάνεται υπ’ όψιν και το υψόμετρο της νέας θέσης, κατά τη διαδικασία ταύτισης των δεδομένων μεταξύ τους. Δεν διαφέρει πολύ από τη γεωμετρική διόρθωση, εκτός του γεγονότος ότι, συνήθως, χρησιμοποιείται ένα ψηφιακό μοντέλο αναγλύφου με ανάλυση αντίστοιχη της χωρικής διακριτικής ικανότητας της εικόνας. Σε σχετικά επίπεδες περιοχές, τα αποτελέσματα της ορθοαναγωγής δεν είναι πολύ&lt;br /&gt;
διαφορετικά, όμως σε περιοχές με έντονη αυξομείωση του αναγλύφου, είναι απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί μεγάλη ακρίβεια. Η ψηφιοποίηση του τοπογραφικού υποβάθρου από διαγράμματα της Γ.Υ.Σ. με κλίμακα 1:5.000 και η κατασκευή ψηφιακού μοντέλου αναγλύφου υψηλής ακρίβειας και μεγάλης ανάλυσης, βοήθησε στην ορθοαναγωγή όλων των δεδομένων τηλεπισκόπησης, με σκοπό τον συνδυασμό των χωρίς χωρικές στρεβλώσεις που θα οδηγούσαν σε λάθος συμπεράσματα. Η μεθοδολογία, εκτός της συμβατικής παρατήρησης της περιοχής με συνδυασμούς καναλιών είτε από το ορατό ή το υπέρυθρο τμήμα του φάσματος συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία λόγων μεταξύ καναλιών, οι οποίοι είναι χρήσιμοι στη διάκριση μεταξύ τύπων πετρωμάτων που έχουν σχετικά μεγάλες περιεκτικότητες σε ορισμένα στοιχεία. Η τεχνική συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας εικόνας βασισμένης στο λόγο των ψηφιακών τιμών δύο επιλεγμένων φασματικών ζωνών, για κάθε κελί. Η επιλογή των φασματικών ζωνών εξαρτάται από γνώση των φασματικών χαρακτηριστικών των αντικειμένων που χρειάζεται να αναδειχθούν. Γενικά, η διαίρεση φασματικών καναλιών είναι μια μέθοδος, με την οποία δημιουργούνται ψευδέγχρωμες εικόνες που βελτιώνουν τις λεπτές χρωματικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιφανειακών υλικών, που συχνά είναι δύσκολο να ανιχνευτούν στις αρχικές εικόνες. Αν και οι λόγοι καναλιών είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος μαθηματικής επεξεργασίας των πρωτογενών τιμών των κελιών μιας εικόνας, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μπορεί να γίνουν όλων των ειδών οι μαθηματικές πράξεις, αρκεί να υποστηρίζονται από το λογισμικό επεξεργασίας τους. Η χρωματική κλίμακα μιας εικόνας που έχει προκύψει από τη διαίρεση των τιμών των κελιών, δύο καναλιών, έχει τις 256 διαβαθμίσεις του γκρι και το ιστόγραμμά της μπορεί να μετασχηματιστεί με τους κλασσικούς τρόπους, ώστε να βελτιωθεί η οπτική της παρουσίαση. Οποιοιδήποτε τρεις λόγοι καναλιών μπορούν να συνδυαστούν στα τρία βασικά χρώματα (R,G,B) και να σχηματιστεί μια ψευδέγχρωμη εικόνα. Οι νέες εικόνες που προκύπτουν, πολλές φορές περιέχουν μεγαλύτερη γεωλογική πληροφορία, αφού δημιουργείται μεγαλύτερη αντίθεση μεταξύ περισσότερων στοιχείων, καθότι λαμβάνονται υπ’ όψιν περισσότερες φασματικές περιοχές. Το βασικό μειονέκτημα σε αυτή τη διαδικασία είναι η πολύ συχνή ανάδειξη θορύβου, η οποία εκφράζεται μέσα από σειρές κελιών με μηδενική τιμή. Σε γενικές γραμμές έχει αποδειχθεί ότι τα πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε ορυκτά στα οποία συμμετέχουν σιδηρούχα οξείδια, παρουσιάζουν μεγάλη φωτεινότητα, μετά την εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 3 και παρονομαστή το κανάλι 2 του των δορυφορικών εικόνων LANDSAT 7- ETM+. Ακόμη, ο λόγος με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 4 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τα πετρώματα που συνίστανται από μεγάλη περιεκτικότητα σε ορυκτά που περιέχουν σίδηρο. Επίσης, η εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 7 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τις περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αργίλου, που συνήθως σχετίζεται με την χημική εξαλλοίωση των επιφανειακών στρωμάτων του υποβάθρου. Φυσικά, οι ιδανικές συν- θήκες εφαρμογής των παραπάνω λόγων αφορούν πλήρη απαλοιφή των ατμοσφαιρικών επιδράσεων και την πλήρη απουσία βλάστησης. Όμως σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία αυτή είναι ενδεικτική για επιφανειακές αλλαγές που αξίζουν την υπαίθρια διερεύνησή τους. Για γεωλογικές εφαρμογές, είναι αρκετά συχνή η σύνθεση ψευδέγχρωμων εικόνων με λόγους δύο φασματικών καναλιών των εικόνων LANDSAT 7/ETM+, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση του συνδυασμού 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B), με σκοπό να διακριθούν διαφορετικά είδη πετρωμάτων (Σχ. 3) ή των λόγων 4/3, 3/1 και 5/7 (Σχ. 4) για την καταγραφή επιφανειακών εξαλλοιώσεων λόγω παρουσίας νερού και μεγάλων εναλλαγών θερμοκρασίας και υγρασίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat3.gif | thumb | right | Σχήμα 3. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκε ο συνδυασμός των λόγων 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να γίνουν ορατές και εκμεταλλεύσιμες, ως προς τη γεωλογική χαρτογράφηση, οι ορυκτολογικές διαφο- ροποιήσεις των επιφανειακών σχηματισμών ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat4.gif | thumb | left | Σχήμα 4. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκαν οι λόγοι 4/3, 3/1, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να απεικονισθούν καλύτερα οι περιοχές που δεν εμφανίζονται ανθρακικά πετρώματα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στο τμήμα της μεθοδολογίας που αφορά στην Τηλεπισκόπηση, αυτό συμπληρώνεται από την διαδικασία της συγχώνευσης των δεδομένων που προέρχονται από διαφορετικές πηγές. Η συγχώνευση των δεδομένων (merging) έδωσε μία νέα ώθηση την τελευταία δεκαετία, με σκοπό την καλύτερη αξιοποίηση της πληθώρας των δεδομένων που παρέμεναν ανεκμετάλλευτα σε πολλές εφαρμογές. Τα τελικά προϊόντα  παρέχουν πολλές φορές αυξημένες ικανότητες ερμηνείας, αφού συνδυάζονται δεδομένα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έγχρωμη εικόνα, η οποία απεικονίζεται με το συνδυασμό των τριών βασικών χρωμάτων, μετασχηματίζεται στο συνδυασμό έντασης- χροιάς-καθαρότητας. Στο αποτέλεσμα της εφαρμογής του μετασχηματισμού αυτού, απομονώνεται ο παράγοντας ένταση, ο οποίος περιλαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές του φωτισμού που οφείλονται στις μεταβολές του αναγλύφου. Αντίθετα, παραμένουν οι δύο άλλοι παράγοντες, που περιέχουν τις φασματικές πληροφορίες, που αντιστοιχούν στην ανακλαστικότητα της επιφάνειας. Ο παράγοντας ένταση αντικαθίσταται από μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης διακριτικής ικανότητας και γίνεται εκ νέου μετασχηματισμός στα τρία βασικά χρώματα. Μετά από αυτόν το νέο μετασχηματισμό, δημιουργείται μια νέα εικόνα με τα ίδια φασματικά χαρακτηριστικά αλλά με καλύτερη χωρική ανάλυση. Ένα βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου, είναι ότι μπορούν να συμμετέχουν μόνο τρία κανάλια κάθε φορά και κατά συνέπεια, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η διαδικασία για κάθε συνδυασμό καναλιών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που εξασφαλίζει μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα σε όλα τα κανάλια βασίζεται στην ανάλυση των κυρίων συνιστωσών (principal component analysis). Η ανάλυση αυτή γίνεται μέσα από στατιστικές διεργασίες, το αντικείμενο των οποίων είναι πέρα από το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Η ουσία είναι ότι μέσα από αυτήν τη διαδικασία υπολογισμού, αναλύεται η πληροφορία που έχει καταγραφεί σε κάθε κελί και αυτή που είναι κοινή για όλες τις φασματικές ζώνες, καθορίζεται ως πρώτη κύρια συνιστώσα. Το περιεχόμενό της σχετίζεται με την παγχρωματική πληροφορία της πολυφασματικής εικόνας και κατά συνέπεια μπορεί να αντικατασταθεί με μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης χωρικής ανάλυσης. Στο τέλος της μεθοδολογίας η εικόνα αναδομείται με μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί οι τιμές των κελιών που αντιπροσωπεύουν την ανάκλαση που έχει καταγραφεί στις διάφορες φασματικές περιοχές. Η τελευταία μεθοδολογία εφαρμόστηκε στη συγχώνευση πολυφασματικών δεδομένων από εικόνα LANDSAT-7/ETM+ με το μωσαϊκό από αεροφωτογραφίες, με διακριτική ικανότητα μικρότερη του ενός μέτρου, ενώ σε όλα τα δεδομένα είχε γίνει ήδη ορθοαναγωγή και ταύτιση (Σχ. 5). Το τελικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε ιδανικό για την περίπτωση της γεωλογικής χαρτογράφησης της περιοχής, αφού το προϊόν που δημιουργήθηκε έχει όλα τα φασματικά χαρακτηριστικά μιας δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 αλλά με σαφώς καλύτερη χωρική διακριτική ικανότητα (&amp;lt;1μ).&lt;br /&gt;
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε με τα προϊόντα που προέκυψαν από την εκτέλεση λόγων μεταξύ των καναλιών και αναφέρθηκαν προηγουμένως. Κατά συνέπεια, η οριοθέτηση των επαφών που χαρτογραφήθηκαν λόγω της διαφορετικής ορυκτολογικής σύστασης των διαφόρων λιθολογικών εμφανίσεων ή ακόμα και του μανδύα αποσάθρωσής των, γίνεται με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Ο συνδυασμός των παραπάνω τεχνικών με την εργασία υπαίθρου δίνει μεγάλη αξιοπιστία στη γεωλογική χαρτογράφηση, η οποία αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίζεται η μορφοτεκτονική αναδόμηση της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat5.gif | thumb | right | Σχήμα 5. Εικόνα σε πραγματικό χρώμα, που προήλθε από τη συγχώνευση δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 και μωσαϊκού αεροφωτογραφιών της περιοχής μελέτης. Είναι εμφανής η τεράστια διαφορά στην ευκρίνεια σε σχέση με τις εικόνες των Σχ. 3&amp;amp;4 ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκτός από τα παραπάνω προϊόντα που έχουν ιδιότητες προσανατολισμένου χάρτη δύο διαστάσεων, θεωρήθηκε αναγκαία η τρισδιάστατη απεικόνιση της περιοχής και μέσω διαδικασιών εικονικής πραγματικότητας, να βοηθηθεί η διαδικασία της εξαγωγής συμπερασμάτων σχετικά με τη χωροθέτηση των ρηξιγενών ζωνών και κατά συνέπεια την οριοθέτηση των διαφόρων ρηξιτεμαχών. Ο συνδυασμός των συγχωνευμένων εικόνων, με πολύ καλή χωρική διακριτική ικανότητα και των ψηφιακών μοντέλων αναγλύφου, πολύ μεγάλης χωρικής ανάλυσης, έδωσε τη δυνατότητα για υψηλής ποιότητας τρισδιάστατες απεικονίσεις. Οι απεικονίσεις αυτού του τύπου δίνουν μια νέα διάσταση στις γεωλογικές παρατηρήσεις, αφού εκμεταλλευόμενοι τους ενσωματωμένους αλγορίθμους ορισμένων λογισμικών, είναι δυνατή η αλλαγή της γωνίας θέασης, είτε σε σχέση με τον ορίζοντα, είτε σε σχέση με το βορά. Οι δυνατότητες αυτές δίνουν την αίσθηση της υπαίθριας κατάστασης, που αφ’ ενός έχουν πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, αλλά αφ’ ετέρου πρόκειται για εικονική πραγματικότητα, η οποία αρκετές φορές δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την αληθινή εικόνα.&lt;br /&gt;
Η μεγαλύτερη προσπάθεια για την επίτευξη του καλύτερου οπτικού αποτελέσματος γίνεται στη φάση ορθοαναγωγής της εικόνας, η οποία χρησιμοποιείται για να «καλύψει» το ανάγλυφο, που δημιουργείται με βάση τις υψομετρικές τιμές των κελιών του ψηφιακού μοντέλου. Ουσιαστικά, στην τιμή κάθε κελιού ενσωματώνεται η υψομετρική πληροφορία και αυτό τοποθετείται στο απόλυτο υψόμετρο, διατηρώντας παράλληλα και την φασματική πληροφορία. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με διανυσματικά επίπεδα πληροφορίας (π.χ. ρηξιγενείς ζώνες, λιθολογικά όρια) με απώτερο στόχο τη διόρθωση και λεπτομερή αποτύπωσή τους. Μέσα σε αυτές τις δυνατότητες περιλαμβάνεται η αλλαγή της ψευδοσκίασης, με εικονική αλλαγή της θέσης της φωτεινής πηγής, που υποκαθιστά τον ηλιακό φωτισμό. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται γεωλογικά όρια, τα οποία συνήθως ταυτίζονται με γεωμορφολογικές δομές που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν σε δύο διαστάσεις και τελικά γίνεται σωστή διάκριση των τεκτονικών ρηξιτεμαχών που χρειάζονται για την προσομοίωση της μορφοτεκτονικής εξέλιξης της περιοχής. Συνολικά διακρίθηκαν 15 ρηξιτεμάχη, για κάθε ένα από τα οποία υπολογίστηκε η κίνησή του από την περίοδο του ανώτερου Τορτονίου μέχρι και σήμερα, με βάση τους σχηματισμούς που τα καλύπτουν, τα στρωματογραφικά χαρακτηριστικά τους και την κινηματική ιστορία που τους προσδίδουν τα ρήγματα που τα οριοθετούν (Σχ. 6). Στην κινηματική ιστορία του κάθε ρηξιτεμάχους συμπεριλήφθηκε το υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν κατά τη διάρκεια απόθεσης των μεταλπικών ιζημάτων αλλά και η σημερινή του θέση και μορφολογία. Για την εφαρμογή της μεθοδολογίας και την τελική μορφο-τεκτονική εξέλιξη της περιοχής χρειάστηκε να ληφθούν ορισμένες παραδοχές, που όμως κρίνεται ότι δεν μπορεί να αλλοιώσουν το τελικό αποτέλεσμα σε ότι αφορά στην σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών. Οι παραδοχές αυτές σχετίζονται με το αρχικό μορφολογικό ανάγλυφο των ρηξιτεμαχών πριν τη βύθισή τους και μετά την ανάδυσή τους από τη λεκάνη ιζηματογένεσης και κατ’ επέκταση αν ο βαθμός διάβρωσης είναι ομοιόμορφος σε ολόκληρη την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat6.gif | thumb | left | Σχήμα 6. Χάρτης τεκτονικών ρηξιτεμαχών στα οποία διακρίθηκε η περιοχή μελέτης και χρησιμοποιήθηκαν για την αναδόμησή της από το Αν. Μειόκαινο μέχρι σήμερα ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΟΡΦΟ-TEKTONIKH ΕΞΕΛΙΞΗ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκινώντας από την περίοδο του Νεογενούς, οπότε και η περίοδος της αλπικής παραμόρφωσης και τοποθέτησης των γεωτεκτονικών καλυμμάτων βρίσκεται στο τέλος της, η περιοχή αναδύεται (Σχ. 7a) και δημιουργείται το ανάγλυφο του αλπικού υποβάθρου που θα αποτελέσει στη συνέχεια τον πυθμένα της μεταλπικής λεκάνης ιζηματογένεσης (Σχ. 7b).&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια, σε χρονική περίοδο που προηγείται της απόθεσης του σχηματισμού Αμπελούζου (Ανώτερο Τορτόνιο), φαίνεται να ενεργοποιήθηκε μια εφελκυστική τεκτονική ζώνη με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, η οποία βυθίζει το ΒΔ τμήμα, σε σχέση με το ΝΑ που ανυψώνεται σχετικά (Σχ. 7c). Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των κανονικών ρηγμάτων, με κλίση προς τα ΒΔ, που συνθέτουν τη ζώνη, είναι ο διαχωρισμός του αλπικού παλαιοαναγλύφου σε δύο τμήματα. Στο ΒΔ τμήμα, που συνεχίζει να βυθίζεται κατά το Τορτόνιο, αποτίθενται οι μαργαϊκοί ορίζοντες του σχηματισμού Αμπελούζου. Το ΝΑ τμήμα που ανυψώθηκε, παραμένει εκτός της λεκάνης ιζηματογένεσης του Τορτονίου.&lt;br /&gt;
Στο τέλος της περιόδου του Ανώτερου Τορτονίου, και όσο το ΒΔ τμήμα βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και εξελισσόταν η ιζηματογένεση του σχηματισμού του Αμπελούζου, το εντατικό πεδίο που φαίνεται να αλλάζει. Τα συνιζηματογενή ρήγματα που εντοπίστηκαν στην περιοχή έχουν διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και κανονικό χαρακτήρα. Ανάλογες δομές εντοπίστηκαν και σε ορίζοντες του σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας και κατά συνέπεια το ίδιο εντατικό πεδίο συνεχίστηκε και μετά την καταβύθιση ολόκληρης της περιοχής. Η τεκτονική ζώνη που ενεργοποιήθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την καταβύθιση της περιοχής, θα πρέπει να έχει διεύθυνση εγκάρσια στη ΒΑ-ΝΔ, ώστε να επηρεάσει και τα δύο τμήματα της περιοχής, ενώ η κλίση της οφείλει να είναι προς τη λεκάνη ιζηματογένεσης, δηλαδή προς τα ΝΔ (Σχ. 7d). Η ηλικία της κίνησης προσδιορίζεται να έγινε πριν από 6,9 εκατομμύρια χρόνια  οπότε και ξεκινάει η απόθεση των ιζημάτων του σχηματισμού της Αγίας Βαρβάρας με ηλικία Μεσσήνιο.&lt;br /&gt;
Σε όλες τις παραπάνω χρονικές περιόδους παρέμειναν εκτός λεκανών ιζηματογένεσης οι κορυφές των Αστερουσίων που βρίσκονται ανατολικότερα αλλά και οι κορυφές στα ακρωτήρια Κεφάλι και Καλόγηρος, δημιουργώντας παλαιονησίδες (Σχ. 7e). Μετά το Μεσσήνιο άρχισε η σταδιακή ανάδυση της περιοχής με ταυτόχρονη αλλαγή του εντατι- κού πεδίου, το οποίο παραμένει όμως εφελκυ- στικού τύπου (Σχ. 7f). Ο κύριος άξονας παραμόρφωσης έχει (σημερινή) διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ ως ΒΒΔ-ΝΝΑ. Δημιουργούνται ρηξιγενείς ζώνες με διεύθυνση ΝΔ-ΒΑ ως ΔΝΔ-ΑΒΑ (Σχ. 7h). Την ίδια διεύθυνση έχουν άξονες πτυχών, που δημιουργήθηκαν είτε από πάρελξη κοντά σε ρηξιγενείς ζώνες, είτε από κάμψεις λόγω βαρύτητας, καθώς τα κανονικά ρήγματα που δραστηριοποιούνται είναι λιστρικού τύπου, με σχετικά μικρή κλίση και καταλήγουν στο μεγάλο ρήγμα αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, προκαλώντας τη στρέψη των ρηξιτεμαχών για την πλήρωση του κενού χώρου που δημιουργείται στο βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΘΟΔΟΥ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που παρουσιάστηκε αφορά την συνένωση αρκετών καινοτόμων κα κλασσικών τεχνικών με μοναδικό στόχο την ακριβέστερη αναπαράσταση των επιφανειακών μετακινήσεων μιας περιοχής. Η πολυπαραμετρική προσέγγιση μιας περιοχής αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα στην εφαρμογή της τεχνικής της αναδόμησης, όταν απώτερος στόχος είναι η μορφοτεκτονική εξέλιξή της. Η ακριβής αποτύπωση των στρωματογραφικών και τεκτονικών επαφών καθώς και τα χαρακτηριστικά τους, μέσω των οποίων προκύπτει η ιστορία τους, είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της μεθοδολογίας που περιγράφεται και σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η σωστή εκμετάλλευση των δεδομένων τηλεπισκόπησης καθώς και των προϊόντων που προκύπτουν από την επεξεργασία τους. Η αύξηση της χωρικής διακριτικής ικανότητας επιτρέπει την λεπτομερέστερη τοποθέτηση σημαντικών επαφών και κατά συνέπεια την ακριβέστερη διάκριση των ρηξιτεμαχών που συμμετέχουν στην παλινσπαστική διαδικασία. Η εισαγωγή των δεδομένων αυτών σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών με δυνατότητα αναγνώρισης της τρίτης διάστασης αποτελεί σημαντικότατο βήμα και πρέπει να γίνεται προσεκτικά, αφού ενδέχεται να επηρεάσει την αναδόμηση προς τις παρελθόντες περιόδους. Έτσι, κι ενώ συνεχίζεται η επανατοποθέτηση των ρηξιτεμαχών σε διαφορετικές θέσεις είτε με κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις προσαρμόζεται η κοινή, για όλη την περιοχή, επιφάνεια της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να προσομοιώνεται η σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών έχοντας ως σημείο αναφοράς την ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας. Τα τεκτονικά στοιχεία (ρήγματα, περιστροφές ρηξιτεμαχών κλπ.) δίνουν πληροφορίες για τις πιο πρόσφατες κινήσεις, ενώ τα στρωματογραφικά δεδομένα τροφοδοτούν το μοντέλο της αναπαράστασης με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δημιουργίας των σχηματισμών (βάθος απόθεσης κλπ).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat7.gif | thumb | right | Σχήμα 7. Μοντέλο μορφο-τεκτονικής εξέλιξης για την περιοχή μελέτης ]]&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα κρίνονται άκρως ικανοποιητικά αφού ανταποκρίνονται σε μεγάλο ποσοστό στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποκλίσεις από την αληθινή γεωλογική ιστορία της περιοχής. Μάλιστα, αρκετές ήταν οι φορές όπου δεν συμβάδιζαν τα δεδομένα μεταξύ τους και μετά από νέα υπαίθρια εργασία γινόταν αντιληπτό κάποιο νέο στοιχείο που είτε αφορούσε κάποιο καλυμμένο ρήγμα (και κατά συνέπεια άλλαζαν εκ νέου τα όρια των ρηξιτεμαχών), είτε κάποια λανθασμένη μέτρηση ή ακόμα και κακή εκτίμηση κάποιας επαφής. Σε γενικές γραμμές, οι παραδοχές που γίνονται σχετικά με το αρχικό ανάγλυφο αλλά και τον τρόπο δημιουργίας της σημερινής μορφολογίας κρίνονται ως αναγκαίες, καθώς δεν έχει αναπτυχθεί ικανοποιητική μεθοδολογία για τον υπολογισμό της διάβρωσης σε αντίστοιχη κλίμακα. Δε φαίνεται, πάντως, να επηρεάζεται το τελικό αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται, σε τεκτονικά ενεργές περιοχές, όπως η Κρήτη, όπου υπάρχουν σημαντικότατες κατακόρυφες και οριζόντιες κινήσεις κατά τη διάρκεια της Νεογενούς περιόδου, μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τη γεωλογική ιστορία τους. Η σύνδεση μικρότερων περιοχών σε ένα ευρύτερο γεωτεκτονικό πλαίσιο μπορεί να γεννήσει ακόμη και νέα ερωτηματικά με απώτερο στόχο τη βελτίωση των γνώσεων που έχουμε για το γεωλογικό παρελθόν και η συμμετοχή τεχνικών τηλεπισκόπησης και συστημάτων διαχείρισης γεωγραφικών πληροφοριών είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T22:02:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[http://www.tandfonline.com/doi/abs/10.1080/014311600210786 Πηγή]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Επεξεργασμένη εικόνα με ERMapper ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref3.gif]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σχέση πληθυσμού-έκτασης (α)Με τηλεπισκοπικά δεδομένα (β)Με επιτόπια δεδομένα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref5.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%AF%CF%87%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%89%CE%BA%CE%B5%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Ανίχνευση αερολυμάτων επάνω από ωκεανούς με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%AF%CF%87%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%89%CE%BA%CE%B5%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T21:57:51Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/027311779500387T Πηγή]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κύριοι στόχοι της παρούσας μελέτης είναι ο καθορισμός του οπτικού πάχους των αερολυμάτων και η διάκριση των διαφόρων τύπων αερολυμάτων με χρήση πολυφασματικών μετρήσεων της ακτινοβολίας. &lt;br /&gt;
Οι υπολογισμοί μεταφοράς ακτινοβολίας χρησιμοποιήθηκαν για την προσομοίωση τριών καναλιών του MERIS στην περιοχή του κόκκινου και του εγγύς υπέρυθρου, τα οποία είναι αφιερωμένα στην ανάκτηση αερολυμάτων. Το μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας για ένα συνδυασμένο σύστημα ατμόσφαιρας-ωκεανού είναι βασισμένο στη μέθοδο Matrix-Operator. Η υπόθεση της ύπαρξης ενός μόνον τύπου αερολυμάτων κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης του μοντέλου οδηγεί σε σφάλματα για την εκτίμηση του πάχους του στρώματός τους. Σε περιοχές όπου αναμένεται ο εντοπισμός περισσότερων του ενός τύπων αερολυμάτων, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τον εντοπισμό τους.&lt;br /&gt;
Σε γενικές γραμμές η σημασία της τηλεπισκόπησης αερολυμάτων καλύπτει δύο στόχους: τη διερεύνηση των συνεπειών στο κλίμα και την επίδραση που έχει η παρουσία τους στις ατμοσφαιρικές διορθώσεις δορυφορικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση ιδιοτήτων του εδάφους.&lt;br /&gt;
Η επίδραση των αερολυμάτων της τροπόσφαιρας στο δυναμικό της γήινης ακτινοβολίας είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας στα κλιματικά μοντέλα. Το τροποσφαιρικά αερολύματα δεν έχουν μόνο άμεσες συνέπειες στο ισοζύγιο της ακτινοβολίας μέσω της σκέδασης και της απορρόφησής της, αλλά επηρεάζουν επίσης τη φωταύγεια των νεφώσεων λειτουργώντας ως πυρήνες συμπύκνωσης (cloud condensation nuclei-CCN).&lt;br /&gt;
Η δυσχέρεια που ανακύπτει κατά την προσπάθεια συμπερίληψης των επιπτώσεων των αερολυμάτων στα κλιματικά μοντέλα, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της αβεβαιότητας ως προς την κατανόηση των φυσικών διεργασιών που συντελούν σε ανισορροπίες στο ισοζύγιο της ακτινοβολίας, αλλά επίσης της έλλειψης δεδομένων που αφορούν τις παγκόσμιες εκπομπές των αερολυμάτων. Αυτές οι πληροφορίες μπορούν μόνο να ανακτηθούν από διαστημικά συστήματα τηλεπισκόπησης.&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση του χρώματος των υδάτων των ωκεανών απαιτεί ακριβείς διορθώσεις στην επίδραση της ατμόσφαιρας στο σήμα του δορυφορικού αισθητήρα. Τα υπάρχοντα συστήματα διόρθωσης θα μπορούσαν να βελτιωθούν, εάν σε αυτά συμπεριληφθούν πληροφορίες για τους διάφορους τύπους αερολυμάτων.&lt;br /&gt;
Η νέα γενιά δορυφορικών αισθητήρων όπως οι SeaWiFS, MERIS και MODIS θα είναι εξοπλισμένη με εργαλεία και όργανα τα οποία θα εντοπίζουν τηλεπισκοπικά τα αερολύματα πάνω από ωκεανών με ακρίβεια που δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Η μελέτη αυτή περιγράφει τις δυνατότητες και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την τηλεπισκόπηση αερολυμάτων με χρήση του αισθητήρα MERIS. Τα δορυφορικά δεδομένα προσομοιώθηκαν με τη χρήση ενός ολοκληρωμένου μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Υπολογισμοί μεταφοράς ακτινοβολίας για τα κανάλια του MERIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο MERIS είναι ένα πολυφασματικό ραδιόμετρο που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση γεωφυσικών παραμέτρων με εξειδίκευση στην τηλεπισκόπηση του χρώματος των ωκεανών. Το εύρος του φάσματος θα είναι από 400nm έως 1040nm. Το ελάχιστο εύρος ζώνης είναι 2,5nm και τα κανάλια μπορούν να τοποθετηθούν ανά 1,25nm.&lt;br /&gt;
Οι ακτινοβολίες προσομοιώθηκαν με τη χρήση ενός μοντέλου που χρησιμοποιεί τη μέθοδο Matrix-Operator, για την επίλυση των εξισώσεων μεταφοράς ακτινοβολίας. Η σκέδαση και η απορρόφηση του φωτός από τα ατμοσφαιρικά αερολύματα, το φυτοπλαγκτόν και την αιωρούμενη ύλη στον ωκεανό υπολογίστηκαν με βάση τη θεωρία Mie. Η αμφίδρομη ανάκλαση της επιφάνειας των ωκεανών προσομοιώθηκε με βάση τις διαφορετικές ταχύτητες ανέμων. Είναι αδύνατον να ανακτηθεί το σύνολο των φυσικοχημικών ιδιοτήτων των αερολυμάτων αποκλειστικά με τηλεπισκοπικές μετρήσεις. Για αυτόν το λόγο χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένοι τύποι αερολυμάτων στα μοντέλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάκτηση παραμέτρων των αερολυμάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συνολική ακτινοβολία στο δορυφόρο, Lsat, πάνω από την υδάτινη επιφάνεια μπορεί να περιγραφεί από την παρακάτω σχέση:&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:aerosol1.gif]]&lt;br /&gt;
Ο πρώτος και ο δεύτερος όρος της εξίσωσης  αντιπροσωπεύουν το φως που σκεδάζεται προς το δορυφόρο από αερολύματα και ατμοσφαιρικά σωματίδια. Ο τρίτος όρος εκφράζει την επίδραση του φωτός του ηλίου. Ο όρος Lw αποδίδει την ακτινοβολία που ανακλά το νερό και ο όρος Lx όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Ο τελευταίος όρος μπορεί να εξηγηθεί φυσικά, αν υπολογιστεί το γεγονός ότι οι υπόλοιποι όροι της εξίσωσης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
Η ανάκτηση των παραμέτρων που αφορούν τα αερολύματα μπορεί να πραγματοποιηθεί αν υπολογιστεί το ποσό της ακτινοβολίας που σκεδάζεται προς το δορυφόρο από τα αερολύματα, δηλαδή μέσω του υπολογισμού του όρου La. Ο συγκεκριμένος όρος μπορεί να υπολογιστεί από τη μετρούμενη ακτινοβολία στο δορυφόρο.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των μετρήσεων οδήγησαν στην επιλογή της κατάλληλης περιοχής του φάσματος για τα κανάλια του MERIS με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών για τα αερολύματα, δηλαδή στην περιοχή του ερυθρού και του εγγύς υπέρυθρου. Εξαιτίας της υψηλής συγκέντρωσης τροποσφαιρικών αερολυμάτων κοντά στην επιφάνεια των υδάτων, τα κανάλια της απορρόφησης ατμοσφαιρικών αερίων, θα πρέπει να αποφεύγονται.&lt;br /&gt;
Τα κύρια μήκη κύματος για τα τρία κανάλια τηλεπισκόπησης αερολυμάτων είναι: 755nm, 870 ή 880nm και 1022.5nm.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάκτηση οπτικού πάχους αερολυμάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα οπτικά βάθη σε αυτή τη μελέτη είναι πάντα καθορισμένα για 550nm και για ένα ευθύ πέρασμα διαμέσου της ατμόσφαιρας. Στο διάγραμμα παρατηρείται ότι στο κανάλι των 750nm οι ακτινοβολίες εμφανίζονται στην κορυφή του διαγράμματος, ως λειτουργία του βάθους των αερολυμάτων.&lt;br /&gt;
Η αύξηση της ακτινοβολίας είναι γραμμική όταν συμβαίνει αποκλειστικά και μόνον σκέδαση του φωτός. Για αερολύματα με μεγαλύτερη απορρόφηση, όπως τα αστικά αερολύματα, αυτό δεν μπορεί να βρεθεί. Τα πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης οδηγούν σε απόκλιση της ακτινοβολίας από μία γραμμική αύξηση. Το φαινόμενο αυτό γίνεται ισχυρότερο για υψηλότερο οπτικό πάχος, όταν αυξάνεται η πιθανότητα για πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης.&lt;br /&gt;
Για τους διάφορους τύπους αερολυμάτων υπάρχει διαφορετική κλίση στις καμπύλες. Η κλίση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του συντελεστή σκέδασης, αλλά επίσης της λειτουργίας φάσης και του συντελεστή απορρόφησης. Οι ποσότητες αυτές χαρακτηρίζουν τους διάφορους τύπους αερολυμάτων. Ένας λάθος υπολογισμός του τύπου αερολυμάτων, μπορεί να οδηγήσει σε σφάλματα κατά την ανάκτηση του οπτικού πάχους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάκτηση του τύπου των αερολυμάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η επόμενη γενιά αισθητήρων στους δορυφόρους προσφέρει τη δυνατότητα ανάκτησης του είδους των αερολυμάτων μέσω της διαφορετικής φασματικής «συμπεριφοράς» του κάθε τύπου.&lt;br /&gt;
Μια απλή μέθοδος εκτίμησης για τον τύπο των αερολυμάτων είναι η χρήση του λόγου μεταξύ καναλιών. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος του οπτικού πάχους των αερολυμάτων, όταν γίνεται η παραδοχή ότι δεν υπάρχουν πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης. Η τιμή του λόγου αυτού μπορεί να υπολογιστεί με είτε βάση εμπειρικά μοντέλα, είτε μέσω της θεωρίας Mie.&lt;br /&gt;
Τα μειονεκτήματα της συγκεκριμένης μεθόδου είναι εμφανή. Τα αερολύματα δεν εμφανίζονται πάντα σε συγκεκριμένους τύπους, χωρίς προσμίξεις. Ο λόγος μεταξύ των τιμών της ακτινοβολίας δύο «αγνών» τύπων αερολυμάτων είναι πιθανόν να έχει την ίδια τιμή με την ακτινοβολία που αντιστοιχεί σε κάποιον τρίτο τύπο αερολυμάτων. Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται στην περίπτωση των αστικών αερολυμάτων. Εν τούτοις είναι αδύνατη η χρήση της μεθόδου εάν προκύψουν περισσότεροι από δύο τύποι αερολυμάτων. Επιπροσθέτως, υπάρχει μια ελαφρά εξάρτηση της τιμής του λόγου από το οπτικό πάχος, λόγω πολλαπλών φαινομένων σκέδασης. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται όταν εμπλέκονται απορροφητικά αερολύματα. Οι περιορισμοί αυτοί είναι συχνοί, όταν πρόκειται για μεθόδους που διερευνούν ξεχωριστά τον κάθε τύπο αερολυμάτων. Αυτός είναι ο λόγος που είναι χρήσιμη η ταυτόχρονη ανάκτηση.&lt;br /&gt;
Τρεις διαφορετικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν στατιστικές και ημι-στατιστικές προσεγγίσεις έχουν προταθεί για την ταυτόχρονη ανάκτηση διαφορετικών τύπων αερολυμάτων και για τον υπολογισμό του οπτικού πάχους. Όλες οι μέθοδοι είναι βασισμένες σε πίνακες οι οποίοι δημιουργήθηκαν από υπολογισμούς μεταφοράς ακτινοβολίας και εμπεριέχουν τιμές ακτινοβολίας από τα τρία κανάλια του MERIS, τα οποία με τη σειρά τους αντιστοιχούν σε τρεις συγκεκριμένους τύπους αερολυμάτων. Οι πίνακες επίσης εμπεριέχουν πληροφορίες για τις τιμές της ακτινοβολίας που εμφανίζουν διάφορες αναμίξεις μεταξύ τους, καθώς και τιμές για διάφορα οπτικά πάχη. Η ημι-στατιστική προσέγγιση αναφέρεται στο λόγο μεταξύ των τιμών της ακτινοβολίας σε δύο διαφορετικά μήκη κύματος κατά τη διαδικασία ανάκτησης, ενώ έχουν προταθεί δύο στατιστικές προσεγγίσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την εύρεση της «πλησιέστερης γειτονιάς» των τιμών της ακτινοβολίας.&lt;br /&gt;
Οι τρεις διαφορετικές μέθοδοι παρέχουν παρόμοια αποτελέσματα. Η επίδραση έστω και του παραμικρού σφάλματος κατά τη διαδικασία ανάκτησης του τύπου των αερολυμάτων είναι τόσο σημαντική, που μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία διάκρισης μεταξύ διαφορετικών τύπων.&lt;br /&gt;
Παρ’όλα αυτά, η διάκριση μεταξύ δύο τύπων αερολυμάτων με ολικό οπτικό πάχος μεγαλύτερο του 0,2, ίσως είναι δυνατή με μια ακρίβεια της τάξης του ±0,5% για το ολικό οπτικό πάχος του κάθε τύπου ξεχωριστά. Τα σφάλματα λόγω της ανεπαρκούς γνώσης των πιέσεων που επικρατούν στην επιφάνεια είναι μηδαμινά. Η διαδικασία ανάκτησης αερολυμάτων απαιτεί ακρίβεια στον καθορισμό της πίεσης της επιφάνειας μεταξύ 12 και 50hPa, ανάλογα με τη γεωμετρία λήψης.&lt;br /&gt;
Για χρηστικούς λόγους, οι πίνακες θα πρέπει να συμπληρωθούν με τιμές ακτινοβολίας που αντιστοιχούν σε φυσικές μεταβλητές ατμοσφαιρικών συνθηκών και συνθηκών που επικρατούν στους ωκεανούς, καθώς και μεταβλητές που αντιστοιχούν στις διάφορες γεωμετρίες παρατήρησης. Μολαταύτα, αυτή η πρώιμη μελέτη επιδεικνύει τις δυνατότητες της ανάκτησης αερολυμάτων με τη χρήση του εργαλείου MERIS.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η νέα γενιά αισθητήρων (ειδικά ο αισθητήρας MERIS) θα βελτιώσει τις δυνατότητες της τηλεπισκόπησης των ιδιοτήτων των αερολυμάτων πάνω από τους ωκεανούς. Για την ανάκτηση των αλγορίθμων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης καθώς και η αλληλεπίδραση μεταξύ της σκέδασης αερολυμάτων και λοιπών πυρήνων. Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητα στοιχεία που αφορούν την τραχύτητα των ωκεανών, την πίεση στην επιφάνεια και την υγρασία της ατμόσφαιρας. Τα περισσότερα από αυτά τα μεγέθη θα πρέπει να εκτιμηθούν από μετρήσεις άλλων εργαλείων του ENVISAT. Παρόλο που ο MERIS παρέχει μετρήσεις για την τηλεπισκόπηση της πίεσης της επιφάνειας και την υγρασία, η ακρίβειά του θα πρέπει να πιστοποιηθεί.&lt;br /&gt;
Περαιτέρω ενέργειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στην πιστοποίηση των τύπων αερολυμάτων μέσω ρεαλιστικών στοιχείων που αφορούν τα αερολύματα και της εξάρτησης των ιδιοτήτων των αερολυμάτων από την υγρασία. Διεθνείς μελέτες όπως το Πείραμα για τον Χαρακτηρισμό Αερολυμάτων (Aerosol Characterization Experiment) θα βοηθήσουν στη διαδικασία σύνδεσης των φυσικοχημικών με τις οπτικές ιδιότητες των αερολυμάτων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T21:54:51Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0269857905800401 Πηγή]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σημασία της χρήσης τηλεπισκοπικών τεχνικών για τον εντοπισμό διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις έχει διερευνηθεί πολλάκις στο παρελθόν. Έχει αποδειχθεί ότι το αερομεταφερόμενο ραντάρ πλάγιας λήψης (Side-looking airborne radar- SLAR) μπορεί να παρέχει εντοπισμό σε πρωτογενές επίπεδο ελαιόμορφων στόχων από αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων. Η παρουσία πετρελαίου μπορεί στη συνέχεια να επιβεβαιωθεί με έρευνα από μικρή απόσταση, με τη χρήση ενός συνδυαστικού γραμμικού σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους.&lt;br /&gt;
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ανησυχία για τα επίπεδα ρύπανσης στη Βόρεια Θάλασσα και μέσω της σύγκλησης της Διεθνούς Διάσκεψης για την Προστασία της Βόρειας Θάλασσας, τα παράκτια κράτη έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις προσπάθειες για την παρακολούθηση και τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρύπανση από παράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης και παραγωγής πετρελαίου έχει τεθεί υπό ενδελεχή έλεγχο. Το γεγονός αυτό δεν εκπλήσσει, καθώς έχουν προηγηθεί ατυχήματα, όπως η έκρηξη στο Ekofisk που προκάλεσε τη διαφυγή μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου στη θάλασσα, που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Ευτυχώς, τέτοιας κλίμακας ατυχήματα είναι σπάνια, όμως μικρού μεγέθους διαρροές συμβαίνουν συχνότερα και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι χειριστές είναι υποχρεωμένοι να τις αναφέρουν άμεσα στο Υπουργείο Ενέργειας. Επιπροσθέτως, το πετρέλαιο μπορεί να διαφύγει στη θάλασσα ως αποτέλεσμα βιομηχανικών διεργασιών, όμως έχουν τεθεί αυστηρά όρια για την περιεκτικότητα σε έλαια οποιασδήποτε απόρριψης από το Υπουργείου Ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εντοπισμός πετρελαίου με τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκεκριμένη έρευνα στη Βόρεια Θάλασσα από τη Μονάδα Ελέγχου Θαλάσσιας Ρύπανσης (MPCU) του Υπουργείου μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν το Maritime Surveillance System (MSS) που κατασκευάστηκε από τη Σουηδική Εταιρία Διαστήματος (SSC). Το MSS περιλαμβάνει ένα SLAR και έναν συνδυαστικό γραμμικό σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους (IR/UVLS). Λεπτομερής περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών των αισθητήρων δίνεται στον Πίνακα 1.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Τεχνικά Χαρακτηριστικά SLAR και IR/UVLS ]] &lt;br /&gt;
Ο SLAR προοριζόταν για την ανίχνευση πετρελαίου από μεγάλη απόσταση, ενώ το IR/UVLS ακολούθως για την παροχή πληροφοριών για τις ακριβείς διαστάσεις των κηλίδων και την εκτίμηση της ποσότητας του πετρελαίου.&lt;br /&gt;
Από την αξιολόγηση της χρήσης του SLAR, προέκυψε ότι είναι καλύτερα ταιριαστός για τον εντοπισμό σχετικά μεγάλων κηλίδων (μεγαλύτερων από 5km x 5km). Οι κηλίδες που προέρχονταν από παράκτιες εγκαταστάσεις αναμενόταν να είναι σχετικά περιορισμένες σε πλάτος και καθώς η χωρική ανάλυση του SLAR ήταν 75 μέτρα, υπήρχε αμφιβολία για το κατά πόσο θα μπορούσαν να ανιχνευθούν με τη χρήση του SLAR. Επιπροσθέτως, ο SLAR ανιχνεύει τις πετρελαιοκηλίδες μετρώντας τις μεταβολές στην τραχύτητα των επιφανειών. Επομένως, υπήρχε η πιθανότητα άλλες παράκτιες δραστηριότητες να επηρεάσουν την τραχύτητα της επιφάνειας των υδάτων και έτσι οι μετρήσεις του SLAR να μην είναι ακριβείς. Το πρώτο στάδιο της εργασίας ήταν, λοιπόν, η αξιολόγηση της χρήσης του SLAR για τον εντοπισμό των πετρελαιοκηλίδων στην περιοχή, μέσω της ανάλυσης των αποτελεσμάτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Έρευνα SLAR'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς το αεροσκάφος πετούσε κατά μήκος της περιοχής μελέτης, ο χειριστής παρακολουθούσε την οθόνη με σκοπό να εντοπίσει οποιονδήποτε στόχο που προσομοιάζει σε κηλίδα. Αυτοί οι στόχοι εμφανίζονταν ως μαύρες περιοχές σε γκρι φόντο (Εικόνα 1). Όταν εντοπιζόταν ένας στόχος, ο χειριστής τον σημείωνε με αποτέλεσμα η θέση του στόχου να εμφανίζεται στο κουτί των δεδομένων, στο κάτω μέρος της οθόνης. Ακολούθως, ο SLAR χρησιμοποιείτο για την περαιτέρω εξέταση του στόχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Μελέτη με IR/UVLS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφότου ο στόχος είχε ανιχνευθεί από τον SLAR, ακολουθούσε η μελέτη με χρήση IR/UVLS. Οι έρευνες IR/UVLS πραγματοποιούνταν υπό κανονικές συνθήκες από ύψος 305 μέτρων (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάλυση των εικόνων'''&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Εντοπισμός Ελαιώδους Στόχου μέσω SLAR ]]&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα από τους αισθητήρες καταγράφηκαν σε ψηφιακές κασέτες, όπου αναλύθηκαν με τη χρήση του Data Evaluation Terminal (DET) που αναπτύχθηκε από την SSC. Το DET επιτρέπει την αναπαραγωγή των κασετών σε ταχύτητα πέντε φορές μεγαλύτερη της ταχύτητας λήψης, χωρίς απώλειες στην ποιότητα της εικόνας. Ο όγκος του πετρελαίου σε κάθε κηλίδα υπολογίστηκε με μέτρηση των περιοχών των κηλίδων με στις υπέρυθρες και στις υπεριώδεις εικόνες. &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil3.gif | thumb | right | Εικόνα 2 Έρευνα IR/UVLS Ελαιώδους Στόχου ]]&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συζήτηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Εντοπισμός πετρελαίου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Εικόνα 1 αναδεικνύει τη δυνατότητα του SLAR να εντοπίζει μακρόστενες κηλίδες σε μικρή απόσταση από παράκτιες εγκαταστάσεις, σε αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο SLAR είχε τη δυνατότητα να εντοπίζει κηλίδες, ακόμα και σε περιπτώσεις που η έρευνα με χρήση IR/UVLS έδειξε ότι εμπεριείχαν πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου. Για παράδειγμα, στην Εικόνα 3 απεικονίζει έναν ελαιώδη στόχο σε μικρή απόσταση από εγκατάσταση. Η έρευνα IR/UV έδειξε ότι εντοπίστηκε πετρέλαιο μόνο στο υπεριώδες και όχι στο υπέρυθρο, γεγονός που συνεπάγεται ότι η απόρριψη αποτελείτο από ένα λεπτό στρώμα. Αναμενόμενα, επίσης, οι κηλίδες εντοπίζονταν ευκολότερα από τον SLAR όταν αποτελούνταν από παχύ στρώμα πετρελαίου και απείχαν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα από την πορεία του αεροσκάφους.&lt;br /&gt;
Περιστασιακά, υπήρξαν ελαιώδεις στόχοι που εντοπίστηκαν από τον SLAR, αλλά η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα IR/UVLS. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της έρευνας IR/UVLS, καθώς η έρευνα του SLAR δεν είναι επαρκής για την ταυτοποίηση των στόχων. Ευτυχώς, οι στόχοι αυτοί δεν εμφανίζονταν συχνά.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil4.gif | thumb | center | Εικόνα 3 (α) Εντοπισμός πετρελαιοκηλίδας λεπτού πάχους ]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil5.gif | thumb | center | Εικόνα 3 (β) Εντοπισμός πετρελαιοκηλίδας λεπτού πάχους ]]&lt;br /&gt;
*'''Αριθμός και μέγεθος ελαιωδών στόχων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πτήσεις πραγματοποιήθηκαν σε μηνιαία βάση και είχαν συνολική διάρκεια 154 ωρών από τον Οκτώβριο του 1986 έως το Σεπτέμβριο του 1987. Κατά τη διάρκεια αυτή, εντοπίστηκαν συνολικά 34 ελαιώδεις στόχοι μέσω του SLAR, εκ των οποίων οι 23 ελέγχθηκαν με IR/UVLS. Οι 21 από αυτούς πιστοποιήθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο. Όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 2, οι περισσότεροι περιείχαν ποσότητες μικρότερες των 100 λίτρων, ενώ μόνο ένας περιείχε ποσότητα που ξεπερνούσε τα 1000 λίτρα. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι ο έλεγχος για τις συγκεντρώσεις σε πετρέλαιο των απορρίψεων από τις πλατφόρμες είναι μεγάλος. Παρά τις μικρές συγκεντρώσεις, ο έλεγχος έδωσε κίνητρο στους χειριστές να βελτιώσουν την αναφορά των κηλίδων. Ως αποτέλεσμα των διαρκών ελέγχων αυξήθηκε ο αριθμός των αναφορών ύπαρξης κηλίδων στο Υπουργείο Ενέργειας.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil6.gif | thumb | center | Πίνακας 2 Έρευνα με αισθητήρα SLAR ]]&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Η αερομεταφερόμενη επίβλεψη-παρατήρηση με χρήση αισθητήρων SLAR και IR/UVLS μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποτελεσματικό εντοπισμό απορρίψεων πετρελαίου από παράκτιες εγκαταστάσεις.&lt;br /&gt;
*Κατά τη διάρκεια των 154 ωρών πτήσης, εντοπίστηκαν 34 ελαιώδεις στόχοι εκ των οποίων 21 επιβεβαιώθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο.&lt;br /&gt;
*Οι περισσότερες κηλίδες  περιείχαν ποσότητες πετρελαίου μικρότερες των 100 λίτρων.&lt;br /&gt;
*Οι διαρκείς έλεγχοι αυξάνουν τον αριθμό των αναφορών εμφάνισης πετρελαιοκηλίδων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1</id>
		<title>Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1"/>
				<updated>2012-03-04T21:47:04Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;[http://www.sciencedirect.com/science/article/pii/S0301479708000406 Πηγή]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η μελέτη στοχεύει στον έλεγχο της καταλληλότητας της τηλεπισκόπησης ως μεθόδου για την ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης υδατικών πόρων και την παραγωγή οικονομικών μεθόδων για τη συλλογή ευρείας κλίμακας δεδομένων που σχετίζονται με το βαθμό εξάπλωσης ζιζανίων και οπτικών παραμέτρων που συνδέονται με την κατάσταση των υδατικών πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά δορυφορικά δεδομένα και βοηθητικά δεδομένα από το επίπεδο του εδάφους για την παραγωγή χαρτών κάλυψης γης, μέσω τεχνικών ταξινόμησης, και χάρτες σύστασης των υδάτων, εφαρμόζοντας μοντέλα ακτινοβολίας. Η συγκεκριμένη εργασία που προτάθηκε μέσα από το πλαίσιο της συνεργασίας του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών (μέσω του Πανεπιστημίου της Ρώμης) και Κενυατικών Αρχών πραγματοποιήθηκε στο Κενυατικό τμήμα της λίμνης Βικτώρια. Η λίμνη αυτή είναι ένας από τους μεγαλύτερους υδροφορείς του κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η ανθρωπογενής δραστηριότητα διατάραξαν την ισορροπία της βιοποικιλότητας.&lt;br /&gt;
Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να οριστούν τα θεματικά προϊόντα που μπορούν να ανακτηθούν από δορυφορικές εικόνες, όπως χάρτες αφθονίας ζιζανίων και συγκεντρώσεων συστατικών των υδάτων. Τα προϊόντα αυτά, όταν παράγονται με την κατάλληλη συχνότητα, είναι χρήσιμα για την αναγνώριση προϋποθέσεων που συνεπάγονται εμφάνιση επικίνδυνων γεγονότων όπως ο ασυνήθης πολλαπλασιασμός μακρόφυτων και για την ανάπτυξη ενός ενημερωμένου συστήματος υποστήριξης το οποίο εφαρμόζεται για μια συνολική διαχείριση περιβαλλοντικών πόρων. &lt;br /&gt;
Η Κένυα αντιμετωπίζει μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση υδατικών πόρων, που περιλαμβάνουν την αύξηση του πληθυσμού, την έλλειψη νερού, τη μεταβλητότητα του κλίματος, την υποβάθμιση και τη μόλυνση των υδροφορέων και την εξαφάνιση ειδών. Ο πολλαπλασιασμός επιδημικών φυτών και ειδών ζώων στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων ειδών ψαριών και υδρόβιων φυτών, αποτελεί ζήτημα ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα προβλήματα που προέρχονται από την υπέρμετρη αύξηση υδρόβιων φυτών είναι ότι:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Παρεμβαίνουν σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία και η ναυτιλία&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν ή παρεμβαίνουν στην ισορροπία του πληθυσμού των ψαριών&lt;br /&gt;
*Συντελούν σε θανάτους ψαριών λόγω δημιουργίας αναερόβιων συνθηκών&lt;br /&gt;
*Συμβάλλουν στη δημιουργία ελών&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν τη ροή των υδάτων σε τάφρους αποστράγγισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση-Ιστορικό'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αξιοποιηθεί πολλοί δορυφορικοί αισθητήρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών για την κάλυψη γης και τη μελέτη της βιολογικής δραστηριότητας που σημειώνεται εντός των υδάτινων μαζών. Τα προϊόντα της τηλεπισκόπησης προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, την εκτίμηση αποθεμάτων (π.χ. ζιζάνια), περιβαλλοντικών κινδύνων, τον χαρακτηρισμό της τοπικής πανίδας, και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού.&lt;br /&gt;
Αρκετοί αισθητήρες χαρακτηρίζονται από φασματική και χωρική ανάλυση οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την εφαρμογή για τη χαρτογράφηση κάλυψης  γης, ενώ μόλις λίγοι προσφέρουν έναν σωστό χωρικό-φασματικό συνδυασμό για να εξασφαλιστεί η φασματική διάκριση των διαφορετικών εδαφών και των ειδών βλάστησης. Διάφορες μελέτες (Cohen και Spies, 1992? Ekstrand, 1994? Gallant et al, 2005?. Wickham et al, 2004a, b?. Giri et al, 2003?.. Huang et al, 2003) ασχολούνται με την μελέτη της κάλυψης γης και τις ιδιότητες των δασών μέσω δορυφορικών δεδομένων με την εφαρμογή συμβατικών αλγορίθμων ταξινόμησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκοπικά δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε αυτή τη μελέτη τα δεδομένα ETM+ χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση και την αναγνώριση ειδών ζιζανίων, ενώ οι εικόνες ASTER (λόγω του μειωμένου αριθμού των διαθέσιμων φασματικών καναλιών) χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την ανίχνευση της έκτασης που καλύπτουν τα φυτά στη λίμνη. Η υψηλή φασματική ανάλυση της εικόνας MERIS χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση των συστατικών του νερού. (Πίνακας 1)&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Χαρακτηριστικά αισθητήρων ]]   &lt;br /&gt;
Η διάκριση των διαφόρων ειδών βλάστησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 2 εικόνων ETM+ (17 Δεκεμβρίου, 1999 και 12 Μαΐου, 2001) οι οποίες διορθώθηκαν ατμοσφαιρικά με εφαρμογή λογισμικού 6S, ενώ οι εικόνες ASTER που ελήφθησαν κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2006 χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της πρόσφατης μεταβολής της έκτασης που καλύπτεται από ζιζάνια. Επειδή το εύρος των εικόνων ASTER δεν αρκεί να καλύψει ολόκληρο τον κόλπο Winan, αναλύθηκαν δύο τμήματα του κόλπου, για τα οποία καλύφθηκαν από τουλάχιστον τέσσερις εικόνες ASTER. Δεδομένα από τον MERIS χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των οπτικών ιδιοτήτων του κόλπου Winam, με σκοπό να καθοριστούν οι συγκεντρώσεις των συστατικών στο νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση υδρόβιων ζιζανίων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι της διαδικασίας χαρτογράφησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη ζιζανίων που πλέουν στην επιφάνεια της λίμνης μέσω των φασματικών τους χαρακτηριστικών. Για αυτόν το σκοπό ορίστηκαν δύο βήματα της διαδικασίας. &lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα αντιπροσωπεύεται από μια απλή παραμετρική ταξινόμηση (αλγόριθμος ελάχιστης απόστασης) , που εφαρμόστηκε στα δεδομένα για να αναγνωριστούν οι μεγάλες καλυμμένες επιφάνειες που αφορούν τον κόλπο Winam. Τα επιλεγμένα είδη επιφάνειας είναι:&lt;br /&gt;
*Αναδυόμενη παραποτάμια και πλεούμενη βλάστηση&lt;br /&gt;
*Διάσπαρτα πλεούμενα υλικά&lt;br /&gt;
*Νερό&lt;br /&gt;
*Έδαφος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία κατάτμησης που εφαρμόστηκε στις εικόνες Landsat ETM+ και ASTER βοήθησε στην απομόνωση των πλεούμενων μακρόφυτων με σκοπό την ανάδειξη της εξέλιξης των ζιζανίων κατά τα τελευταία 6 χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά το δεύτερο βήμα οι εικόνες χωρίζονται σε κλάσεις και επιλέγεται η κλάση της πλεούμενης βλάστησης. Η κλάση αυτή αναλύθηκε για να διακριθούν τα διάφορα είδη ανάλογα με τη φασματική συμπεριφορά όπως παρατηρήθηκαν από την επιτόπια μελέτη. Για αυτόν το σκοπό εφαρμόστηκε μια ανάλυση σε υποεικονοστοιχεία για να εκτιμηθεί, για κάθε εικονοστοιχείο, τι ποσοστό του καθενός ανήκει σε διαφορετικά είδη ζιζανίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χάρτες συστατικών των υδάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι χάρτες συγκεντρώσεων των συστατικών του νερού κατασκευάστηκαν με χρήση ενός βίο-οπτικού μοντέλου (καθορίζει τις οπτικές ιδιότητες των βασικών συστατικών του νερού και τις συνδέει με τις οπτικές ιδιότητες του σώματος του νερού) και ενός μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας (το οποίο συνδέει τις οπτικές ιδιότητες του νερού με τη ραδιομετρία). Η ένωση των δύο μοντέλων επιτρέπει την εκτίμηση της ραδιομετρικής ποσότητας σε σχέση με την αφθονία των συστατικών των υδάτων και τις ιδιότητές τους ως προς την απορρόφηση και τη σκέδαση της ακτινοβολίας. Στη συνέχεια, μέσω μιας απλής αντίστροφης διαδικασίας, είναι δυνατό να ανακτηθούν τα ποσά των συγκεντρώσεων των συστατικών από μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis2.gif | thumb | right | Εικόνα 1(α) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis3.gif | thumb | right | Εικόνα 1(β) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]]&lt;br /&gt;
'''Έλεγχος μοντέλου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα διαφορετικά βήματα της επεξεργασίας των δεδομένων (ατμοσφαιρικές διορθώσεις και άλλες προεπεξεργασίες, επιτόπια επεξεργασία δεδομένων, παραμετροποίηση μοντέλου κλπ) δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση της αβεβαιότητας των τελικών αποτελεσμάτων. Για αυτό το λόγο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιμέρους βήματα επικύρωσης-ελέγχου, τα οποία περιλαμβάνουν βιο-οπτικό και θεματικό έλεγχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Έλεγχος προεπεξεργασίας&lt;br /&gt;
Η ατμοσφαιρική διόρθωση της εικόνας MERIS επικυρώθηκε με μέσω σύγκρισης με αντίστοιχες ποσότητες που μετρήθηκαν τοπικά μέσω ASD. Για την πραγματοποίηση της σύγκρισης, εξήχθη η μέση τιμή ένος τετραγώνου 3x3 εικονοστοιχείων, επικεντρωμένου στην περιοχή της επιτόπιας μέτρησης για να ληφθούν υπόψιν πιθανές τοπικές αναμίξεις υδάτων. Η διαφορά ανάμεσα στη μέτρηση από το επίπεδο του εδάφους και στην ένδειξη του δορυφόρου θα μπορούσε πιθανόν να ευθύνεται για &lt;br /&gt;
τη ατελή ταύτιση των συγκρινόμενων φασμάτων.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σύγκριση μεταξύ φασμάτων ]]&lt;br /&gt;
*Βιο-οπτικός έλεγχος&lt;br /&gt;
Επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επιτόπιας μέτρησης των συντελεστών απορρόφησης και σκέδασης, ακολουθήθηκε ένα έμμεσο μοντέλο επικύρωσης, προσομοιώνοντας τις μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες με λογισμικό Hydrolight, χρησιμοποιώντας ως εισόδους τις οπτικές ιδιότητες των συστατικών των υδάτων και τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στο εργαστήριο. Τα προσομοιωμένα φάσματα συγκρίθηκαν με επιτόπιες μετρήσεις ραδιομετρικών ποσοτήτων. Ένας ανάλογος έμμεσος έλεγχος πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας το αντίστροφο μοντέλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis5.gif | thumb | right | Εικόνα 3 Χάρτης συγκεντρώσεων συστατικών ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis6.gif | thumb | left | Εικόνα 4 Σύγκριση μεταξύ μετρούμενων και εργαστηριακά υπολογισμένων συγκεντρώσεων ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος που περιγράφηκε εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα τμήμα της λίμνης Βικτώρια της Κένυα (Κόλπος Winam), για την οποία η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται μια σοβαρή πρόκληση λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, της λειψυδρίας, της μεταβλητότητας του κλίματος και της υποβάθμισης των υδατικών πόρων και της ρύπανσης των υδάτων. Ένα κατάλληλο σύστημα ταξινόμησης που εφαρμόστηκε σε ένα ζευγάρι εικόνων ΕΤΜ, λαμβάνοντας υπόψη τα φασματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, επιτρέπει τη διάκριση μερικών από τα υδρόβια φυτά που υπάρχουν στη λίμνη. Το απλοποιημένο μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας του νερού που εφαρμόστηκε σε μια εικόνα MERIS, η οποία ελήφθη κοντά στην περιοχή, επιτρέπει την εκτίμηση για τα συστατικά που υπάρχουν στα ύδατα. Η σύγκριση αυτών των πληροφοριών με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων νερού που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δείχνει μια γενικά καλή αντιστοιχία. Μια χρονοσειρά εικόνων ASTER επιτρέπει την ανάδειξη του πώς ο πολλαπλασιασμός των ζιζανίων στη λίμνη, μετά τις χαμηλές τιμές της περιόδου 2001-2004, ήταν υψηλός και άστατος κατά τα έτη 2005 και 2006. Μια χρονοσειρά εικόνων MERIS απαιτήθηκε επίσης για την ανάλυση της χρονικής διακύμανσης των της συγκέντρωσης των ρύπων του νερού ώστε να αποσαφηνιστεί η συσχέτιση μεταξύ της διάδοσης των ζιζανίων και των συστατικών του νεού. Αυτό θα μπορούσε να να είναι μέρος μιας επόμενης μελέτης. Παρ’όλα αυτά, τα αποτελέσματα, επιβεβαιώνουν ότι οι περιοχές με υψηλή συγκέντρωση των ιζημάτων ταιριάζουν με την εμφάνιση ζιζανίων. Αφότου αποκτηθούν σημαντικά δορυφορικά δεδομένα, γίνεται  σαφές ότι ο ρόλος αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικός στην υποστήριξη ενός συστήματος λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Επιπλέον, η αντανάκλαση στο περιβάλλον οποιασδήποτε δράσης που έχει αναληφθεί για τον περιορισμό της υποβάθμισής του μπορεί να ελεγχθεί με έναν σχετικά απλό και οικονομικό τρόπο.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0.</id>
		<title>Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηέπισκόπησης και Γ.Σ.Π.</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0."/>
				<updated>2012-03-04T21:18:40Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΤΟΧΟΣ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα προϊόντα της ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων τηλεπισκόπησης αποτελούν, εδώ και χρόνια, σημαντικά εργαλεία για τη χαρτογράφηση γεωλογικών σχηματισμών και μορφοτεκτονικών δομών. Με τις σύγχρονες τεχνικές ορθοαναγωγής, ταύτισης και συγχώνευσης εικόνων, ακόμη κι αν προέρχονται από συστήματα με διαφορετικά γεωμετρικά και φασματικά χαρακτηριστικά, παράγονται εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της ακρίβειας σε μεγάλης κλίμακας γεωλογική χαρτογράφηση. Η λεπτομερέστερη αποτύπωση των γεωλογικών επαφών βοηθάει στη δημιουργία τρισδιάστατων μπλοκ διαγραμμάτων, απεικονίζοντας το υφιστάμενο μορφοτεκτονικό καθεστώς της υπό έρευνα περιοχής. Βασικό στόχο αποτελεί η μοντελοποίηση των σχετικών κινήσεων των ρηξιτεμαχών από τα οποία συντίθεται η περιοχή, όσο το δυνατόν πιο πίσω στο χρόνο, με αποτέλεσμα την εκτίμηση της αρχικής κατάστασης από την οποία προήλθε η σύγχρονη δομή. Η διαδικασία προϋποθέτει τη σταδιακή μορφολογική, στρωματογραφική και τεκτονική αναδόμηση της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης του χρόνου και οδηγώντας στην ανάλυση της μορφοτεκτονικής εξέλιξής της. Η περιοχή των δυτικών Αστερουσίων προσφέρεται για τέτοιου είδους ανάλυση λόγω της παρουσίας της ασυμφωνίας των μεταλπικών σχηματισμών στο αλπικό υπόβαθρο, καθώς και πλήθους εφελκυστικών ρηξιγενών ζωνών που έχουν διαρρήξει πρόσφατα την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΕΙΣΑΓΩΓΗ''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η οροσειρά των Αστερουσίων, με διεύθυνση Α-Δ, αποτελεί το νοτιότερο όριο της Κρήτης προς το Λιβυκό πέλαγος. Οριοθετεί προς νότο την Τεταρτογενή λεκάνη της Μεσσαράς, της οποίας η γεωλογική – γεωμορφολογική ιστορία συνδέεται άμεσα με τη δράση ρηγμάτων απο- κόλλησης, καθώς αναπτύσσεται στην κορυφή του κατερχόμενου ρηξιτεμάχους ενός κανονικού ρήγματος με μικρή κλίση προς νότο. Η θραυσιγενής παραμόρφωση που παρατηρείται σε αυτού του είδους τις λεκάνες είναι ένα θέμα που απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια, οπότε και έγινε ευρύτερα αποδεκτή η θεωρία των ρηγμάτων αποκόλλησης ως των κυρίων μορφών έκφρασης εφελκυσμού και λέπτυνσης του φλοιού σε περιοχές σύγκλισης τεκτονικών πλακών. Η μελέτη της ιστορίας της παραμόρφωσης στο κατερχόμενο τέμαχος του ρήγματος αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, με τη μέθοδο της μορφοτεκτονικής αναδόμησης, αποτελεί τον κύριο στόχο της παρούσης εργασίας. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε μεγάλη λεπτομέρεια και ακρίβεια στην αποτύπωση των τεκτονοστρωματογραφικών στοιχείων, ιδιαίτερα των σχηματισμών που αποτέθηκαν μετά αλλά και κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας της συγκεκριμένης επιφάνειας αποκόλλησης. Η υπαίθρια εργασία πλαισιώθηκε από μεθοδολογία που περιλάμβανε τεχνικές τηλεπισκόπησης για την όσο το δυνατό λεπτομερέστερη και ακριβέστερη γεωλογική χαρτογράφηση και στη συνέχεια παρουσίαση των δεδομένων σε τρεις διαστάσεις μέσω διαδικασιών και αλγορίθμων που συμπεριλαμβάνονται σε Συστήματα επεξεργασίας Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat1.gif | thumb | right | Σχήμα 1. Γεωγραφική θέση της ευρύτερης περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που επιλέχθηκε για την εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται παρακάτω, αποτελεί το δυτικότερο τμήμα του γεωλογικού χάρτη 1:50.000, φύλλο Αντισκάρι, που έχει εκδοθεί από το Ι.Γ.Μ.Ε.. Η επιλογή της έγινε λόγω της έντονης παρουσίας μεταλπικών σχηματισμών εκτός των ορίων της σημερινής λεκάνης της Μεσσαράς, γεγονός που δεν συμβαίνει σε κάποιο άλλο σημείο, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου τεκτονισμού που εκφράζεται μέσω της συστηματικής στρέψης ρηξιτεμαχών γύρω από άξονα διεύθυνσης ΒΑ-ΝΔ. Η ήδη υπάρχουσα χαρτογράφηση αποτέλεσε τη βάση για την λεπτομερέστερη αποτύπωση των τεκτονικών και στρωματογραφικών επαφών σε χάρτες μεγαλύτερης κλίμακας (1:5.000). Η περιοχή που αναδομήθηκε εκτείνεται από τον αρχαιολογικό χώρο του Κομού (στα βόρεια των Ματάλων) μέχρι το χωριό Καλοί Λιμένες (Σχ. 1) και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάτμησης που έχει προκληθεί από πρόσφατο εντατικό πεδίο, καθώς παρατηρούνται γεωμορφολογικές δομές (κατά βάθος διάβρωση, μορφολογικές ασυνέχειες, κεκλιμένες επιφάνειες επιπέδωσης, κλπ) που αντιστοιχούν σε ενεργή περιοχή. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύνολο απo ρηξιτεμάχη που έχουν κινηθεί σχεδόν ανεξάρτητα και διαχωρίζονται από μικρές ή μεγάλες ρηξιγενείς ζώνες, οι οποίες και τα οριοθετούν. Η σημερινή τοποθέτησή τους αποτελεί την αρχική κατάσταση από την οποία ξεκινά η εφαρμογή 96 της μεθοδολογίας και κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη η ακριβής γεωλογική χαρτογράφηση. Γενικά, στην περιοχή μεταξύ Κομού και Καλών Λιμένων εμφανίζονται μεταλπικοί σχηματισμοί Μειοκαινικής ηλικίας να καλύπτουν ασύμφωνα το αλπικό υπόβαθρο, το οποίο δομούν αρκετές αλπικές ενότητες. Για τις ανάγκες της παρούσης εργασίας το αλπικό υπόβαθρο θεωρήθηκε ενιαίο (Σχ. 2). Οι μεταλπικοί σχηματισμοί που το καλύπτουν ασύμφωνα περιγράφονται στη συνέχεια σε συντομία:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αμπελούζου (Τορτόνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην περιοχή που περιγράφεται εντοπίζονται τα ανώτερα μέλη του σχηματισμού Αμπελούζου να καλύπτουν απ’ ευθείας το αλπικό υπόβαθρο. Πρόκειται για αποθέσεις βαθιάς θάλασσας, ηλικίας Ανώτερου Τορτονίου, με πολύ καλά στρωμένες μάργες, άμμους και ψαμμίτες να περιλαμβάνουν απολιθώματα Pecten, Clypeaster, Lithothamnium και Ostrea. Ο πιο χαρακτηριστικός ορίζοντας του σχηματισμού είναι αυτός με τη “θανατοκοινωνία” των Ostrea, ο οποίος βρίσκεται λίγα μέτρα επάνω από την ασυμφωνία με τα αλπικά πετρώματα και ακριβώς κάτω από την ασυμφωνία με τους ορίζοντες του υπερκείμενου σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας. Το πάχος του ορίζοντα δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο, ενώ συναντάται μόνο στο βόρειο τμήμα της περιοχής ενδιαφέροντος, αφού μόνο εκεί υπάρχει εμφάνιση του σχηματισμού Αμπελούζου. Στο νότιο τμήμα παρατηρείται απουσία του σχηματισμού αυτού γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής στην περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αγ. Βαρβάρας (Μεσσήνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε όλη τη περιοχή μελέτης παρατηρήθηκαν τα ιζήματα του σχηματισμού Αγίας Βαρβάρας, τα οποία έχουν ηλικία Μεσσήνιο. Αποτελούνται, γενικά, από βιοκλαστικούς ασβεστόλιθους των οποίων η απόθεση άρχισε την περίοδο του Ανώτερου Τορτονίου – Μεσσηνίου. Τα κατώτερα τμήματα της ακολουθίας αποτελούνται από αναμιγμένα κλαστικά προϊόντα αποσάθρωσης με ανθρακικής σύστασης αποθέσεις μικρού θαλάσσιου βάθους. Αυτοί οι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι βρίσκονται σε ασυμφωνία όχι μόνο με τα υποκείμενα στρώματα του σχηματισμού Αμπελούζου αλλά και με τις αλπικές ενότητες τις οποίες καλύπτουν απ’ ευθείας&lt;br /&gt;
στην κεντρική και νότια περιοχή. Σύμφωνα με χρονολόγηση της επαφής του με τον υποκείμενο σχηματισμό Αμπελούζου, άρχισε να αποτίθεται πριν από 6,941 Ma. Η ασυμφωνία με τις υποκείμενες ενότητες συνδυάζεται τις περισσότερες φορές με την ύπαρξη κροκαλοπαγούς, άλλοτε με μικρές και άλλοτε με μεγάλες κροκάλες, ποικίλης σύστασης και πάχους που δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Συχνά απαντούν τα απολιθώματα Lithothamnium, Clypeaster, Pecten.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat2.gif | thumb | right | Σχήμα 2. Ψευδοτρισδιάστατος γεωλογικός χάρτης της περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ψηφιακά δεδομένα τηλεπισκόπησης που υπήρχαν διαθέσιμα για περαιτέρω επεξεργασία ώστε να είναι δυνατή η ανάδειξη τεκτονικών δομών και τα όρια των επιφανειακών εμφανίσεων των διαφόρων λιθολογιών, αφορούν πολυφασματικές δορυφορικές εικόνες LANDSAT-7/ETM+, SPOT-4, IKONOS-2 καθώς και μωσαϊκό παγχρωματικών ορθοφωτογραφιών. Η επεξεργασία των παραπάνω δεδομένων έγινε μέσω εξειδικευμένων λογισμικών πακέτων, σχετικών με την ψηφιακή επεξεργασία και ανάλυση δορυφορικών εικόνων, ξεκινώντας από τη διαδικασία γεωμετρικής ταύτισης των ψηφιακών εικόνων σε ενιαίο σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου χρησιμοποιούνται εικόνες με πολύ μεγάλη χωρική διακριτική ικανότητα, σε περιοχές με έντονη τοπογραφία αλλά και σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αεροφωτογραφίες για την παραγωγή μωσαϊκών σε ενιαίες ψηφιακές εικόνες, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του παράγοντα «επιφανειακό ανάγλυφο», στην διαδικασία της γεωμετρικής διόρθωσης.&lt;br /&gt;
Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ορθοαναγωγή και μέσω αυτής, στις νέες συντεταγμένες του κελιού, λαμβάνεται υπ’ όψιν και το υψόμετρο της νέας θέσης, κατά τη διαδικασία ταύτισης των δεδομένων μεταξύ τους. Δεν διαφέρει πολύ από τη γεωμετρική διόρθωση, εκτός του γεγονότος ότι, συνήθως, χρησιμοποιείται ένα ψηφιακό μοντέλο αναγλύφου με ανάλυση αντίστοιχη της χωρικής διακριτικής ικανότητας της εικόνας. Σε σχετικά επίπεδες περιοχές, τα αποτελέσματα της ορθοαναγωγής δεν είναι πολύ&lt;br /&gt;
διαφορετικά, όμως σε περιοχές με έντονη αυξομείωση του αναγλύφου, είναι απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί μεγάλη ακρίβεια. Η ψηφιοποίηση του τοπογραφικού υποβάθρου από διαγράμματα της Γ.Υ.Σ. με κλίμακα 1:5.000 και η κατασκευή ψηφιακού μοντέλου αναγλύφου υψηλής ακρίβειας και μεγάλης ανάλυσης, βοήθησε στην ορθοαναγωγή όλων των δεδομένων τηλεπισκόπησης, με σκοπό τον συνδυασμό των χωρίς χωρικές στρεβλώσεις που θα οδηγούσαν σε λάθος συμπεράσματα. Η μεθοδολογία, εκτός της συμβατικής παρατήρησης της περιοχής με συνδυασμούς καναλιών είτε από το ορατό ή το υπέρυθρο τμήμα του φάσματος συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία λόγων μεταξύ καναλιών, οι οποίοι είναι χρήσιμοι στη διάκριση μεταξύ τύπων πετρωμάτων που έχουν σχετικά μεγάλες περιεκτικότητες σε ορισμένα στοιχεία. Η τεχνική συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας εικόνας βασισμένης στο λόγο των ψηφιακών τιμών δύο επιλεγμένων φασματικών ζωνών, για κάθε κελί. Η επιλογή των φασματικών ζωνών εξαρτάται από γνώση των φασματικών χαρακτηριστικών των αντικειμένων που χρειάζεται να αναδειχθούν. Γενικά, η διαίρεση φασματικών καναλιών είναι μια μέθοδος, με την οποία δημιουργούνται ψευδέγχρωμες εικόνες που βελτιώνουν τις λεπτές χρωματικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιφανειακών υλικών, που συχνά είναι δύσκολο να ανιχνευτούν στις αρχικές εικόνες. Αν και οι λόγοι καναλιών είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος μαθηματικής επεξεργασίας των πρωτογενών τιμών των κελιών μιας εικόνας, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μπορεί να γίνουν όλων των ειδών οι μαθηματικές πράξεις, αρκεί να υποστηρίζονται από το λογισμικό επεξεργασίας τους. Η χρωματική κλίμακα μιας εικόνας που έχει προκύψει από τη διαίρεση των τιμών των κελιών, δύο καναλιών, έχει τις 256 διαβαθμίσεις του γκρι και το ιστόγραμμά της μπορεί να μετασχηματιστεί με τους κλασσικούς τρόπους, ώστε να βελτιωθεί η οπτική της παρουσίαση. Οποιοιδήποτε τρεις λόγοι καναλιών μπορούν να συνδυαστούν στα τρία βασικά χρώματα (R,G,B) και να σχηματιστεί μια ψευδέγχρωμη εικόνα. Οι νέες εικόνες που προκύπτουν, πολλές φορές περιέχουν μεγαλύτερη γεωλογική πληροφορία, αφού δημιουργείται μεγαλύτερη αντίθεση μεταξύ περισσότερων στοιχείων, καθότι λαμβάνονται υπ’ όψιν περισσότερες φασματικές περιοχές. Το βασικό μειονέκτημα σε αυτή τη διαδικασία είναι η πολύ συχνή ανάδειξη θορύβου, η οποία εκφράζεται μέσα από σειρές κελιών με μηδενική τιμή. Σε γενικές γραμμές έχει αποδειχθεί ότι τα πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε ορυκτά στα οποία συμμετέχουν σιδηρούχα οξείδια, παρουσιάζουν μεγάλη φωτεινότητα, μετά την εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 3 και παρονομαστή το κανάλι 2 του των δορυφορικών εικόνων LANDSAT 7- ETM+. Ακόμη, ο λόγος με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 4 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τα πετρώματα που συνίστανται από μεγάλη περιεκτικότητα σε ορυκτά που περιέχουν σίδηρο. Επίσης, η εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 7 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τις περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αργίλου, που συνήθως σχετίζεται με την χημική εξαλλοίωση των επιφανειακών στρωμάτων του υποβάθρου. Φυσικά, οι ιδανικές συν- θήκες εφαρμογής των παραπάνω λόγων αφορούν πλήρη απαλοιφή των ατμοσφαιρικών επιδράσεων και την πλήρη απουσία βλάστησης. Όμως σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία αυτή είναι ενδεικτική για επιφανειακές αλλαγές που αξίζουν την υπαίθρια διερεύνησή τους. Για γεωλογικές εφαρμογές, είναι αρκετά συχνή η σύνθεση ψευδέγχρωμων εικόνων με λόγους δύο φασματικών καναλιών των εικόνων LANDSAT 7/ETM+, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση του συνδυασμού 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B), με σκοπό να διακριθούν διαφορετικά είδη πετρωμάτων (Σχ. 3) ή των λόγων 4/3, 3/1 και 5/7 (Σχ. 4) για την καταγραφή επιφανειακών εξαλλοιώσεων λόγω παρουσίας νερού και μεγάλων εναλλαγών θερμοκρασίας και υγρασίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat3.gif | thumb | right | Σχήμα 3. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκε ο συνδυασμός των λόγων 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να γίνουν ορατές και εκμεταλλεύσιμες, ως προς τη γεωλογική χαρτογράφηση, οι ορυκτολογικές διαφο- ροποιήσεις των επιφανειακών σχηματισμών ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat4.gif | thumb | left | Σχήμα 4. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκαν οι λόγοι 4/3, 3/1, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να απεικονισθούν καλύτερα οι περιοχές που δεν εμφανίζονται ανθρακικά πετρώματα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στο τμήμα της μεθοδολογίας που αφορά στην Τηλεπισκόπηση, αυτό συμπληρώνεται από την διαδικασία της συγχώνευσης των δεδομένων που προέρχονται από διαφορετικές πηγές. Η συγχώνευση των δεδομένων (merging) έδωσε μία νέα ώθηση την τελευταία δεκαετία, με σκοπό την καλύτερη αξιοποίηση της πληθώρας των δεδομένων που παρέμεναν ανεκμετάλλευτα σε πολλές εφαρμογές. Τα τελικά προϊόντα  παρέχουν πολλές φορές αυξημένες ικανότητες ερμηνείας, αφού συνδυάζονται δεδομένα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έγχρωμη εικόνα, η οποία απεικονίζεται με το συνδυασμό των τριών βασικών χρωμάτων, μετασχηματίζεται στο συνδυασμό έντασης- χροιάς-καθαρότητας. Στο αποτέλεσμα της εφαρμογής του μετασχηματισμού αυτού, απομονώνεται ο παράγοντας ένταση, ο οποίος περιλαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές του φωτισμού που οφείλονται στις μεταβολές του αναγλύφου. Αντίθετα, παραμένουν οι δύο άλλοι παράγοντες, που περιέχουν τις φασματικές πληροφορίες, που αντιστοιχούν στην ανακλαστικότητα της επιφάνειας. Ο παράγοντας ένταση αντικαθίσταται από μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης διακριτικής ικανότητας και γίνεται εκ νέου μετασχηματισμός στα τρία βασικά χρώματα. Μετά από αυτόν το νέο μετασχηματισμό, δημιουργείται μια νέα εικόνα με τα ίδια φασματικά χαρακτηριστικά αλλά με καλύτερη χωρική ανάλυση. Ένα βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου, είναι ότι μπορούν να συμμετέχουν μόνο τρία κανάλια κάθε φορά και κατά συνέπεια, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η διαδικασία για κάθε συνδυασμό καναλιών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που εξασφαλίζει μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα σε όλα τα κανάλια βασίζεται στην ανάλυση των κυρίων συνιστωσών (principal component analysis). Η ανάλυση αυτή γίνεται μέσα από στατιστικές διεργασίες, το αντικείμενο των οποίων είναι πέρα από το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Η ουσία είναι ότι μέσα από αυτήν τη διαδικασία υπολογισμού, αναλύεται η πληροφορία που έχει καταγραφεί σε κάθε κελί και αυτή που είναι κοινή για όλες τις φασματικές ζώνες, καθορίζεται ως πρώτη κύρια συνιστώσα. Το περιεχόμενό της σχετίζεται με την παγχρωματική πληροφορία της πολυφασματικής εικόνας και κατά συνέπεια μπορεί να αντικατασταθεί με μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης χωρικής ανάλυσης. Στο τέλος της μεθοδολογίας η εικόνα αναδομείται με μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί οι τιμές των κελιών που αντιπροσωπεύουν την ανάκλαση που έχει καταγραφεί στις διάφορες φασματικές περιοχές. Η τελευταία μεθοδολογία εφαρμόστηκε στη συγχώνευση πολυφασματικών δεδομένων από εικόνα LANDSAT-7/ETM+ με το μωσαϊκό από αεροφωτογραφίες, με διακριτική ικανότητα μικρότερη του ενός μέτρου, ενώ σε όλα τα δεδομένα είχε γίνει ήδη ορθοαναγωγή και ταύτιση (Σχ. 5). Το τελικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε ιδανικό για την περίπτωση της γεωλογικής χαρτογράφησης της περιοχής, αφού το προϊόν που δημιουργήθηκε έχει όλα τα φασματικά χαρακτηριστικά μιας δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 αλλά με σαφώς καλύτερη χωρική διακριτική ικανότητα (&amp;lt;1μ).&lt;br /&gt;
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε με τα προϊόντα που προέκυψαν από την εκτέλεση λόγων μεταξύ των καναλιών και αναφέρθηκαν προηγουμένως. Κατά συνέπεια, η οριοθέτηση των επαφών που χαρτογραφήθηκαν λόγω της διαφορετικής ορυκτολογικής σύστασης των διαφόρων λιθολογικών εμφανίσεων ή ακόμα και του μανδύα αποσάθρωσής των, γίνεται με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Ο συνδυασμός των παραπάνω τεχνικών με την εργασία υπαίθρου δίνει μεγάλη αξιοπιστία στη γεωλογική χαρτογράφηση, η οποία αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίζεται η μορφοτεκτονική αναδόμηση της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat5.gif | thumb | right | Σχήμα 5. Εικόνα σε πραγματικό χρώμα, που προήλθε από τη συγχώνευση δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 και μωσαϊκού αεροφωτογραφιών της περιοχής μελέτης. Είναι εμφανής η τεράστια διαφορά στην ευκρίνεια σε σχέση με τις εικόνες των Σχ. 3&amp;amp;4 ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκτός από τα παραπάνω προϊόντα που έχουν ιδιότητες προσανατολισμένου χάρτη δύο διαστάσεων, θεωρήθηκε αναγκαία η τρισδιάστατη απεικόνιση της περιοχής και μέσω διαδικασιών εικονικής πραγματικότητας, να βοηθηθεί η διαδικασία της εξαγωγής συμπερασμάτων σχετικά με τη χωροθέτηση των ρηξιγενών ζωνών και κατά συνέπεια την οριοθέτηση των διαφόρων ρηξιτεμαχών. Ο συνδυασμός των συγχωνευμένων εικόνων, με πολύ καλή χωρική διακριτική ικανότητα και των ψηφιακών μοντέλων αναγλύφου, πολύ μεγάλης χωρικής ανάλυσης, έδωσε τη δυνατότητα για υψηλής ποιότητας τρισδιάστατες απεικονίσεις. Οι απεικονίσεις αυτού του τύπου δίνουν μια νέα διάσταση στις γεωλογικές παρατηρήσεις, αφού εκμεταλλευόμενοι τους ενσωματωμένους αλγορίθμους ορισμένων λογισμικών, είναι δυνατή η αλλαγή της γωνίας θέασης, είτε σε σχέση με τον ορίζοντα, είτε σε σχέση με το βορά. Οι δυνατότητες αυτές δίνουν την αίσθηση της υπαίθριας κατάστασης, που αφ’ ενός έχουν πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, αλλά αφ’ ετέρου πρόκειται για εικονική πραγματικότητα, η οποία αρκετές φορές δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την αληθινή εικόνα.&lt;br /&gt;
Η μεγαλύτερη προσπάθεια για την επίτευξη του καλύτερου οπτικού αποτελέσματος γίνεται στη φάση ορθοαναγωγής της εικόνας, η οποία χρησιμοποιείται για να «καλύψει» το ανάγλυφο, που δημιουργείται με βάση τις υψομετρικές τιμές των κελιών του ψηφιακού μοντέλου. Ουσιαστικά, στην τιμή κάθε κελιού ενσωματώνεται η υψομετρική πληροφορία και αυτό τοποθετείται στο απόλυτο υψόμετρο, διατηρώντας παράλληλα και την φασματική πληροφορία. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με διανυσματικά επίπεδα πληροφορίας (π.χ. ρηξιγενείς ζώνες, λιθολογικά όρια) με απώτερο στόχο τη διόρθωση και λεπτομερή αποτύπωσή τους. Μέσα σε αυτές τις δυνατότητες περιλαμβάνεται η αλλαγή της ψευδοσκίασης, με εικονική αλλαγή της θέσης της φωτεινής πηγής, που υποκαθιστά τον ηλιακό φωτισμό. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται γεωλογικά όρια, τα οποία συνήθως ταυτίζονται με γεωμορφολογικές δομές που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν σε δύο διαστάσεις και τελικά γίνεται σωστή διάκριση των τεκτονικών ρηξιτεμαχών που χρειάζονται για την προσομοίωση της μορφοτεκτονικής εξέλιξης της περιοχής. Συνολικά διακρίθηκαν 15 ρηξιτεμάχη, για κάθε ένα από τα οποία υπολογίστηκε η κίνησή του από την περίοδο του ανώτερου Τορτονίου μέχρι και σήμερα, με βάση τους σχηματισμούς που τα καλύπτουν, τα στρωματογραφικά χαρακτηριστικά τους και την κινηματική ιστορία που τους προσδίδουν τα ρήγματα που τα οριοθετούν (Σχ. 6). Στην κινηματική ιστορία του κάθε ρηξιτεμάχους συμπεριλήφθηκε το υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν κατά τη διάρκεια απόθεσης των μεταλπικών ιζημάτων αλλά και η σημερινή του θέση και μορφολογία. Για την εφαρμογή της μεθοδολογίας και την τελική μορφο-τεκτονική εξέλιξη της περιοχής χρειάστηκε να ληφθούν ορισμένες παραδοχές, που όμως κρίνεται ότι δεν μπορεί να αλλοιώσουν το τελικό αποτέλεσμα σε ότι αφορά στην σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών. Οι παραδοχές αυτές σχετίζονται με το αρχικό μορφολογικό ανάγλυφο των ρηξιτεμαχών πριν τη βύθισή τους και μετά την ανάδυσή τους από τη λεκάνη ιζηματογένεσης και κατ’ επέκταση αν ο βαθμός διάβρωσης είναι ομοιόμορφος σε ολόκληρη την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat6.gif | thumb | left | Σχήμα 6. Χάρτης τεκτονικών ρηξιτεμαχών στα οποία διακρίθηκε η περιοχή μελέτης και χρησιμοποιήθηκαν για την αναδόμησή της από το Αν. Μειόκαινο μέχρι σήμερα ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΟΡΦΟ-TEKTONIKH ΕΞΕΛΙΞΗ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκινώντας από την περίοδο του Νεογενούς, οπότε και η περίοδος της αλπικής παραμόρφωσης και τοποθέτησης των γεωτεκτονικών καλυμμάτων βρίσκεται στο τέλος της, η περιοχή αναδύεται (Σχ. 7a) και δημιουργείται το ανάγλυφο του αλπικού υποβάθρου που θα αποτελέσει στη συνέχεια τον πυθμένα της μεταλπικής λεκάνης ιζηματογένεσης (Σχ. 7b).&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια, σε χρονική περίοδο που προηγείται της απόθεσης του σχηματισμού Αμπελούζου (Ανώτερο Τορτόνιο), φαίνεται να ενεργοποιήθηκε μια εφελκυστική τεκτονική ζώνη με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, η οποία βυθίζει το ΒΔ τμήμα, σε σχέση με το ΝΑ που ανυψώνεται σχετικά (Σχ. 7c). Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των κανονικών ρηγμάτων, με κλίση προς τα ΒΔ, που συνθέτουν τη ζώνη, είναι ο διαχωρισμός του αλπικού παλαιοαναγλύφου σε δύο τμήματα. Στο ΒΔ τμήμα, που συνεχίζει να βυθίζεται κατά το Τορτόνιο, αποτίθενται οι μαργαϊκοί ορίζοντες του σχηματισμού Αμπελούζου. Το ΝΑ τμήμα που ανυψώθηκε, παραμένει εκτός της λεκάνης ιζηματογένεσης του Τορτονίου.&lt;br /&gt;
Στο τέλος της περιόδου του Ανώτερου Τορτονίου, και όσο το ΒΔ τμήμα βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και εξελισσόταν η ιζηματογένεση του σχηματισμού του Αμπελούζου, το εντατικό πεδίο που φαίνεται να αλλάζει. Τα συνιζηματογενή ρήγματα που εντοπίστηκαν στην περιοχή έχουν διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και κανονικό χαρακτήρα. Ανάλογες δομές εντοπίστηκαν και σε ορίζοντες του σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας και κατά συνέπεια το ίδιο εντατικό πεδίο συνεχίστηκε και μετά την καταβύθιση ολόκληρης της περιοχής. Η τεκτονική ζώνη που ενεργοποιήθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την καταβύθιση της περιοχής, θα πρέπει να έχει διεύθυνση εγκάρσια στη ΒΑ-ΝΔ, ώστε να επηρεάσει και τα δύο τμήματα της περιοχής, ενώ η κλίση της οφείλει να είναι προς τη λεκάνη ιζηματογένεσης, δηλαδή προς τα ΝΔ (Σχ. 7d). Η ηλικία της κίνησης προσδιορίζεται να έγινε πριν από 6,9 εκατομμύρια χρόνια  οπότε και ξεκινάει η απόθεση των ιζημάτων του σχηματισμού της Αγίας Βαρβάρας με ηλικία Μεσσήνιο.&lt;br /&gt;
Σε όλες τις παραπάνω χρονικές περιόδους παρέμειναν εκτός λεκανών ιζηματογένεσης οι κορυφές των Αστερουσίων που βρίσκονται ανατολικότερα αλλά και οι κορυφές στα ακρωτήρια Κεφάλι και Καλόγηρος, δημιουργώντας παλαιονησίδες (Σχ. 7e). Μετά το Μεσσήνιο άρχισε η σταδιακή ανάδυση της περιοχής με ταυτόχρονη αλλαγή του εντατι- κού πεδίου, το οποίο παραμένει όμως εφελκυ- στικού τύπου (Σχ. 7f). Ο κύριος άξονας παραμόρφωσης έχει (σημερινή) διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ ως ΒΒΔ-ΝΝΑ. Δημιουργούνται ρηξιγενείς ζώνες με διεύθυνση ΝΔ-ΒΑ ως ΔΝΔ-ΑΒΑ (Σχ. 7h). Την ίδια διεύθυνση έχουν άξονες πτυχών, που δημιουργήθηκαν είτε από πάρελξη κοντά σε ρηξιγενείς ζώνες, είτε από κάμψεις λόγω βαρύτητας, καθώς τα κανονικά ρήγματα που δραστηριοποιούνται είναι λιστρικού τύπου, με σχετικά μικρή κλίση και καταλήγουν στο μεγάλο ρήγμα αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, προκαλώντας τη στρέψη των ρηξιτεμαχών για την πλήρωση του κενού χώρου που δημιουργείται στο βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΘΟΔΟΥ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που παρουσιάστηκε αφορά την συνένωση αρκετών καινοτόμων κα κλασσικών τεχνικών με μοναδικό στόχο την ακριβέστερη αναπαράσταση των επιφανειακών μετακινήσεων μιας περιοχής. Η πολυπαραμετρική προσέγγιση μιας περιοχής αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα στην εφαρμογή της τεχνικής της αναδόμησης, όταν απώτερος στόχος είναι η μορφοτεκτονική εξέλιξή της. Η ακριβής αποτύπωση των στρωματογραφικών και τεκτονικών επαφών καθώς και τα χαρακτηριστικά τους, μέσω των οποίων προκύπτει η ιστορία τους, είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της μεθοδολογίας που περιγράφεται και σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η σωστή εκμετάλλευση των δεδομένων τηλεπισκόπησης καθώς και των προϊόντων που προκύπτουν από την επεξεργασία τους. Η αύξηση της χωρικής διακριτικής ικανότητας επιτρέπει την λεπτομερέστερη τοποθέτηση σημαντικών επαφών και κατά συνέπεια την ακριβέστερη διάκριση των ρηξιτεμαχών που συμμετέχουν στην παλινσπαστική διαδικασία. Η εισαγωγή των δεδομένων αυτών σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών με δυνατότητα αναγνώρισης της τρίτης διάστασης αποτελεί σημαντικότατο βήμα και πρέπει να γίνεται προσεκτικά, αφού ενδέχεται να επηρεάσει την αναδόμηση προς τις παρελθόντες περιόδους. Έτσι, κι ενώ συνεχίζεται η επανατοποθέτηση των ρηξιτεμαχών σε διαφορετικές θέσεις είτε με κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις προσαρμόζεται η κοινή, για όλη την περιοχή, επιφάνεια της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να προσομοιώνεται η σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών έχοντας ως σημείο αναφοράς την ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας. Τα τεκτονικά στοιχεία (ρήγματα, περιστροφές ρηξιτεμαχών κλπ.) δίνουν πληροφορίες για τις πιο πρόσφατες κινήσεις, ενώ τα στρωματογραφικά δεδομένα τροφοδοτούν το μοντέλο της αναπαράστασης με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δημιουργίας των σχηματισμών (βάθος απόθεσης κλπ).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat7.gif | thumb | right | Σχήμα 7. Μοντέλο μορφο-τεκτονικής εξέλιξης για την περιοχή μελέτης ]]&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα κρίνονται άκρως ικανοποιητικά αφού ανταποκρίνονται σε μεγάλο ποσοστό στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποκλίσεις από την αληθινή γεωλογική ιστορία της περιοχής. Μάλιστα, αρκετές ήταν οι φορές όπου δεν συμβάδιζαν τα δεδομένα μεταξύ τους και μετά από νέα υπαίθρια εργασία γινόταν αντιληπτό κάποιο νέο στοιχείο που είτε αφορούσε κάποιο καλυμμένο ρήγμα (και κατά συνέπεια άλλαζαν εκ νέου τα όρια των ρηξιτεμαχών), είτε κάποια λανθασμένη μέτρηση ή ακόμα και κακή εκτίμηση κάποιας επαφής. Σε γενικές γραμμές, οι παραδοχές που γίνονται σχετικά με το αρχικό ανάγλυφο αλλά και τον τρόπο δημιουργίας της σημερινής μορφολογίας κρίνονται ως αναγκαίες, καθώς δεν έχει αναπτυχθεί ικανοποιητική μεθοδολογία για τον υπολογισμό της διάβρωσης σε αντίστοιχη κλίμακα. Δε φαίνεται, πάντως, να επηρεάζεται το τελικό αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται, σε τεκτονικά ενεργές περιοχές, όπως η Κρήτη, όπου υπάρχουν σημαντικότατες κατακόρυφες και οριζόντιες κινήσεις κατά τη διάρκεια της Νεογενούς περιόδου, μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τη γεωλογική ιστορία τους. Η σύνδεση μικρότερων περιοχών σε ένα ευρύτερο γεωτεκτονικό πλαίσιο μπορεί να γεννήσει ακόμη και νέα ερωτηματικά με απώτερο στόχο τη βελτίωση των γνώσεων που έχουμε για το γεωλογικό παρελθόν και η συμμετοχή τεχνικών τηλεπισκόπησης και συστημάτων διαχείρισης γεωγραφικών πληροφοριών είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0.</id>
		<title>Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηέπισκόπησης και Γ.Σ.Π.</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0."/>
				<updated>2012-03-04T21:15:25Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΤΟΧΟΣ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα προϊόντα της ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων τηλεπισκόπησης αποτελούν, εδώ και χρόνια, σημαντικά εργαλεία για τη χαρτογράφηση γεωλογικών σχηματισμών και μορφοτεκτονικών δομών. Με τις σύγχρονες τεχνικές ορθοαναγωγής, ταύτισης και συγχώνευσης εικόνων, ακόμη κι αν προέρχονται από συστήματα με διαφορετικά γεωμετρικά και φασματικά χαρακτηριστικά, παράγονται εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της ακρίβειας σε μεγάλης κλίμακας γεωλογική χαρτογράφηση. Η λεπτομερέστερη αποτύπωση των γεωλογικών επαφών βοηθάει στη δημιουργία τρισδιάστατων μπλοκ διαγραμμάτων, απεικονίζοντας το υφιστάμενο μορφοτεκτονικό καθεστώς της υπό έρευνα περιοχής. Βασικό στόχο αποτελεί η μοντελοποίηση των σχετικών κινήσεων των ρηξιτεμαχών από τα οποία συντίθεται η περιοχή, όσο το δυνατόν πιο πίσω στο χρόνο, με αποτέλεσμα την εκτίμηση της αρχικής κατάστασης από την οποία προήλθε η σύγχρονη δομή. Η διαδικασία προϋποθέτει τη σταδιακή μορφολογική, στρωματογραφική και τεκτονική αναδόμηση της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης του χρόνου και οδηγώντας στην ανάλυση της μορφοτεκτονικής εξέλιξής της. Η περιοχή των δυτικών Αστερουσίων προσφέρεται για τέτοιου είδους ανάλυση λόγω της παρουσίας της ασυμφωνίας των μεταλπικών σχηματισμών στο αλπικό υπόβαθρο, καθώς και πλήθους εφελκυστικών ρηξιγενών ζωνών που έχουν διαρρήξει πρόσφατα την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΕΙΣΑΓΩΓΗ''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η οροσειρά των Αστερουσίων, με διεύθυνση Α-Δ, αποτελεί το νοτιότερο όριο της Κρήτης προς το Λιβυκό πέλαγος. Οριοθετεί προς νότο την Τεταρτογενή λεκάνη της Μεσσαράς, της οποίας η γεωλογική – γεωμορφολογική ιστορία συνδέεται άμεσα με τη δράση ρηγμάτων απο- κόλλησης, καθώς αναπτύσσεται στην κορυφή του κατερχόμενου ρηξιτεμάχους ενός κανονικού ρήγματος με μικρή κλίση προς νότο. Η θραυσιγενής παραμόρφωση που παρατηρείται σε αυτού του είδους τις λεκάνες είναι ένα θέμα που απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια, οπότε και έγινε ευρύτερα αποδεκτή η θεωρία των ρηγμάτων αποκόλλησης ως των κυρίων μορφών έκφρασης εφελκυσμού και λέπτυνσης του φλοιού σε περιοχές σύγκλισης τεκτονικών πλακών. Η μελέτη της ιστορίας της παραμόρφωσης στο κατερχόμενο τέμαχος του ρήγματος αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, με τη μέθοδο της μορφοτεκτονικής αναδόμησης, αποτελεί τον κύριο στόχο της παρούσης εργασίας. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε μεγάλη λεπτομέρεια και ακρίβεια στην αποτύπωση των τεκτονοστρωματογραφικών στοιχείων, ιδιαίτερα των σχηματισμών που αποτέθηκαν μετά αλλά και κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας της συγκεκριμένης επιφάνειας αποκόλλησης. Η υπαίθρια εργασία πλαισιώθηκε από μεθοδολογία που περιλάμβανε τεχνικές τηλεπισκόπησης για την όσο το δυνατό λεπτομερέστερη και ακριβέστερη γεωλογική χαρτογράφηση και στη συνέχεια παρουσίαση των δεδομένων σε τρεις διαστάσεις μέσω διαδικασιών και αλγορίθμων που συμπεριλαμβάνονται σε Συστήματα επεξεργασίας Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat1.gif | thumb | right | Σχήμα 1. Γεωγραφική θέση της ευρύτερης περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που επιλέχθηκε για την εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται παρακάτω, αποτελεί το δυτικότερο τμήμα του γεωλογικού χάρτη 1:50.000, φύλλο Αντισκάρι, που έχει εκδοθεί από το Ι.Γ.Μ.Ε.. Η επιλογή της έγινε λόγω της έντονης παρουσίας μεταλπικών σχηματισμών εκτός των ορίων της σημερινής λεκάνης της Μεσσαράς, γεγονός που δεν συμβαίνει σε κάποιο άλλο σημείο, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου τεκτονισμού που εκφράζεται μέσω της συστηματικής στρέψης ρηξιτεμαχών γύρω από άξονα διεύθυνσης ΒΑ-ΝΔ. Η ήδη υπάρχουσα χαρτογράφηση αποτέλεσε τη βάση για την λεπτομερέστερη αποτύπωση των τεκτονικών και στρωματογραφικών επαφών σε χάρτες μεγαλύτερης κλίμακας (1:5.000). Η περιοχή που αναδομήθηκε εκτείνεται από τον αρχαιολογικό χώρο του Κομού (στα βόρεια των Ματάλων) μέχρι το χωριό Καλοί Λιμένες (Σχ. 1) και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάτμησης που έχει προκληθεί από πρόσφατο εντατικό πεδίο, καθώς παρατηρούνται γεωμορφολογικές δομές (κατά βάθος διάβρωση, μορφολογικές ασυνέχειες, κεκλιμένες επιφάνειες επιπέδωσης, κλπ) που αντιστοιχούν σε ενεργή περιοχή. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύνολο απo ρηξιτεμάχη που έχουν κινηθεί σχεδόν ανεξάρτητα και διαχωρίζονται από μικρές ή μεγάλες ρηξιγενείς ζώνες, οι οποίες και τα οριοθετούν. Η σημερινή τοποθέτησή τους αποτελεί την αρχική κατάσταση από την οποία ξεκινά η εφαρμογή 96 της μεθοδολογίας και κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη η ακριβής γεωλογική χαρτογράφηση. Γενικά, στην περιοχή μεταξύ Κομού και Καλών Λιμένων εμφανίζονται μεταλπικοί σχηματισμοί Μειοκαινικής ηλικίας να καλύπτουν ασύμφωνα το αλπικό υπόβαθρο, το οποίο δομούν αρκετές αλπικές ενότητες. Για τις ανάγκες της παρούσης εργασίας το αλπικό υπόβαθρο θεωρήθηκε ενιαίο (Σχ. 2). Οι μεταλπικοί σχηματισμοί που το καλύπτουν ασύμφωνα περιγράφονται στη συνέχεια σε συντομία:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αμπελούζου (Τορτόνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην περιοχή που περιγράφεται εντοπίζονται τα ανώτερα μέλη του σχηματισμού Αμπελούζου να καλύπτουν απ’ ευθείας το αλπικό υπόβαθρο. Πρόκειται για αποθέσεις βαθιάς θάλασσας, ηλικίας Ανώτερου Τορτονίου, με πολύ καλά στρωμένες μάργες, άμμους και ψαμμίτες να περιλαμβάνουν απολιθώματα Pecten, Clypeaster, Lithothamnium και Ostrea. Ο πιο χαρακτηριστικός ορίζοντας του σχηματισμού είναι αυτός με τη “θανατοκοινωνία” των Ostrea, ο οποίος βρίσκεται λίγα μέτρα επάνω από την ασυμφωνία με τα αλπικά πετρώματα και ακριβώς κάτω από την ασυμφωνία με τους ορίζοντες του υπερκείμενου σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας. Το πάχος του ορίζοντα δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο, ενώ συναντάται μόνο στο βόρειο τμήμα της περιοχής ενδιαφέροντος, αφού μόνο εκεί υπάρχει εμφάνιση του σχηματισμού Αμπελούζου. Στο νότιο τμήμα παρατηρείται απουσία του σχηματισμού αυτού γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής στην περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αγ. Βαρβάρας (Μεσσήνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε όλη τη περιοχή μελέτης παρατηρήθηκαν τα ιζήματα του σχηματισμού Αγίας Βαρβάρας, τα οποία έχουν ηλικία Μεσσήνιο. Αποτελούνται, γενικά, από βιοκλαστικούς ασβεστόλιθους των οποίων η απόθεση άρχισε την περίοδο του Ανώτερου Τορτονίου – Μεσσηνίου. Τα κατώτερα τμήματα της ακολουθίας αποτελούνται από αναμιγμένα κλαστικά προϊόντα αποσάθρωσης με ανθρακικής σύστασης αποθέσεις μικρού θαλάσσιου βάθους. Αυτοί οι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι βρίσκονται σε ασυμφωνία όχι μόνο με τα υποκείμενα στρώματα του σχηματισμού Αμπελούζου αλλά και με τις αλπικές ενότητες τις οποίες καλύπτουν απ’ ευθείας&lt;br /&gt;
στην κεντρική και νότια περιοχή. Σύμφωνα με χρονολόγηση της επαφής του με τον υποκείμενο σχηματισμό Αμπελούζου, άρχισε να αποτίθεται πριν από 6,941 Ma. Η ασυμφωνία με τις υποκείμενες ενότητες συνδυάζεται τις περισσότερες φορές με την ύπαρξη κροκαλοπαγούς, άλλοτε με μικρές και άλλοτε με μεγάλες κροκάλες, ποικίλης σύστασης και πάχους που δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Συχνά απαντούν τα απολιθώματα Lithothamnium, Clypeaster, Pecten.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat2.gif | thumb | right | Σχήμα 2. Ψευδοτρισδιάστατος γεωλογικός χάρτης της περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ψηφιακά δεδομένα τηλεπισκόπησης που υπήρχαν διαθέσιμα για περαιτέρω επεξεργασία ώστε να είναι δυνατή η ανάδειξη τεκτονικών δομών και τα όρια των επιφανειακών εμφανίσεων των διαφόρων λιθολογιών, αφορούν πολυφασματικές δορυφορικές εικόνες LANDSAT-7/ETM+, SPOT-4, IKONOS-2 καθώς και μωσαϊκό παγχρωματικών ορθοφωτογραφιών. Η επεξεργασία των παραπάνω δεδομένων έγινε μέσω εξειδικευμένων λογισμικών πακέτων, σχετικών με την ψηφιακή επεξεργασία και ανάλυση δορυφορικών εικόνων, ξεκινώντας από τη διαδικασία γεωμετρικής ταύτισης των ψηφιακών εικόνων σε ενιαίο σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου χρησιμοποιούνται εικόνες με πολύ μεγάλη χωρική διακριτική ικανότητα, σε περιοχές με έντονη τοπογραφία αλλά και σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αεροφωτογραφίες για την παραγωγή μωσαϊκών σε ενιαίες ψηφιακές εικόνες, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του παράγοντα «επιφανειακό ανάγλυφο», στην διαδικασία της γεωμετρικής διόρθωσης.&lt;br /&gt;
Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ορθοαναγωγή και μέσω αυτής, στις νέες συντεταγμένες του κελιού, λαμβάνεται υπ’ όψιν και το υψόμετρο της νέας θέσης, κατά τη διαδικασία ταύτισης των δεδομένων μεταξύ τους. Δεν διαφέρει πολύ από τη γεωμετρική διόρθωση, εκτός του γεγονότος ότι, συνήθως, χρησιμοποιείται ένα ψηφιακό μοντέλο αναγλύφου με ανάλυση αντίστοιχη της χωρικής διακριτικής ικανότητας της εικόνας. Σε σχετικά επίπεδες περιοχές, τα αποτελέσματα της ορθοαναγωγής δεν είναι πολύ&lt;br /&gt;
διαφορετικά, όμως σε περιοχές με έντονη αυξομείωση του αναγλύφου, είναι απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί μεγάλη ακρίβεια. Η ψηφιοποίηση του τοπογραφικού υποβάθρου από διαγράμματα της Γ.Υ.Σ. με κλίμακα 1:5.000 και η κατασκευή ψηφιακού μοντέλου αναγλύφου υψηλής ακρίβειας και μεγάλης ανάλυσης, βοήθησε στην ορθοαναγωγή όλων των δεδομένων τηλεπισκόπησης, με σκοπό τον συνδυασμό των χωρίς χωρικές στρεβλώσεις που θα οδηγούσαν σε λάθος συμπεράσματα. Η μεθοδολογία, εκτός της συμβατικής παρατήρησης της περιοχής με συνδυασμούς καναλιών είτε από το ορατό ή το υπέρυθρο τμήμα του φάσματος συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία λόγων μεταξύ καναλιών, οι οποίοι είναι χρήσιμοι στη διάκριση μεταξύ τύπων πετρωμάτων που έχουν σχετικά μεγάλες περιεκτικότητες σε ορισμένα στοιχεία. Η τεχνική συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας εικόνας βασισμένης στο λόγο των ψηφιακών τιμών δύο επιλεγμένων φασματικών ζωνών, για κάθε κελί. Η επιλογή των φασματικών ζωνών εξαρτάται από γνώση των φασματικών χαρακτηριστικών των αντικειμένων που χρειάζεται να αναδειχθούν. Γενικά, η διαίρεση φασματικών καναλιών είναι μια μέθοδος, με την οποία δημιουργούνται ψευδέγχρωμες εικόνες που βελτιώνουν τις λεπτές χρωματικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιφανειακών υλικών, που συχνά είναι δύσκολο να ανιχνευτούν στις αρχικές εικόνες. Αν και οι λόγοι καναλιών είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος μαθηματικής επεξεργασίας των πρωτογενών τιμών των κελιών μιας εικόνας, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μπορεί να γίνουν όλων των ειδών οι μαθηματικές πράξεις, αρκεί να υποστηρίζονται από το λογισμικό επεξεργασίας τους. Η χρωματική κλίμακα μιας εικόνας που έχει προκύψει από τη διαίρεση των τιμών των κελιών, δύο καναλιών, έχει τις 256 διαβαθμίσεις του γκρι και το ιστόγραμμά της μπορεί να μετασχηματιστεί με τους κλασσικούς τρόπους, ώστε να βελτιωθεί η οπτική της παρουσίαση. Οποιοιδήποτε τρεις λόγοι καναλιών μπορούν να συνδυαστούν στα τρία βασικά χρώματα (R,G,B) και να σχηματιστεί μια ψευδέγχρωμη εικόνα. Οι νέες εικόνες που προκύπτουν, πολλές φορές περιέχουν μεγαλύτερη γεωλογική πληροφορία, αφού δημιουργείται μεγαλύτερη αντίθεση μεταξύ περισσότερων στοιχείων, καθότι λαμβάνονται υπ’ όψιν περισσότερες φασματικές περιοχές. Το βασικό μειονέκτημα σε αυτή τη διαδικασία είναι η πολύ συχνή ανάδειξη θορύβου, η οποία εκφράζεται μέσα από σειρές κελιών με μηδενική τιμή. Σε γενικές γραμμές έχει αποδειχθεί ότι τα πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε ορυκτά στα οποία συμμετέχουν σιδηρούχα οξείδια, παρουσιάζουν μεγάλη φωτεινότητα, μετά την εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 3 και παρονομαστή το κανάλι 2 του των δορυφορικών εικόνων LANDSAT 7- ETM+. Ακόμη, ο λόγος με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 4 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τα πετρώματα που συνίστανται από μεγάλη περιεκτικότητα σε ορυκτά που περιέχουν σίδηρο. Επίσης, η εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 7 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τις περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αργίλου, που συνήθως σχετίζεται με την χημική εξαλλοίωση των επιφανειακών στρωμάτων του υποβάθρου. Φυσικά, οι ιδανικές συν- θήκες εφαρμογής των παραπάνω λόγων αφορούν πλήρη απαλοιφή των ατμοσφαιρικών επιδράσεων και την πλήρη απουσία βλάστησης. Όμως σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία αυτή είναι ενδεικτική για επιφανειακές αλλαγές που αξίζουν την υπαίθρια διερεύνησή τους. Για γεωλογικές εφαρμογές, είναι αρκετά συχνή η σύνθεση ψευδέγχρωμων εικόνων με λόγους δύο φασματικών καναλιών των εικόνων LANDSAT 7/ETM+, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση του συνδυασμού 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B), με σκοπό να διακριθούν διαφορετικά είδη πετρωμάτων (Σχ. 3) ή των λόγων 4/3, 3/1 και 5/7 (Σχ. 4) για την καταγραφή επιφανειακών εξαλλοιώσεων λόγω παρουσίας νερού και μεγάλων εναλλαγών θερμοκρασίας και υγρασίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat3.gif | thumb | right | Σχήμα 3. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκε ο συνδυασμός των λόγων 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να γίνουν ορατές και εκμεταλλεύσιμες, ως προς τη γεωλογική χαρτογράφηση, οι ορυκτολογικές διαφο- ροποιήσεις των επιφανειακών σχηματισμών ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat4.gif | thumb | left | Σχήμα 4. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκαν οι λόγοι 4/3, 3/1, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να απεικονισθούν καλύτερα οι περιοχές που δεν εμφανίζονται ανθρακικά πετρώματα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στο τμήμα της μεθοδολογίας που αφορά στην Τηλεπισκόπηση, αυτό συμπληρώνεται από την διαδικασία της συγχώνευσης των δεδομένων που προέρχονται από διαφορετικές πηγές. Η συγχώνευση των δεδομένων (merging) έδωσε μία νέα ώθηση την τελευταία δεκαετία, με σκοπό την καλύτερη αξιοποίηση της πληθώρας των δεδομένων που παρέμεναν ανεκμετάλλευτα σε πολλές εφαρμογές. Τα τελικά προϊόντα  παρέχουν πολλές φορές αυξημένες ικανότητες ερμηνείας, αφού συνδυάζονται δεδομένα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έγχρωμη εικόνα, η οποία απεικονίζεται με το συνδυασμό των τριών βασικών χρωμάτων, μετασχηματίζεται στο συνδυασμό έντασης- χροιάς-καθαρότητας. Στο αποτέλεσμα της εφαρμογής του μετασχηματισμού αυτού, απομονώνεται ο παράγοντας ένταση, ο οποίος περιλαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές του φωτισμού που οφείλονται στις μεταβολές του αναγλύφου. Αντίθετα, παραμένουν οι δύο άλλοι παράγοντες, που περιέχουν τις φασματικές πληροφορίες, που αντιστοιχούν στην ανακλαστικότητα της επιφάνειας. Ο παράγοντας ένταση αντικαθίσταται από μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης διακριτικής ικανότητας και γίνεται εκ νέου μετασχηματισμός στα τρία βασικά χρώματα. Μετά από αυτόν το νέο μετασχηματισμό, δημιουργείται μια νέα εικόνα με τα ίδια φασματικά χαρακτηριστικά αλλά με καλύτερη χωρική ανάλυση. Ένα βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου, είναι ότι μπορούν να συμμετέχουν μόνο τρία κανάλια κάθε φορά και κατά συνέπεια, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η διαδικασία για κάθε συνδυασμό καναλιών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που εξασφαλίζει μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα σε όλα τα κανάλια βασίζεται στην ανάλυση των κυρίων συνιστωσών (principal component analysis). Η ανάλυση αυτή γίνεται μέσα από στατιστικές διεργασίες, το αντικείμενο των οποίων είναι πέρα από το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Η ουσία είναι ότι μέσα από αυτήν τη διαδικασία υπολογισμού, αναλύεται η πληροφορία που έχει καταγραφεί σε κάθε κελί και αυτή που είναι κοινή για όλες τις φασματικές ζώνες, καθορίζεται ως πρώτη κύρια συνιστώσα. Το περιεχόμενό της σχετίζεται με την παγχρωματική πληροφορία της πολυφασματικής εικόνας και κατά συνέπεια μπορεί να αντικατασταθεί με μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης χωρικής ανάλυσης. Στο τέλος της μεθοδολογίας η εικόνα αναδομείται με μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί οι τιμές των κελιών που αντιπροσωπεύουν την ανάκλαση που έχει καταγραφεί στις διάφορες φασματικές περιοχές. Η τελευταία μεθοδολογία εφαρμόστηκε στη συγχώνευση πολυφασματικών δεδομένων από εικόνα LANDSAT-7/ETM+ με το μωσαϊκό από αεροφωτογραφίες, με διακριτική ικανότητα μικρότερη του ενός μέτρου, ενώ σε όλα τα δεδομένα είχε γίνει ήδη ορθοαναγωγή και ταύτιση (Σχ. 5). Το τελικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε ιδανικό για την περίπτωση της γεωλογικής χαρτογράφησης της περιοχής, αφού το προϊόν που δημιουργήθηκε έχει όλα τα φασματικά χαρακτηριστικά μιας δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 αλλά με σαφώς καλύτερη χωρική διακριτική ικανότητα (&amp;lt;1μ).&lt;br /&gt;
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε με τα προϊόντα που προέκυψαν από την εκτέλεση λόγων μεταξύ των καναλιών και αναφέρθηκαν προηγουμένως. Κατά συνέπεια, η οριοθέτηση των επαφών που χαρτογραφήθηκαν λόγω της διαφορετικής ορυκτολογικής σύστασης των διαφόρων λιθολογικών εμφανίσεων ή ακόμα και του μανδύα αποσάθρωσής των, γίνεται με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Ο συνδυασμός των παραπάνω τεχνικών με την εργασία υπαίθρου δίνει μεγάλη αξιοπιστία στη γεωλογική χαρτογράφηση, η οποία αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίζεται η μορφοτεκτονική αναδόμηση της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat5.gif | thumb | right | Σχήμα 5. Εικόνα σε πραγματικό χρώμα, που προήλθε από τη συγχώνευση δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 και μωσαϊκού αεροφωτογραφιών της περιοχής μελέτης. Είναι εμφανής η τεράστια διαφορά στην ευκρίνεια σε σχέση με τις εικόνες των Σχ. 3&amp;amp;4 ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκτός από τα παραπάνω προϊόντα που έχουν ιδιότητες προσανατολισμένου χάρτη δύο διαστάσεων, θεωρήθηκε αναγκαία η τρισδιάστατη απεικόνιση της περιοχής και μέσω διαδικασιών εικονικής πραγματικότητας, να βοηθηθεί η διαδικασία της εξαγωγής συμπερασμάτων σχετικά με τη χωροθέτηση των ρηξιγενών ζωνών και κατά συνέπεια την οριοθέτηση των διαφόρων ρηξιτεμαχών. Ο συνδυασμός των συγχωνευμένων εικόνων, με πολύ καλή χωρική διακριτική ικανότητα και των ψηφιακών μοντέλων αναγλύφου, πολύ μεγάλης χωρικής ανάλυσης, έδωσε τη δυνατότητα για υψηλής ποιότητας τρισδιάστατες απεικονίσεις. Οι απεικονίσεις αυτού του τύπου δίνουν μια νέα διάσταση στις γεωλογικές παρατηρήσεις, αφού εκμεταλλευόμενοι τους ενσωματωμένους αλγορίθμους ορισμένων λογισμικών, είναι δυνατή η αλλαγή της γωνίας θέασης, είτε σε σχέση με τον ορίζοντα, είτε σε σχέση με το βορά. Οι δυνατότητες αυτές δίνουν την αίσθηση της υπαίθριας κατάστασης, που αφ’ ενός έχουν πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, αλλά αφ’ ετέρου πρόκειται για εικονική πραγματικότητα, η οποία αρκετές φορές δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την αληθινή εικόνα.&lt;br /&gt;
Η μεγαλύτερη προσπάθεια για την επίτευξη του καλύτερου οπτικού αποτελέσματος γίνεται στη φάση ορθοαναγωγής της εικόνας, η οποία χρησιμοποιείται για να «καλύψει» το ανάγλυφο, που δημιουργείται με βάση τις υψομετρικές τιμές των κελιών του ψηφιακού μοντέλου. Ουσιαστικά, στην τιμή κάθε κελιού ενσωματώνεται η υψομετρική πληροφορία και αυτό τοποθετείται στο απόλυτο υψόμετρο, διατηρώντας παράλληλα και την φασματική πληροφορία. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με διανυσματικά επίπεδα πληροφορίας (π.χ. ρηξιγενείς ζώνες, λιθολογικά όρια) με απώτερο στόχο τη διόρθωση και λεπτομερή αποτύπωσή τους. Μέσα σε αυτές τις δυνατότητες περιλαμβάνεται η αλλαγή της ψευδοσκίασης, με εικονική αλλαγή της θέσης της φωτεινής πηγής, που υποκαθιστά τον ηλιακό φωτισμό. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται γεωλογικά όρια, τα οποία συνήθως ταυτίζονται με γεωμορφολογικές δομές που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν σε δύο διαστάσεις και τελικά γίνεται σωστή διάκριση των τεκτονικών ρηξιτεμαχών που χρειάζονται για την προσομοίωση της μορφοτεκτονικής εξέλιξης της περιοχής. Συνολικά διακρίθηκαν 15 ρηξιτεμάχη, για κάθε ένα από τα οποία υπολογίστηκε η κίνησή του από την περίοδο του ανώτερου Τορτονίου μέχρι και σήμερα, με βάση τους σχηματισμούς που τα καλύπτουν, τα στρωματογραφικά χαρακτηριστικά τους και την κινηματική ιστορία που τους προσδίδουν τα ρήγματα που τα οριοθετούν (Σχ. 6). Στην κινηματική ιστορία του κάθε ρηξιτεμάχους συμπεριλήφθηκε το υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν κατά τη διάρκεια απόθεσης των μεταλπικών ιζημάτων αλλά και η σημερινή του θέση και μορφολογία. Για την εφαρμογή της μεθοδολογίας και την τελική μορφο-τεκτονική εξέλιξη της περιοχής χρειάστηκε να ληφθούν ορισμένες παραδοχές, που όμως κρίνεται ότι δεν μπορεί να αλλοιώσουν το τελικό αποτέλεσμα σε ότι αφορά στην σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών. Οι παραδοχές αυτές σχετίζονται με το αρχικό μορφολογικό ανάγλυφο των ρηξιτεμαχών πριν τη βύθισή τους και μετά την ανάδυσή τους από τη λεκάνη ιζηματογένεσης και κατ’ επέκταση αν ο βαθμός διάβρωσης είναι ομοιόμορφος σε ολόκληρη την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat6.gif | thumb | left | Σχήμα 6. Χάρτης τεκτονικών ρηξιτεμαχών στα οποία διακρίθηκε η περιοχή μελέτης και χρησιμοποιήθηκαν για την αναδόμησή της από το Αν. Μειόκαινο μέχρι σήμερα ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΟΡΦΟ-TEKTONIKH ΕΞΕΛΙΞΗ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκινώντας από την περίοδο του Νεογενούς, οπότε και η περίοδος της αλπικής παραμόρφωσης και τοποθέτησης των γεωτεκτονικών καλυμμάτων βρίσκεται στο τέλος της, η περιοχή αναδύεται (Σχ. 7a) και δημιουργείται το ανάγλυφο του αλπικού υποβάθρου που θα αποτελέσει στη συνέχεια τον πυθμένα της μεταλπικής λεκάνης ιζηματογένεσης (Σχ. 7b).&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια, σε χρονική περίοδο που προηγείται της απόθεσης του σχηματισμού Αμπελούζου (Ανώτερο Τορτόνιο), φαίνεται να ενεργοποιήθηκε μια εφελκυστική τεκτονική ζώνη με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, η οποία βυθίζει το ΒΔ τμήμα, σε σχέση με το ΝΑ που ανυψώνεται σχετικά (Σχ. 7c). Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των κανονικών ρηγμάτων, με κλίση προς τα ΒΔ, που συνθέτουν τη ζώνη, είναι ο διαχωρισμός του αλπικού παλαιοαναγλύφου σε δύο τμήματα. Στο ΒΔ τμήμα, που συνεχίζει να βυθίζεται κατά το Τορτόνιο, αποτίθενται οι μαργαϊκοί ορίζοντες του σχηματισμού Αμπελούζου. Το ΝΑ τμήμα που ανυψώθηκε, παραμένει εκτός της λεκάνης ιζηματογένεσης του Τορτονίου.&lt;br /&gt;
Στο τέλος της περιόδου του Ανώτερου Τορτονίου, και όσο το ΒΔ τμήμα βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και εξελισσόταν η ιζηματογένεση του σχηματισμού του Αμπελούζου, το εντατικό πεδίο που φαίνεται να αλλάζει. Τα συνιζηματογενή ρήγματα που εντοπίστηκαν στην περιοχή έχουν διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και κανονικό χαρακτήρα. Ανάλογες δομές εντοπίστηκαν και σε ορίζοντες του σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας και κατά συνέπεια το ίδιο εντατικό πεδίο συνεχίστηκε και μετά την καταβύθιση ολόκληρης της περιοχής. Η τεκτονική ζώνη που ενεργοποιήθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την καταβύθιση της περιοχής, θα πρέπει να έχει διεύθυνση εγκάρσια στη ΒΑ-ΝΔ, ώστε να επηρεάσει και τα δύο τμήματα της περιοχής, ενώ η κλίση της οφείλει να είναι προς τη λεκάνη ιζηματογένεσης, δηλαδή προς τα ΝΔ (Σχ. 7d). Η ηλικία της κίνησης προσδιορίζεται να έγινε πριν από 6,9 εκατομμύρια χρόνια  οπότε και ξεκινάει η απόθεση των ιζημάτων του σχηματισμού της Αγίας Βαρβάρας με ηλικία Μεσσήνιο.&lt;br /&gt;
Σε όλες τις παραπάνω χρονικές περιόδους παρέμειναν εκτός λεκανών ιζηματογένεσης οι κορυφές των Αστερουσίων που βρίσκονται ανατολικότερα αλλά και οι κορυφές στα ακρωτήρια Κεφάλι και Καλόγηρος, δημιουργώντας παλαιονησίδες (Σχ. 7e). Μετά το Μεσσήνιο άρχισε η σταδιακή ανάδυση της περιοχής με ταυτόχρονη αλλαγή του εντατι- κού πεδίου, το οποίο παραμένει όμως εφελκυ- στικού τύπου (Σχ. 7f). Ο κύριος άξονας παραμόρφωσης έχει (σημερινή) διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ ως ΒΒΔ-ΝΝΑ. Δημιουργούνται ρηξιγενείς ζώνες με διεύθυνση ΝΔ-ΒΑ ως ΔΝΔ-ΑΒΑ (Σχ. 7h). Την ίδια διεύθυνση έχουν άξονες πτυχών, που δημιουργήθηκαν είτε από πάρελξη κοντά σε ρηξιγενείς ζώνες, είτε από κάμψεις λόγω βαρύτητας, καθώς τα κανονικά ρήγματα που δραστηριοποιούνται είναι λιστρικού τύπου, με σχετικά μικρή κλίση και καταλήγουν στο μεγάλο ρήγμα αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, προκαλώντας τη στρέψη των ρηξιτεμαχών για την πλήρωση του κενού χώρου που δημιουργείται στο βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΘΟΔΟΥ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που παρουσιάστηκε αφορά την συνένωση αρκετών καινοτόμων κα κλασσικών τεχνικών με μοναδικό στόχο την ακριβέστερη αναπαράσταση των επιφανειακών μετακινήσεων μιας περιοχής. Η πολυπαραμετρική προσέγγιση μιας περιοχής αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα στην εφαρμογή της τεχνικής της αναδόμησης, όταν απώτερος στόχος είναι η μορφοτεκτονική εξέλιξή της. Η ακριβής αποτύπωση των στρωματογραφικών και τεκτονικών επαφών καθώς και τα χαρακτηριστικά τους, μέσω των οποίων προκύπτει η ιστορία τους, είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της μεθοδολογίας που περιγράφεται και σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η σωστή εκμετάλλευση των δεδομένων τηλεπισκόπησης καθώς και των προϊόντων που προκύπτουν από την επεξεργασία τους. Η αύξηση της χωρικής διακριτικής ικανότητας επιτρέπει την λεπτομερέστερη τοποθέτηση σημαντικών επαφών και κατά συνέπεια την ακριβέστερη διάκριση των ρηξιτεμαχών που συμμετέχουν στην παλινσπαστική διαδικασία. Η εισαγωγή των δεδομένων αυτών σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών με δυνατότητα αναγνώρισης της τρίτης διάστασης αποτελεί σημαντικότατο βήμα και πρέπει να γίνεται προσεκτικά, αφού ενδέχεται να επηρεάσει την αναδόμηση προς τις παρελθόντες περιόδους. Έτσι, κι ενώ συνεχίζεται η επανατοποθέτηση των ρηξιτεμαχών σε διαφορετικές θέσεις είτε με κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις προσαρμόζεται η κοινή, για όλη την περιοχή, επιφάνεια της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να προσομοιώνεται η σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών έχοντας ως σημείο αναφοράς την ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας. Τα τεκτονικά στοιχεία (ρήγματα, περιστροφές ρηξιτεμαχών κλπ.) δίνουν πληροφορίες για τις πιο πρόσφατες κινήσεις, ενώ τα στρωματογραφικά δεδομένα τροφοδοτούν το μοντέλο της αναπαράστασης με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δημιουργίας των σχηματισμών (βάθος απόθεσης κλπ).&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα κρίνονται άκρως ικανοποιητικά αφού ανταποκρίνονται σε μεγάλο ποσοστό στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποκλίσεις από την αληθινή γεωλογική ιστορία της περιοχής. Μάλιστα, αρκετές ήταν οι φορές όπου δεν συμβάδιζαν τα δεδομένα μεταξύ τους και μετά από νέα υπαίθρια εργασία γινόταν αντιληπτό κάποιο νέο στοιχείο που είτε αφορούσε κάποιο καλυμμένο ρήγμα (και κατά συνέπεια άλλαζαν εκ νέου τα όρια των ρηξιτεμαχών), είτε κάποια λανθασμένη μέτρηση ή ακόμα και κακή εκτίμηση κάποιας επαφής. Σε γενικές γραμμές, οι παραδοχές που γίνονται σχετικά με το αρχικό ανάγλυφο αλλά και τον τρόπο δημιουργίας της σημερινής μορφολογίας κρίνονται ως αναγκαίες, καθώς δεν έχει αναπτυχθεί ικανοποιητική μεθοδολογία για τον υπολογισμό της διάβρωσης σε αντίστοιχη κλίμακα. Δε φαίνεται, πάντως, να επηρεάζεται το τελικό αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται, σε τεκτονικά ενεργές περιοχές, όπως η Κρήτη, όπου υπάρχουν σημαντικότατες κατακόρυφες και οριζόντιες κινήσεις κατά τη διάρκεια της Νεογενούς περιόδου, μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τη γεωλογική ιστορία τους. Η σύνδεση μικρότερων περιοχών σε ένα ευρύτερο γεωτεκτονικό πλαίσιο μπορεί να γεννήσει ακόμη και νέα ερωτηματικά με απώτερο στόχο τη βελτίωση των γνώσεων που έχουμε για το γεωλογικό παρελθόν και η συμμετοχή τεχνικών τηλεπισκόπησης και συστημάτων διαχείρισης γεωγραφικών πληροφοριών είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat7.gif | thumb | right | Σχήμα 7. Μοντέλο μορφο-τεκτονικής εξέλιξης για την περιοχή μελέτης ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0.</id>
		<title>Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηέπισκόπησης και Γ.Σ.Π.</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0."/>
				<updated>2012-03-04T21:12:15Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΤΟΧΟΣ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα προϊόντα της ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων τηλεπισκόπησης αποτελούν, εδώ και χρόνια, σημαντικά εργαλεία για τη χαρτογράφηση γεωλογικών σχηματισμών και μορφοτεκτονικών δομών. Με τις σύγχρονες τεχνικές ορθοαναγωγής, ταύτισης και συγχώνευσης εικόνων, ακόμη κι αν προέρχονται από συστήματα με διαφορετικά γεωμετρικά και φασματικά χαρακτηριστικά, παράγονται εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της ακρίβειας σε μεγάλης κλίμακας γεωλογική χαρτογράφηση. Η λεπτομερέστερη αποτύπωση των γεωλογικών επαφών βοηθάει στη δημιουργία τρισδιάστατων μπλοκ διαγραμμάτων, απεικονίζοντας το υφιστάμενο μορφοτεκτονικό καθεστώς της υπό έρευνα περιοχής. Βασικό στόχο αποτελεί η μοντελοποίηση των σχετικών κινήσεων των ρηξιτεμαχών από τα οποία συντίθεται η περιοχή, όσο το δυνατόν πιο πίσω στο χρόνο, με αποτέλεσμα την εκτίμηση της αρχικής κατάστασης από την οποία προήλθε η σύγχρονη δομή. Η διαδικασία προϋποθέτει τη σταδιακή μορφολογική, στρωματογραφική και τεκτονική αναδόμηση της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης του χρόνου και οδηγώντας στην ανάλυση της μορφοτεκτονικής εξέλιξής της. Η περιοχή των δυτικών Αστερουσίων προσφέρεται για τέτοιου είδους ανάλυση λόγω της παρουσίας της ασυμφωνίας των μεταλπικών σχηματισμών στο αλπικό υπόβαθρο, καθώς και πλήθους εφελκυστικών ρηξιγενών ζωνών που έχουν διαρρήξει πρόσφατα την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΕΙΣΑΓΩΓΗ''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η οροσειρά των Αστερουσίων, με διεύθυνση Α-Δ, αποτελεί το νοτιότερο όριο της Κρήτης προς το Λιβυκό πέλαγος. Οριοθετεί προς νότο την Τεταρτογενή λεκάνη της Μεσσαράς, της οποίας η γεωλογική – γεωμορφολογική ιστορία συνδέεται άμεσα με τη δράση ρηγμάτων απο- κόλλησης, καθώς αναπτύσσεται στην κορυφή του κατερχόμενου ρηξιτεμάχους ενός κανονικού ρήγματος με μικρή κλίση προς νότο. Η θραυσιγενής παραμόρφωση που παρατηρείται σε αυτού του είδους τις λεκάνες είναι ένα θέμα που απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια, οπότε και έγινε ευρύτερα αποδεκτή η θεωρία των ρηγμάτων αποκόλλησης ως των κυρίων μορφών έκφρασης εφελκυσμού και λέπτυνσης του φλοιού σε περιοχές σύγκλισης τεκτονικών πλακών. Η μελέτη της ιστορίας της παραμόρφωσης στο κατερχόμενο τέμαχος του ρήγματος αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, με τη μέθοδο της μορφοτεκτονικής αναδόμησης, αποτελεί τον κύριο στόχο της παρούσης εργασίας. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε μεγάλη λεπτομέρεια και ακρίβεια στην αποτύπωση των τεκτονοστρωματογραφικών στοιχείων, ιδιαίτερα των σχηματισμών που αποτέθηκαν μετά αλλά και κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας της συγκεκριμένης επιφάνειας αποκόλλησης. Η υπαίθρια εργασία πλαισιώθηκε από μεθοδολογία που περιλάμβανε τεχνικές τηλεπισκόπησης για την όσο το δυνατό λεπτομερέστερη και ακριβέστερη γεωλογική χαρτογράφηση και στη συνέχεια παρουσίαση των δεδομένων σε τρεις διαστάσεις μέσω διαδικασιών και αλγορίθμων που συμπεριλαμβάνονται σε Συστήματα επεξεργασίας Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat1.gif | thumb | right | Σχήμα 1. Γεωγραφική θέση της ευρύτερης περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που επιλέχθηκε για την εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται παρακάτω, αποτελεί το δυτικότερο τμήμα του γεωλογικού χάρτη 1:50.000, φύλλο Αντισκάρι, που έχει εκδοθεί από το Ι.Γ.Μ.Ε.. Η επιλογή της έγινε λόγω της έντονης παρουσίας μεταλπικών σχηματισμών εκτός των ορίων της σημερινής λεκάνης της Μεσσαράς, γεγονός που δεν συμβαίνει σε κάποιο άλλο σημείο, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου τεκτονισμού που εκφράζεται μέσω της συστηματικής στρέψης ρηξιτεμαχών γύρω από άξονα διεύθυνσης ΒΑ-ΝΔ. Η ήδη υπάρχουσα χαρτογράφηση αποτέλεσε τη βάση για την λεπτομερέστερη αποτύπωση των τεκτονικών και στρωματογραφικών επαφών σε χάρτες μεγαλύτερης κλίμακας (1:5.000). Η περιοχή που αναδομήθηκε εκτείνεται από τον αρχαιολογικό χώρο του Κομού (στα βόρεια των Ματάλων) μέχρι το χωριό Καλοί Λιμένες (Σχ. 1) και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάτμησης που έχει προκληθεί από πρόσφατο εντατικό πεδίο, καθώς παρατηρούνται γεωμορφολογικές δομές (κατά βάθος διάβρωση, μορφολογικές ασυνέχειες, κεκλιμένες επιφάνειες επιπέδωσης, κλπ) που αντιστοιχούν σε ενεργή περιοχή. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύνολο απo ρηξιτεμάχη που έχουν κινηθεί σχεδόν ανεξάρτητα και διαχωρίζονται από μικρές ή μεγάλες ρηξιγενείς ζώνες, οι οποίες και τα οριοθετούν. Η σημερινή τοποθέτησή τους αποτελεί την αρχική κατάσταση από την οποία ξεκινά η εφαρμογή 96 της μεθοδολογίας και κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη η ακριβής γεωλογική χαρτογράφηση. Γενικά, στην περιοχή μεταξύ Κομού και Καλών Λιμένων εμφανίζονται μεταλπικοί σχηματισμοί Μειοκαινικής ηλικίας να καλύπτουν ασύμφωνα το αλπικό υπόβαθρο, το οποίο δομούν αρκετές αλπικές ενότητες. Για τις ανάγκες της παρούσης εργασίας το αλπικό υπόβαθρο θεωρήθηκε ενιαίο (Σχ. 2). Οι μεταλπικοί σχηματισμοί που το καλύπτουν ασύμφωνα περιγράφονται στη συνέχεια σε συντομία:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αμπελούζου (Τορτόνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην περιοχή που περιγράφεται εντοπίζονται τα ανώτερα μέλη του σχηματισμού Αμπελούζου να καλύπτουν απ’ ευθείας το αλπικό υπόβαθρο. Πρόκειται για αποθέσεις βαθιάς θάλασσας, ηλικίας Ανώτερου Τορτονίου, με πολύ καλά στρωμένες μάργες, άμμους και ψαμμίτες να περιλαμβάνουν απολιθώματα Pecten, Clypeaster, Lithothamnium και Ostrea. Ο πιο χαρακτηριστικός ορίζοντας του σχηματισμού είναι αυτός με τη “θανατοκοινωνία” των Ostrea, ο οποίος βρίσκεται λίγα μέτρα επάνω από την ασυμφωνία με τα αλπικά πετρώματα και ακριβώς κάτω από την ασυμφωνία με τους ορίζοντες του υπερκείμενου σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας. Το πάχος του ορίζοντα δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο, ενώ συναντάται μόνο στο βόρειο τμήμα της περιοχής ενδιαφέροντος, αφού μόνο εκεί υπάρχει εμφάνιση του σχηματισμού Αμπελούζου. Στο νότιο τμήμα παρατηρείται απουσία του σχηματισμού αυτού γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής στην περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αγ. Βαρβάρας (Μεσσήνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε όλη τη περιοχή μελέτης παρατηρήθηκαν τα ιζήματα του σχηματισμού Αγίας Βαρβάρας, τα οποία έχουν ηλικία Μεσσήνιο. Αποτελούνται, γενικά, από βιοκλαστικούς ασβεστόλιθους των οποίων η απόθεση άρχισε την περίοδο του Ανώτερου Τορτονίου – Μεσσηνίου. Τα κατώτερα τμήματα της ακολουθίας αποτελούνται από αναμιγμένα κλαστικά προϊόντα αποσάθρωσης με ανθρακικής σύστασης αποθέσεις μικρού θαλάσσιου βάθους. Αυτοί οι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι βρίσκονται σε ασυμφωνία όχι μόνο με τα υποκείμενα στρώματα του σχηματισμού Αμπελούζου αλλά και με τις αλπικές ενότητες τις οποίες καλύπτουν απ’ ευθείας&lt;br /&gt;
στην κεντρική και νότια περιοχή. Σύμφωνα με χρονολόγηση της επαφής του με τον υποκείμενο σχηματισμό Αμπελούζου, άρχισε να αποτίθεται πριν από 6,941 Ma. Η ασυμφωνία με τις υποκείμενες ενότητες συνδυάζεται τις περισσότερες φορές με την ύπαρξη κροκαλοπαγούς, άλλοτε με μικρές και άλλοτε με μεγάλες κροκάλες, ποικίλης σύστασης και πάχους που δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Συχνά απαντούν τα απολιθώματα Lithothamnium, Clypeaster, Pecten.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat2.gif | thumb | right | Σχήμα 2. Ψευδοτρισδιάστατος γεωλογικός χάρτης της περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ψηφιακά δεδομένα τηλεπισκόπησης που υπήρχαν διαθέσιμα για περαιτέρω επεξεργασία ώστε να είναι δυνατή η ανάδειξη τεκτονικών δομών και τα όρια των επιφανειακών εμφανίσεων των διαφόρων λιθολογιών, αφορούν πολυφασματικές δορυφορικές εικόνες LANDSAT-7/ETM+, SPOT-4, IKONOS-2 καθώς και μωσαϊκό παγχρωματικών ορθοφωτογραφιών. Η επεξεργασία των παραπάνω δεδομένων έγινε μέσω εξειδικευμένων λογισμικών πακέτων, σχετικών με την ψηφιακή επεξεργασία και ανάλυση δορυφορικών εικόνων, ξεκινώντας από τη διαδικασία γεωμετρικής ταύτισης των ψηφιακών εικόνων σε ενιαίο σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου χρησιμοποιούνται εικόνες με πολύ μεγάλη χωρική διακριτική ικανότητα, σε περιοχές με έντονη τοπογραφία αλλά και σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αεροφωτογραφίες για την παραγωγή μωσαϊκών σε ενιαίες ψηφιακές εικόνες, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του παράγοντα «επιφανειακό ανάγλυφο», στην διαδικασία της γεωμετρικής διόρθωσης.&lt;br /&gt;
Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ορθοαναγωγή και μέσω αυτής, στις νέες συντεταγμένες του κελιού, λαμβάνεται υπ’ όψιν και το υψόμετρο της νέας θέσης, κατά τη διαδικασία ταύτισης των δεδομένων μεταξύ τους. Δεν διαφέρει πολύ από τη γεωμετρική διόρθωση, εκτός του γεγονότος ότι, συνήθως, χρησιμοποιείται ένα ψηφιακό μοντέλο αναγλύφου με ανάλυση αντίστοιχη της χωρικής διακριτικής ικανότητας της εικόνας. Σε σχετικά επίπεδες περιοχές, τα αποτελέσματα της ορθοαναγωγής δεν είναι πολύ&lt;br /&gt;
διαφορετικά, όμως σε περιοχές με έντονη αυξομείωση του αναγλύφου, είναι απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί μεγάλη ακρίβεια. Η ψηφιοποίηση του τοπογραφικού υποβάθρου από διαγράμματα της Γ.Υ.Σ. με κλίμακα 1:5.000 και η κατασκευή ψηφιακού μοντέλου αναγλύφου υψηλής ακρίβειας και μεγάλης ανάλυσης, βοήθησε στην ορθοαναγωγή όλων των δεδομένων τηλεπισκόπησης, με σκοπό τον συνδυασμό των χωρίς χωρικές στρεβλώσεις που θα οδηγούσαν σε λάθος συμπεράσματα. Η μεθοδολογία, εκτός της συμβατικής παρατήρησης της περιοχής με συνδυασμούς καναλιών είτε από το ορατό ή το υπέρυθρο τμήμα του φάσματος συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία λόγων μεταξύ καναλιών, οι οποίοι είναι χρήσιμοι στη διάκριση μεταξύ τύπων πετρωμάτων που έχουν σχετικά μεγάλες περιεκτικότητες σε ορισμένα στοιχεία. Η τεχνική συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας εικόνας βασισμένης στο λόγο των ψηφιακών τιμών δύο επιλεγμένων φασματικών ζωνών, για κάθε κελί. Η επιλογή των φασματικών ζωνών εξαρτάται από γνώση των φασματικών χαρακτηριστικών των αντικειμένων που χρειάζεται να αναδειχθούν. Γενικά, η διαίρεση φασματικών καναλιών είναι μια μέθοδος, με την οποία δημιουργούνται ψευδέγχρωμες εικόνες που βελτιώνουν τις λεπτές χρωματικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιφανειακών υλικών, που συχνά είναι δύσκολο να ανιχνευτούν στις αρχικές εικόνες. Αν και οι λόγοι καναλιών είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος μαθηματικής επεξεργασίας των πρωτογενών τιμών των κελιών μιας εικόνας, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μπορεί να γίνουν όλων των ειδών οι μαθηματικές πράξεις, αρκεί να υποστηρίζονται από το λογισμικό επεξεργασίας τους. Η χρωματική κλίμακα μιας εικόνας που έχει προκύψει από τη διαίρεση των τιμών των κελιών, δύο καναλιών, έχει τις 256 διαβαθμίσεις του γκρι και το ιστόγραμμά της μπορεί να μετασχηματιστεί με τους κλασσικούς τρόπους, ώστε να βελτιωθεί η οπτική της παρουσίαση. Οποιοιδήποτε τρεις λόγοι καναλιών μπορούν να συνδυαστούν στα τρία βασικά χρώματα (R,G,B) και να σχηματιστεί μια ψευδέγχρωμη εικόνα. Οι νέες εικόνες που προκύπτουν, πολλές φορές περιέχουν μεγαλύτερη γεωλογική πληροφορία, αφού δημιουργείται μεγαλύτερη αντίθεση μεταξύ περισσότερων στοιχείων, καθότι λαμβάνονται υπ’ όψιν περισσότερες φασματικές περιοχές. Το βασικό μειονέκτημα σε αυτή τη διαδικασία είναι η πολύ συχνή ανάδειξη θορύβου, η οποία εκφράζεται μέσα από σειρές κελιών με μηδενική τιμή. Σε γενικές γραμμές έχει αποδειχθεί ότι τα πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε ορυκτά στα οποία συμμετέχουν σιδηρούχα οξείδια, παρουσιάζουν μεγάλη φωτεινότητα, μετά την εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 3 και παρονομαστή το κανάλι 2 του των δορυφορικών εικόνων LANDSAT 7- ETM+. Ακόμη, ο λόγος με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 4 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τα πετρώματα που συνίστανται από μεγάλη περιεκτικότητα σε ορυκτά που περιέχουν σίδηρο. Επίσης, η εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 7 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τις περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αργίλου, που συνήθως σχετίζεται με την χημική εξαλλοίωση των επιφανειακών στρωμάτων του υποβάθρου. Φυσικά, οι ιδανικές συν- θήκες εφαρμογής των παραπάνω λόγων αφορούν πλήρη απαλοιφή των ατμοσφαιρικών επιδράσεων και την πλήρη απουσία βλάστησης. Όμως σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία αυτή είναι ενδεικτική για επιφανειακές αλλαγές που αξίζουν την υπαίθρια διερεύνησή τους. Για γεωλογικές εφαρμογές, είναι αρκετά συχνή η σύνθεση ψευδέγχρωμων εικόνων με λόγους δύο φασματικών καναλιών των εικόνων LANDSAT 7/ETM+, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση του συνδυασμού 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B), με σκοπό να διακριθούν διαφορετικά είδη πετρωμάτων (Σχ. 3) ή των λόγων 4/3, 3/1 και 5/7 (Σχ. 4) για την καταγραφή επιφανειακών εξαλλοιώσεων λόγω παρουσίας νερού και μεγάλων εναλλαγών θερμοκρασίας και υγρασίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat3.gif | thumb | right | Σχήμα 3. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκε ο συνδυασμός των λόγων 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να γίνουν ορατές και εκμεταλλεύσιμες, ως προς τη γεωλογική χαρτογράφηση, οι ορυκτολογικές διαφο- ροποιήσεις των επιφανειακών σχηματισμών ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat4.gif | thumb | left | Σχήμα 4. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκαν οι λόγοι 4/3, 3/1, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να απεικονισθούν καλύτερα οι περιοχές που δεν εμφανίζονται ανθρακικά πετρώματα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στο τμήμα της μεθοδολογίας που αφορά στην Τηλεπισκόπηση, αυτό συμπληρώνεται από την διαδικασία της συγχώνευσης των δεδομένων που προέρχονται από διαφορετικές πηγές. Η συγχώνευση των δεδομένων (merging) έδωσε μία νέα ώθηση την τελευταία δεκαετία, με σκοπό την καλύτερη αξιοποίηση της πληθώρας των δεδομένων που παρέμεναν ανεκμετάλλευτα σε πολλές εφαρμογές. Τα τελικά προϊόντα  παρέχουν πολλές φορές αυξημένες ικανότητες ερμηνείας, αφού συνδυάζονται δεδομένα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έγχρωμη εικόνα, η οποία απεικονίζεται με το συνδυασμό των τριών βασικών χρωμάτων, μετασχηματίζεται στο συνδυασμό έντασης- χροιάς-καθαρότητας. Στο αποτέλεσμα της εφαρμογής του μετασχηματισμού αυτού, απομονώνεται ο παράγοντας ένταση, ο οποίος περιλαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές του φωτισμού που οφείλονται στις μεταβολές του αναγλύφου. Αντίθετα, παραμένουν οι δύο άλλοι παράγοντες, που περιέχουν τις φασματικές πληροφορίες, που αντιστοιχούν στην ανακλαστικότητα της επιφάνειας. Ο παράγοντας ένταση αντικαθίσταται από μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης διακριτικής ικανότητας και γίνεται εκ νέου μετασχηματισμός στα τρία βασικά χρώματα. Μετά από αυτόν το νέο μετασχηματισμό, δημιουργείται μια νέα εικόνα με τα ίδια φασματικά χαρακτηριστικά αλλά με καλύτερη χωρική ανάλυση. Ένα βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου, είναι ότι μπορούν να συμμετέχουν μόνο τρία κανάλια κάθε φορά και κατά συνέπεια, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η διαδικασία για κάθε συνδυασμό καναλιών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που εξασφαλίζει μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα σε όλα τα κανάλια βασίζεται στην ανάλυση των κυρίων συνιστωσών (principal component analysis). Η ανάλυση αυτή γίνεται μέσα από στατιστικές διεργασίες, το αντικείμενο των οποίων είναι πέρα από το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Η ουσία είναι ότι μέσα από αυτήν τη διαδικασία υπολογισμού, αναλύεται η πληροφορία που έχει καταγραφεί σε κάθε κελί και αυτή που είναι κοινή για όλες τις φασματικές ζώνες, καθορίζεται ως πρώτη κύρια συνιστώσα. Το περιεχόμενό της σχετίζεται με την παγχρωματική πληροφορία της πολυφασματικής εικόνας και κατά συνέπεια μπορεί να αντικατασταθεί με μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης χωρικής ανάλυσης. Στο τέλος της μεθοδολογίας η εικόνα αναδομείται με μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί οι τιμές των κελιών που αντιπροσωπεύουν την ανάκλαση που έχει καταγραφεί στις διάφορες φασματικές περιοχές. Η τελευταία μεθοδολογία εφαρμόστηκε στη συγχώνευση πολυφασματικών δεδομένων από εικόνα LANDSAT-7/ETM+ με το μωσαϊκό από αεροφωτογραφίες, με διακριτική ικανότητα μικρότερη του ενός μέτρου, ενώ σε όλα τα δεδομένα είχε γίνει ήδη ορθοαναγωγή και ταύτιση (Σχ. 5). Το τελικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε ιδανικό για την περίπτωση της γεωλογικής χαρτογράφησης της περιοχής, αφού το προϊόν που δημιουργήθηκε έχει όλα τα φασματικά χαρακτηριστικά μιας δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 αλλά με σαφώς καλύτερη χωρική διακριτική ικανότητα (&amp;lt;1μ).&lt;br /&gt;
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε με τα προϊόντα που προέκυψαν από την εκτέλεση λόγων μεταξύ των καναλιών και αναφέρθηκαν προηγουμένως. Κατά συνέπεια, η οριοθέτηση των επαφών που χαρτογραφήθηκαν λόγω της διαφορετικής ορυκτολογικής σύστασης των διαφόρων λιθολογικών εμφανίσεων ή ακόμα και του μανδύα αποσάθρωσής των, γίνεται με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Ο συνδυασμός των παραπάνω τεχνικών με την εργασία υπαίθρου δίνει μεγάλη αξιοπιστία στη γεωλογική χαρτογράφηση, η οποία αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίζεται η μορφοτεκτονική αναδόμηση της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκτός από τα παραπάνω προϊόντα που έχουν ιδιότητες προσανατολισμένου χάρτη δύο διαστάσεων, θεωρήθηκε αναγκαία η τρισδιάστατη απεικόνιση της περιοχής και μέσω διαδικασιών εικονικής πραγματικότητας, να βοηθηθεί η διαδικασία της εξαγωγής συμπερασμάτων σχετικά με τη χωροθέτηση των ρηξιγενών ζωνών και κατά συνέπεια την οριοθέτηση των διαφόρων ρηξιτεμαχών. Ο συνδυασμός των συγχωνευμένων εικόνων, με πολύ καλή χωρική διακριτική ικανότητα και των ψηφιακών μοντέλων αναγλύφου, πολύ μεγάλης χωρικής ανάλυσης, έδωσε τη δυνατότητα για υψηλής ποιότητας τρισδιάστατες απεικονίσεις. Οι απεικονίσεις αυτού του τύπου δίνουν μια νέα διάσταση στις γεωλογικές παρατηρήσεις, αφού εκμεταλλευόμενοι τους ενσωματωμένους αλγορίθμους ορισμένων λογισμικών, είναι δυνατή η αλλαγή της γωνίας θέασης, είτε σε σχέση με τον ορίζοντα, είτε σε σχέση με το βορά. Οι δυνατότητες αυτές δίνουν την αίσθηση της υπαίθριας κατάστασης, που αφ’ ενός έχουν πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, αλλά αφ’ ετέρου πρόκειται για εικονική πραγματικότητα, η οποία αρκετές φορές δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την αληθινή εικόνα.&lt;br /&gt;
Η μεγαλύτερη προσπάθεια για την επίτευξη του καλύτερου οπτικού αποτελέσματος γίνεται στη φάση ορθοαναγωγής της εικόνας, η οποία χρησιμοποιείται για να «καλύψει» το ανάγλυφο, που δημιουργείται με βάση τις υψομετρικές τιμές των κελιών του ψηφιακού μοντέλου. Ουσιαστικά, στην τιμή κάθε κελιού ενσωματώνεται η υψομετρική πληροφορία και αυτό τοποθετείται στο απόλυτο υψόμετρο, διατηρώντας παράλληλα και την φασματική πληροφορία. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με διανυσματικά επίπεδα πληροφορίας (π.χ. ρηξιγενείς ζώνες, λιθολογικά όρια) με απώτερο στόχο τη διόρθωση και λεπτομερή αποτύπωσή τους. Μέσα σε αυτές τις δυνατότητες περιλαμβάνεται η αλλαγή της ψευδοσκίασης, με εικονική αλλαγή της θέσης της φωτεινής πηγής, που υποκαθιστά τον ηλιακό φωτισμό. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται γεωλογικά όρια, τα οποία συνήθως ταυτίζονται με γεωμορφολογικές δομές που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν σε δύο διαστάσεις και τελικά γίνεται σωστή διάκριση των τεκτονικών ρηξιτεμαχών που χρειάζονται για την προσομοίωση της μορφοτεκτονικής εξέλιξης της περιοχής. Συνολικά διακρίθηκαν 15 ρηξιτεμάχη, για κάθε ένα από τα οποία υπολογίστηκε η κίνησή του από την περίοδο του ανώτερου Τορτονίου μέχρι και σήμερα, με βάση τους σχηματισμούς που τα καλύπτουν, τα στρωματογραφικά χαρακτηριστικά τους και την κινηματική ιστορία που τους προσδίδουν τα ρήγματα που τα οριοθετούν (Σχ. 6). Στην κινηματική ιστορία του κάθε ρηξιτεμάχους συμπεριλήφθηκε το υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν κατά τη διάρκεια απόθεσης των μεταλπικών ιζημάτων αλλά και η σημερινή του θέση και μορφολογία. Για την εφαρμογή της μεθοδολογίας και την τελική μορφο-τεκτονική εξέλιξη της περιοχής χρειάστηκε να ληφθούν ορισμένες παραδοχές, που όμως κρίνεται ότι δεν μπορεί να αλλοιώσουν το τελικό αποτέλεσμα σε ότι αφορά στην σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών. Οι παραδοχές αυτές σχετίζονται με το αρχικό μορφολογικό ανάγλυφο των ρηξιτεμαχών πριν τη βύθισή τους και μετά την ανάδυσή τους από τη λεκάνη ιζηματογένεσης και κατ’ επέκταση αν ο βαθμός διάβρωσης είναι ομοιόμορφος σε ολόκληρη την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΟΡΦΟ-TEKTONIKH ΕΞΕΛΙΞΗ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκινώντας από την περίοδο του Νεογενούς, οπότε και η περίοδος της αλπικής παραμόρφωσης και τοποθέτησης των γεωτεκτονικών καλυμμάτων βρίσκεται στο τέλος της, η περιοχή αναδύεται (Σχ. 7a) και δημιουργείται το ανάγλυφο του αλπικού υποβάθρου που θα αποτελέσει στη συνέχεια τον πυθμένα της μεταλπικής λεκάνης ιζηματογένεσης (Σχ. 7b).&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια, σε χρονική περίοδο που προηγείται της απόθεσης του σχηματισμού Αμπελούζου (Ανώτερο Τορτόνιο), φαίνεται να ενεργοποιήθηκε μια εφελκυστική τεκτονική ζώνη με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, η οποία βυθίζει το ΒΔ τμήμα, σε σχέση με το ΝΑ που ανυψώνεται σχετικά (Σχ. 7c). Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των κανονικών ρηγμάτων, με κλίση προς τα ΒΔ, που συνθέτουν τη ζώνη, είναι ο διαχωρισμός του αλπικού παλαιοαναγλύφου σε δύο τμήματα. Στο ΒΔ τμήμα, που συνεχίζει να βυθίζεται κατά το Τορτόνιο, αποτίθενται οι μαργαϊκοί ορίζοντες του σχηματισμού Αμπελούζου. Το ΝΑ τμήμα που ανυψώθηκε, παραμένει εκτός της λεκάνης ιζηματογένεσης του Τορτονίου.&lt;br /&gt;
Στο τέλος της περιόδου του Ανώτερου Τορτονίου, και όσο το ΒΔ τμήμα βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και εξελισσόταν η ιζηματογένεση του σχηματισμού του Αμπελούζου, το εντατικό πεδίο που φαίνεται να αλλάζει. Τα συνιζηματογενή ρήγματα που εντοπίστηκαν στην περιοχή έχουν διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και κανονικό χαρακτήρα. Ανάλογες δομές εντοπίστηκαν και σε ορίζοντες του σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας και κατά συνέπεια το ίδιο εντατικό πεδίο συνεχίστηκε και μετά την καταβύθιση ολόκληρης της περιοχής. Η τεκτονική ζώνη που ενεργοποιήθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την καταβύθιση της περιοχής, θα πρέπει να έχει διεύθυνση εγκάρσια στη ΒΑ-ΝΔ, ώστε να επηρεάσει και τα δύο τμήματα της περιοχής, ενώ η κλίση της οφείλει να είναι προς τη λεκάνη ιζηματογένεσης, δηλαδή προς τα ΝΔ (Σχ. 7d). Η ηλικία της κίνησης προσδιορίζεται να έγινε πριν από 6,9 εκατομμύρια χρόνια  οπότε και ξεκινάει η απόθεση των ιζημάτων του σχηματισμού της Αγίας Βαρβάρας με ηλικία Μεσσήνιο.&lt;br /&gt;
Σε όλες τις παραπάνω χρονικές περιόδους παρέμειναν εκτός λεκανών ιζηματογένεσης οι κορυφές των Αστερουσίων που βρίσκονται ανατολικότερα αλλά και οι κορυφές στα ακρωτήρια Κεφάλι και Καλόγηρος, δημιουργώντας παλαιονησίδες (Σχ. 7e). Μετά το Μεσσήνιο άρχισε η σταδιακή ανάδυση της περιοχής με ταυτόχρονη αλλαγή του εντατι- κού πεδίου, το οποίο παραμένει όμως εφελκυ- στικού τύπου (Σχ. 7f). Ο κύριος άξονας παραμόρφωσης έχει (σημερινή) διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ ως ΒΒΔ-ΝΝΑ. Δημιουργούνται ρηξιγενείς ζώνες με διεύθυνση ΝΔ-ΒΑ ως ΔΝΔ-ΑΒΑ (Σχ. 7h). Την ίδια διεύθυνση έχουν άξονες πτυχών, που δημιουργήθηκαν είτε από πάρελξη κοντά σε ρηξιγενείς ζώνες, είτε από κάμψεις λόγω βαρύτητας, καθώς τα κανονικά ρήγματα που δραστηριοποιούνται είναι λιστρικού τύπου, με σχετικά μικρή κλίση και καταλήγουν στο μεγάλο ρήγμα αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, προκαλώντας τη στρέψη των ρηξιτεμαχών για την πλήρωση του κενού χώρου που δημιουργείται στο βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΘΟΔΟΥ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που παρουσιάστηκε αφορά την συνένωση αρκετών καινοτόμων κα κλασσικών τεχνικών με μοναδικό στόχο την ακριβέστερη αναπαράσταση των επιφανειακών μετακινήσεων μιας περιοχής. Η πολυπαραμετρική προσέγγιση μιας περιοχής αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα στην εφαρμογή της τεχνικής της αναδόμησης, όταν απώτερος στόχος είναι η μορφοτεκτονική εξέλιξή της. Η ακριβής αποτύπωση των στρωματογραφικών και τεκτονικών επαφών καθώς και τα χαρακτηριστικά τους, μέσω των οποίων προκύπτει η ιστορία τους, είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της μεθοδολογίας που περιγράφεται και σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η σωστή εκμετάλλευση των δεδομένων τηλεπισκόπησης καθώς και των προϊόντων που προκύπτουν από την επεξεργασία τους. Η αύξηση της χωρικής διακριτικής ικανότητας επιτρέπει την λεπτομερέστερη τοποθέτηση σημαντικών επαφών και κατά συνέπεια την ακριβέστερη διάκριση των ρηξιτεμαχών που συμμετέχουν στην παλινσπαστική διαδικασία. Η εισαγωγή των δεδομένων αυτών σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών με δυνατότητα αναγνώρισης της τρίτης διάστασης αποτελεί σημαντικότατο βήμα και πρέπει να γίνεται προσεκτικά, αφού ενδέχεται να επηρεάσει την αναδόμηση προς τις παρελθόντες περιόδους. Έτσι, κι ενώ συνεχίζεται η επανατοποθέτηση των ρηξιτεμαχών σε διαφορετικές θέσεις είτε με κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις προσαρμόζεται η κοινή, για όλη την περιοχή, επιφάνεια της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να προσομοιώνεται η σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών έχοντας ως σημείο αναφοράς την ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας. Τα τεκτονικά στοιχεία (ρήγματα, περιστροφές ρηξιτεμαχών κλπ.) δίνουν πληροφορίες για τις πιο πρόσφατες κινήσεις, ενώ τα στρωματογραφικά δεδομένα τροφοδοτούν το μοντέλο της αναπαράστασης με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δημιουργίας των σχηματισμών (βάθος απόθεσης κλπ).&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα κρίνονται άκρως ικανοποιητικά αφού ανταποκρίνονται σε μεγάλο ποσοστό στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποκλίσεις από την αληθινή γεωλογική ιστορία της περιοχής. Μάλιστα, αρκετές ήταν οι φορές όπου δεν συμβάδιζαν τα δεδομένα μεταξύ τους και μετά από νέα υπαίθρια εργασία γινόταν αντιληπτό κάποιο νέο στοιχείο που είτε αφορούσε κάποιο καλυμμένο ρήγμα (και κατά συνέπεια άλλαζαν εκ νέου τα όρια των ρηξιτεμαχών), είτε κάποια λανθασμένη μέτρηση ή ακόμα και κακή εκτίμηση κάποιας επαφής. Σε γενικές γραμμές, οι παραδοχές που γίνονται σχετικά με το αρχικό ανάγλυφο αλλά και τον τρόπο δημιουργίας της σημερινής μορφολογίας κρίνονται ως αναγκαίες, καθώς δεν έχει αναπτυχθεί ικανοποιητική μεθοδολογία για τον υπολογισμό της διάβρωσης σε αντίστοιχη κλίμακα. Δε φαίνεται, πάντως, να επηρεάζεται το τελικό αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται, σε τεκτονικά ενεργές περιοχές, όπως η Κρήτη, όπου υπάρχουν σημαντικότατες κατακόρυφες και οριζόντιες κινήσεις κατά τη διάρκεια της Νεογενούς περιόδου, μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τη γεωλογική ιστορία τους. Η σύνδεση μικρότερων περιοχών σε ένα ευρύτερο γεωτεκτονικό πλαίσιο μπορεί να γεννήσει ακόμη και νέα ερωτηματικά με απώτερο στόχο τη βελτίωση των γνώσεων που έχουμε για το γεωλογικό παρελθόν και η συμμετοχή τεχνικών τηλεπισκόπησης και συστημάτων διαχείρισης γεωγραφικών πληροφοριών είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0.</id>
		<title>Μορφοτεκτονική εξέλιξη των Δ.Αστερουσίων με χρήση τεχνικών επεξεργασίας δεδομένων Τηέπισκόπησης και Γ.Σ.Π.</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9C%CE%BF%CF%81%CF%86%CE%BF%CF%84%CE%B5%CE%BA%CF%84%CE%BF%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%B5%CE%BE%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%94.%CE%91%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%85%CF%83%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%B5%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B3%CE%B1%CF%83%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CE%B4%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%AD%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%93.%CE%A3.%CE%A0."/>
				<updated>2012-03-04T21:11:03Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ - ΣΤΟΧΟΣ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα προϊόντα της ψηφιακής επεξεργασίας δεδομένων τηλεπισκόπησης αποτελούν, εδώ και χρόνια, σημαντικά εργαλεία για τη χαρτογράφηση γεωλογικών σχηματισμών και μορφοτεκτονικών δομών. Με τις σύγχρονες τεχνικές ορθοαναγωγής, ταύτισης και συγχώνευσης εικόνων, ακόμη κι αν προέρχονται από συστήματα με διαφορετικά γεωμετρικά και φασματικά χαρακτηριστικά, παράγονται εικόνες πολύ υψηλής χωρικής διακριτικής ικανότητας, οι οποίες στις περισσότερες περιπτώσεις μπορούν να συμβάλλουν στην αύξηση της ακρίβειας σε μεγάλης κλίμακας γεωλογική χαρτογράφηση. Η λεπτομερέστερη αποτύπωση των γεωλογικών επαφών βοηθάει στη δημιουργία τρισδιάστατων μπλοκ διαγραμμάτων, απεικονίζοντας το υφιστάμενο μορφοτεκτονικό καθεστώς της υπό έρευνα περιοχής. Βασικό στόχο αποτελεί η μοντελοποίηση των σχετικών κινήσεων των ρηξιτεμαχών από τα οποία συντίθεται η περιοχή, όσο το δυνατόν πιο πίσω στο χρόνο, με αποτέλεσμα την εκτίμηση της αρχικής κατάστασης από την οποία προήλθε η σύγχρονη δομή. Η διαδικασία προϋποθέτει τη σταδιακή μορφολογική, στρωματογραφική και τεκτονική αναδόμηση της περιοχής, συμπεριλαμβανομένης της διάστασης του χρόνου και οδηγώντας στην ανάλυση της μορφοτεκτονικής εξέλιξής της. Η περιοχή των δυτικών Αστερουσίων προσφέρεται για τέτοιου είδους ανάλυση λόγω της παρουσίας της ασυμφωνίας των μεταλπικών σχηματισμών στο αλπικό υπόβαθρο, καθώς και πλήθους εφελκυστικών ρηξιγενών ζωνών που έχουν διαρρήξει πρόσφατα την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΕΙΣΑΓΩΓΗ''' &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η οροσειρά των Αστερουσίων, με διεύθυνση Α-Δ, αποτελεί το νοτιότερο όριο της Κρήτης προς το Λιβυκό πέλαγος. Οριοθετεί προς νότο την Τεταρτογενή λεκάνη της Μεσσαράς, της οποίας η γεωλογική – γεωμορφολογική ιστορία συνδέεται άμεσα με τη δράση ρηγμάτων απο- κόλλησης, καθώς αναπτύσσεται στην κορυφή του κατερχόμενου ρηξιτεμάχους ενός κανονικού ρήγματος με μικρή κλίση προς νότο. Η θραυσιγενής παραμόρφωση που παρατηρείται σε αυτού του είδους τις λεκάνες είναι ένα θέμα που απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα τα τελευταία χρόνια, οπότε και έγινε ευρύτερα αποδεκτή η θεωρία των ρηγμάτων αποκόλλησης ως των κυρίων μορφών έκφρασης εφελκυσμού και λέπτυνσης του φλοιού σε περιοχές σύγκλισης τεκτονικών πλακών. Η μελέτη της ιστορίας της παραμόρφωσης στο κατερχόμενο τέμαχος του ρήγματος αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, με τη μέθοδο της μορφοτεκτονικής αναδόμησης, αποτελεί τον κύριο στόχο της παρούσης εργασίας. Για το λόγο αυτό χρειάστηκε μεγάλη λεπτομέρεια και ακρίβεια στην αποτύπωση των τεκτονοστρωματογραφικών στοιχείων, ιδιαίτερα των σχηματισμών που αποτέθηκαν μετά αλλά και κατά τη διάρκεια της δραστηριότητας της συγκεκριμένης επιφάνειας αποκόλλησης. Η υπαίθρια εργασία πλαισιώθηκε από μεθοδολογία που περιλάμβανε τεχνικές τηλεπισκόπησης για την όσο το δυνατό λεπτομερέστερη και ακριβέστερη γεωλογική χαρτογράφηση και στη συνέχεια παρουσίαση των δεδομένων σε τρεις διαστάσεις μέσω διαδικασιών και αλγορίθμων που συμπεριλαμβάνονται σε Συστήματα επεξεργασίας Γεωγραφικών Πληροφοριών (GIS).&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat1.gif | thumb | right | Σχήμα 1. Γεωγραφική θέση της ευρύτερης περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΓΕΩΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η περιοχή που επιλέχθηκε για την εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται παρακάτω, αποτελεί το δυτικότερο τμήμα του γεωλογικού χάρτη 1:50.000, φύλλο Αντισκάρι, που έχει εκδοθεί από το Ι.Γ.Μ.Ε.. Η επιλογή της έγινε λόγω της έντονης παρουσίας μεταλπικών σχηματισμών εκτός των ορίων της σημερινής λεκάνης της Μεσσαράς, γεγονός που δεν συμβαίνει σε κάποιο άλλο σημείο, αλλά και λόγω του ιδιαίτερου τεκτονισμού που εκφράζεται μέσω της συστηματικής στρέψης ρηξιτεμαχών γύρω από άξονα διεύθυνσης ΒΑ-ΝΔ. Η ήδη υπάρχουσα χαρτογράφηση αποτέλεσε τη βάση για την λεπτομερέστερη αποτύπωση των τεκτονικών και στρωματογραφικών επαφών σε χάρτες μεγαλύτερης κλίμακας (1:5.000). Η περιοχή που αναδομήθηκε εκτείνεται από τον αρχαιολογικό χώρο του Κομού (στα βόρεια των Ματάλων) μέχρι το χωριό Καλοί Λιμένες (Σχ. 1) και αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα κατάτμησης που έχει προκληθεί από πρόσφατο εντατικό πεδίο, καθώς παρατηρούνται γεωμορφολογικές δομές (κατά βάθος διάβρωση, μορφολογικές ασυνέχειες, κεκλιμένες επιφάνειες επιπέδωσης, κλπ) που αντιστοιχούν σε ενεργή περιοχή. Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα σύνολο απo ρηξιτεμάχη που έχουν κινηθεί σχεδόν ανεξάρτητα και διαχωρίζονται από μικρές ή μεγάλες ρηξιγενείς ζώνες, οι οποίες και τα οριοθετούν. Η σημερινή τοποθέτησή τους αποτελεί την αρχική κατάσταση από την οποία ξεκινά η εφαρμογή 96 της μεθοδολογίας και κατά συνέπεια είναι επιβεβλημένη η ακριβής γεωλογική χαρτογράφηση. Γενικά, στην περιοχή μεταξύ Κομού και Καλών Λιμένων εμφανίζονται μεταλπικοί σχηματισμοί Μειοκαινικής ηλικίας να καλύπτουν ασύμφωνα το αλπικό υπόβαθρο, το οποίο δομούν αρκετές αλπικές ενότητες. Για τις ανάγκες της παρούσης εργασίας το αλπικό υπόβαθρο θεωρήθηκε ενιαίο (Σχ. 2). Οι μεταλπικοί σχηματισμοί που το καλύπτουν ασύμφωνα περιγράφονται στη συνέχεια σε συντομία:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αμπελούζου (Τορτόνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην περιοχή που περιγράφεται εντοπίζονται τα ανώτερα μέλη του σχηματισμού Αμπελούζου να καλύπτουν απ’ ευθείας το αλπικό υπόβαθρο. Πρόκειται για αποθέσεις βαθιάς θάλασσας, ηλικίας Ανώτερου Τορτονίου, με πολύ καλά στρωμένες μάργες, άμμους και ψαμμίτες να περιλαμβάνουν απολιθώματα Pecten, Clypeaster, Lithothamnium και Ostrea. Ο πιο χαρακτηριστικός ορίζοντας του σχηματισμού είναι αυτός με τη “θανατοκοινωνία” των Ostrea, ο οποίος βρίσκεται λίγα μέτρα επάνω από την ασυμφωνία με τα αλπικά πετρώματα και ακριβώς κάτω από την ασυμφωνία με τους ορίζοντες του υπερκείμενου σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας. Το πάχος του ορίζοντα δεν υπερβαίνει το ένα μέτρο, ενώ συναντάται μόνο στο βόρειο τμήμα της περιοχής ενδιαφέροντος, αφού μόνο εκεί υπάρχει εμφάνιση του σχηματισμού Αμπελούζου. Στο νότιο τμήμα παρατηρείται απουσία του σχηματισμού αυτού γεγονός που αποτέλεσε την αφορμή για την εφαρμογή της μεθοδολογίας αυτής στην περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σχηματισμός Αγ. Βαρβάρας (Μεσσήνιο)'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε όλη τη περιοχή μελέτης παρατηρήθηκαν τα ιζήματα του σχηματισμού Αγίας Βαρβάρας, τα οποία έχουν ηλικία Μεσσήνιο. Αποτελούνται, γενικά, από βιοκλαστικούς ασβεστόλιθους των οποίων η απόθεση άρχισε την περίοδο του Ανώτερου Τορτονίου – Μεσσηνίου. Τα κατώτερα τμήματα της ακολουθίας αποτελούνται από αναμιγμένα κλαστικά προϊόντα αποσάθρωσης με ανθρακικής σύστασης αποθέσεις μικρού θαλάσσιου βάθους. Αυτοί οι μαργαϊκοί ασβεστόλιθοι βρίσκονται σε ασυμφωνία όχι μόνο με τα υποκείμενα στρώματα του σχηματισμού Αμπελούζου αλλά και με τις αλπικές ενότητες τις οποίες καλύπτουν απ’ ευθείας&lt;br /&gt;
στην κεντρική και νότια περιοχή. Σύμφωνα με χρονολόγηση της επαφής του με τον υποκείμενο σχηματισμό Αμπελούζου, άρχισε να αποτίθεται πριν από 6,941 Ma. Η ασυμφωνία με τις υποκείμενες ενότητες συνδυάζεται τις περισσότερες φορές με την ύπαρξη κροκαλοπαγούς, άλλοτε με μικρές και άλλοτε με μεγάλες κροκάλες, ποικίλης σύστασης και πάχους που δεν ξεπερνάει τα δύο μέτρα. Συχνά απαντούν τα απολιθώματα Lithothamnium, Clypeaster, Pecten.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat2.gif | thumb | right | Σχήμα 2. Ψευδοτρισδιάστατος γεωλογικός χάρτης της περιοχής μελέτης ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα ψηφιακά δεδομένα τηλεπισκόπησης που υπήρχαν διαθέσιμα για περαιτέρω επεξεργασία ώστε να είναι δυνατή η ανάδειξη τεκτονικών δομών και τα όρια των επιφανειακών εμφανίσεων των διαφόρων λιθολογιών, αφορούν πολυφασματικές δορυφορικές εικόνες LANDSAT-7/ETM+, SPOT-4, IKONOS-2 καθώς και μωσαϊκό παγχρωματικών ορθοφωτογραφιών. Η επεξεργασία των παραπάνω δεδομένων έγινε μέσω εξειδικευμένων λογισμικών πακέτων, σχετικών με την ψηφιακή επεξεργασία και ανάλυση δορυφορικών εικόνων, ξεκινώντας από τη διαδικασία γεωμετρικής ταύτισης των ψηφιακών εικόνων σε ενιαίο σύστημα γεωγραφικών συντεταγμένων. Στη συγκεκριμένη περίπτωση όπου χρησιμοποιούνται εικόνες με πολύ μεγάλη χωρική διακριτική ικανότητα, σε περιοχές με έντονη τοπογραφία αλλά και σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται αεροφωτογραφίες για την παραγωγή μωσαϊκών σε ενιαίες ψηφιακές εικόνες, είναι απαραίτητη η συμμετοχή του παράγοντα «επιφανειακό ανάγλυφο», στην διαδικασία της γεωμετρικής διόρθωσης.&lt;br /&gt;
Η διαδικασία αυτή ονομάζεται ορθοαναγωγή και μέσω αυτής, στις νέες συντεταγμένες του κελιού, λαμβάνεται υπ’ όψιν και το υψόμετρο της νέας θέσης, κατά τη διαδικασία ταύτισης των δεδομένων μεταξύ τους. Δεν διαφέρει πολύ από τη γεωμετρική διόρθωση, εκτός του γεγονότος ότι, συνήθως, χρησιμοποιείται ένα ψηφιακό μοντέλο αναγλύφου με ανάλυση αντίστοιχη της χωρικής διακριτικής ικανότητας της εικόνας. Σε σχετικά επίπεδες περιοχές, τα αποτελέσματα της ορθοαναγωγής δεν είναι πολύ&lt;br /&gt;
διαφορετικά, όμως σε περιοχές με έντονη αυξομείωση του αναγλύφου, είναι απαραίτητη ώστε να επιτευχθεί μεγάλη ακρίβεια. Η ψηφιοποίηση του τοπογραφικού υποβάθρου από διαγράμματα της Γ.Υ.Σ. με κλίμακα 1:5.000 και η κατασκευή ψηφιακού μοντέλου αναγλύφου υψηλής ακρίβειας και μεγάλης ανάλυσης, βοήθησε στην ορθοαναγωγή όλων των δεδομένων τηλεπισκόπησης, με σκοπό τον συνδυασμό των χωρίς χωρικές στρεβλώσεις που θα οδηγούσαν σε λάθος συμπεράσματα. Η μεθοδολογία, εκτός της συμβατικής παρατήρησης της περιοχής με συνδυασμούς καναλιών είτε από το ορατό ή το υπέρυθρο τμήμα του φάσματος συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία λόγων μεταξύ καναλιών, οι οποίοι είναι χρήσιμοι στη διάκριση μεταξύ τύπων πετρωμάτων που έχουν σχετικά μεγάλες περιεκτικότητες σε ορισμένα στοιχεία. Η τεχνική συμπεριλαμβάνει τη δημιουργία μιας νέας εικόνας βασισμένης στο λόγο των ψηφιακών τιμών δύο επιλεγμένων φασματικών ζωνών, για κάθε κελί. Η επιλογή των φασματικών ζωνών εξαρτάται από γνώση των φασματικών χαρακτηριστικών των αντικειμένων που χρειάζεται να αναδειχθούν. Γενικά, η διαίρεση φασματικών καναλιών είναι μια μέθοδος, με την οποία δημιουργούνται ψευδέγχρωμες εικόνες που βελτιώνουν τις λεπτές χρωματικές διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιφανειακών υλικών, που συχνά είναι δύσκολο να ανιχνευτούν στις αρχικές εικόνες. Αν και οι λόγοι καναλιών είναι η πιο διαδεδομένη μέθοδος μαθηματικής επεξεργασίας των πρωτογενών τιμών των κελιών μιας εικόνας, είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι μπορεί να γίνουν όλων των ειδών οι μαθηματικές πράξεις, αρκεί να υποστηρίζονται από το λογισμικό επεξεργασίας τους. Η χρωματική κλίμακα μιας εικόνας που έχει προκύψει από τη διαίρεση των τιμών των κελιών, δύο καναλιών, έχει τις 256 διαβαθμίσεις του γκρι και το ιστόγραμμά της μπορεί να μετασχηματιστεί με τους κλασσικούς τρόπους, ώστε να βελτιωθεί η οπτική της παρουσίαση. Οποιοιδήποτε τρεις λόγοι καναλιών μπορούν να συνδυαστούν στα τρία βασικά χρώματα (R,G,B) και να σχηματιστεί μια ψευδέγχρωμη εικόνα. Οι νέες εικόνες που προκύπτουν, πολλές φορές περιέχουν μεγαλύτερη γεωλογική πληροφορία, αφού δημιουργείται μεγαλύτερη αντίθεση μεταξύ περισσότερων στοιχείων, καθότι λαμβάνονται υπ’ όψιν περισσότερες φασματικές περιοχές. Το βασικό μειονέκτημα σε αυτή τη διαδικασία είναι η πολύ συχνή ανάδειξη θορύβου, η οποία εκφράζεται μέσα από σειρές κελιών με μηδενική τιμή. Σε γενικές γραμμές έχει αποδειχθεί ότι τα πετρώματα με υψηλή περιεκτικότητα σε ορυκτά στα οποία συμμετέχουν σιδηρούχα οξείδια, παρουσιάζουν μεγάλη φωτεινότητα, μετά την εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 3 και παρονομαστή το κανάλι 2 του των δορυφορικών εικόνων LANDSAT 7- ETM+. Ακόμη, ο λόγος με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 4 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τα πετρώματα που συνίστανται από μεγάλη περιεκτικότητα σε ορυκτά που περιέχουν σίδηρο. Επίσης, η εφαρμογή του λόγου με αριθμητή το κανάλι 5 και παρονομαστή το κανάλι 7 των ίδιων εικόνων, αναδεικνύει τις περιοχές με υψηλή συγκέντρωση αργίλου, που συνήθως σχετίζεται με την χημική εξαλλοίωση των επιφανειακών στρωμάτων του υποβάθρου. Φυσικά, οι ιδανικές συν- θήκες εφαρμογής των παραπάνω λόγων αφορούν πλήρη απαλοιφή των ατμοσφαιρικών επιδράσεων και την πλήρη απουσία βλάστησης. Όμως σε κάθε περίπτωση η μεθοδολογία αυτή είναι ενδεικτική για επιφανειακές αλλαγές που αξίζουν την υπαίθρια διερεύνησή τους. Για γεωλογικές εφαρμογές, είναι αρκετά συχνή η σύνθεση ψευδέγχρωμων εικόνων με λόγους δύο φασματικών καναλιών των εικόνων LANDSAT 7/ETM+, όπως είναι για παράδειγμα η χρησιμοποίηση του συνδυασμού 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B), με σκοπό να διακριθούν διαφορετικά είδη πετρωμάτων (Σχ. 3) ή των λόγων 4/3, 3/1 και 5/7 (Σχ. 4) για την καταγραφή επιφανειακών εξαλλοιώσεων λόγω παρουσίας νερού και μεγάλων εναλλαγών θερμοκρασίας και υγρασίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: mat3.gif | thumb | right | Σχήμα 3. Επεξεργασμένη δορυφορική εικόνα LANDSAT-7 για την οποία χρησιμοποιήθηκε ο συνδυασμός των λόγων 3/1, 5/4, 5/7 (R,G,B) με σκοπό να γίνουν ορατές και εκμεταλλεύσιμες, ως προς τη γεωλογική χαρτογράφηση, οι ορυκτολογικές διαφο- ροποιήσεις των επιφανειακών σχηματισμών ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στο τμήμα της μεθοδολογίας που αφορά στην Τηλεπισκόπηση, αυτό συμπληρώνεται από την διαδικασία της συγχώνευσης των δεδομένων που προέρχονται από διαφορετικές πηγές. Η συγχώνευση των δεδομένων (merging) έδωσε μία νέα ώθηση την τελευταία δεκαετία, με σκοπό την καλύτερη αξιοποίηση της πληθώρας των δεδομένων που παρέμεναν ανεκμετάλλευτα σε πολλές εφαρμογές. Τα τελικά προϊόντα  παρέχουν πολλές φορές αυξημένες ικανότητες ερμηνείας, αφού συνδυάζονται δεδομένα με διαφορετικά χαρακτηριστικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια έγχρωμη εικόνα, η οποία απεικονίζεται με το συνδυασμό των τριών βασικών χρωμάτων, μετασχηματίζεται στο συνδυασμό έντασης- χροιάς-καθαρότητας. Στο αποτέλεσμα της εφαρμογής του μετασχηματισμού αυτού, απομονώνεται ο παράγοντας ένταση, ο οποίος περιλαμβάνει τις πληροφορίες σχετικά με τις αλλαγές του φωτισμού που οφείλονται στις μεταβολές του αναγλύφου. Αντίθετα, παραμένουν οι δύο άλλοι παράγοντες, που περιέχουν τις φασματικές πληροφορίες, που αντιστοιχούν στην ανακλαστικότητα της επιφάνειας. Ο παράγοντας ένταση αντικαθίσταται από μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης διακριτικής ικανότητας και γίνεται εκ νέου μετασχηματισμός στα τρία βασικά χρώματα. Μετά από αυτόν το νέο μετασχηματισμό, δημιουργείται μια νέα εικόνα με τα ίδια φασματικά χαρακτηριστικά αλλά με καλύτερη χωρική ανάλυση. Ένα βασικό μειονέκτημα αυτής της μεθόδου, είναι ότι μπορούν να συμμετέχουν μόνο τρία κανάλια κάθε φορά και κατά συνέπεια, θα πρέπει να επαναλαμβάνεται η διαδικασία για κάθε συνδυασμό καναλιών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που εξασφαλίζει μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα σε όλα τα κανάλια βασίζεται στην ανάλυση των κυρίων συνιστωσών (principal component analysis). Η ανάλυση αυτή γίνεται μέσα από στατιστικές διεργασίες, το αντικείμενο των οποίων είναι πέρα από το αντικείμενο της παρούσας εργασίας. Η ουσία είναι ότι μέσα από αυτήν τη διαδικασία υπολογισμού, αναλύεται η πληροφορία που έχει καταγραφεί σε κάθε κελί και αυτή που είναι κοινή για όλες τις φασματικές ζώνες, καθορίζεται ως πρώτη κύρια συνιστώσα. Το περιεχόμενό της σχετίζεται με την παγχρωματική πληροφορία της πολυφασματικής εικόνας και κατά συνέπεια μπορεί να αντικατασταθεί με μια παγχρωματική εικόνα μεγαλύτερης χωρικής ανάλυσης. Στο τέλος της μεθοδολογίας η εικόνα αναδομείται με μεγαλύτερη διακριτική ικανότητα, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί οι τιμές των κελιών που αντιπροσωπεύουν την ανάκλαση που έχει καταγραφεί στις διάφορες φασματικές περιοχές. Η τελευταία μεθοδολογία εφαρμόστηκε στη συγχώνευση πολυφασματικών δεδομένων από εικόνα LANDSAT-7/ETM+ με το μωσαϊκό από αεροφωτογραφίες, με διακριτική ικανότητα μικρότερη του ενός μέτρου, ενώ σε όλα τα δεδομένα είχε γίνει ήδη ορθοαναγωγή και ταύτιση (Σχ. 5). Το τελικό αποτέλεσμα θεωρήθηκε ιδανικό για την περίπτωση της γεωλογικής χαρτογράφησης της περιοχής, αφού το προϊόν που δημιουργήθηκε έχει όλα τα φασματικά χαρακτηριστικά μιας δορυφορικής εικόνας LANDSAT-7 αλλά με σαφώς καλύτερη χωρική διακριτική ικανότητα (&amp;lt;1μ).&lt;br /&gt;
Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί ότι η ίδια διαδικασία επαναλήφθηκε με τα προϊόντα που προέκυψαν από την εκτέλεση λόγων μεταξύ των καναλιών και αναφέρθηκαν προηγουμένως. Κατά συνέπεια, η οριοθέτηση των επαφών που χαρτογραφήθηκαν λόγω της διαφορετικής ορυκτολογικής σύστασης των διαφόρων λιθολογικών εμφανίσεων ή ακόμα και του μανδύα αποσάθρωσής των, γίνεται με πάρα πολύ μεγάλη ακρίβεια. Ο συνδυασμός των παραπάνω τεχνικών με την εργασία υπαίθρου δίνει μεγάλη αξιοπιστία στη γεωλογική χαρτογράφηση, η οποία αποτελεί τη βάση στην οποία στηρίζεται η μορφοτεκτονική αναδόμηση της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Σύστημα Γεωγραφικών Πληροφοριών'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εκτός από τα παραπάνω προϊόντα που έχουν ιδιότητες προσανατολισμένου χάρτη δύο διαστάσεων, θεωρήθηκε αναγκαία η τρισδιάστατη απεικόνιση της περιοχής και μέσω διαδικασιών εικονικής πραγματικότητας, να βοηθηθεί η διαδικασία της εξαγωγής συμπερασμάτων σχετικά με τη χωροθέτηση των ρηξιγενών ζωνών και κατά συνέπεια την οριοθέτηση των διαφόρων ρηξιτεμαχών. Ο συνδυασμός των συγχωνευμένων εικόνων, με πολύ καλή χωρική διακριτική ικανότητα και των ψηφιακών μοντέλων αναγλύφου, πολύ μεγάλης χωρικής ανάλυσης, έδωσε τη δυνατότητα για υψηλής ποιότητας τρισδιάστατες απεικονίσεις. Οι απεικονίσεις αυτού του τύπου δίνουν μια νέα διάσταση στις γεωλογικές παρατηρήσεις, αφού εκμεταλλευόμενοι τους ενσωματωμένους αλγορίθμους ορισμένων λογισμικών, είναι δυνατή η αλλαγή της γωνίας θέασης, είτε σε σχέση με τον ορίζοντα, είτε σε σχέση με το βορά. Οι δυνατότητες αυτές δίνουν την αίσθηση της υπαίθριας κατάστασης, που αφ’ ενός έχουν πολύ μεγάλη λεπτομέρεια, αλλά αφ’ ετέρου πρόκειται για εικονική πραγματικότητα, η οποία αρκετές φορές δεν έχει τόσο μεγάλη σχέση με την αληθινή εικόνα.&lt;br /&gt;
Η μεγαλύτερη προσπάθεια για την επίτευξη του καλύτερου οπτικού αποτελέσματος γίνεται στη φάση ορθοαναγωγής της εικόνας, η οποία χρησιμοποιείται για να «καλύψει» το ανάγλυφο, που δημιουργείται με βάση τις υψομετρικές τιμές των κελιών του ψηφιακού μοντέλου. Ουσιαστικά, στην τιμή κάθε κελιού ενσωματώνεται η υψομετρική πληροφορία και αυτό τοποθετείται στο απόλυτο υψόμετρο, διατηρώντας παράλληλα και την φασματική πληροφορία. Το ίδιο μπορεί να γίνει και με διανυσματικά επίπεδα πληροφορίας (π.χ. ρηξιγενείς ζώνες, λιθολογικά όρια) με απώτερο στόχο τη διόρθωση και λεπτομερή αποτύπωσή τους. Μέσα σε αυτές τις δυνατότητες περιλαμβάνεται η αλλαγή της ψευδοσκίασης, με εικονική αλλαγή της θέσης της φωτεινής πηγής, που υποκαθιστά τον ηλιακό φωτισμό. Με αυτόν τον τρόπο αναδεικνύονται γεωλογικά όρια, τα οποία συνήθως ταυτίζονται με γεωμορφολογικές δομές που είναι δύσκολο να ανιχνευθούν σε δύο διαστάσεις και τελικά γίνεται σωστή διάκριση των τεκτονικών ρηξιτεμαχών που χρειάζονται για την προσομοίωση της μορφοτεκτονικής εξέλιξης της περιοχής. Συνολικά διακρίθηκαν 15 ρηξιτεμάχη, για κάθε ένα από τα οποία υπολογίστηκε η κίνησή του από την περίοδο του ανώτερου Τορτονίου μέχρι και σήμερα, με βάση τους σχηματισμούς που τα καλύπτουν, τα στρωματογραφικά χαρακτηριστικά τους και την κινηματική ιστορία που τους προσδίδουν τα ρήγματα που τα οριοθετούν (Σχ. 6). Στην κινηματική ιστορία του κάθε ρηξιτεμάχους συμπεριλήφθηκε το υψόμετρο στο οποίο βρισκόταν κατά τη διάρκεια απόθεσης των μεταλπικών ιζημάτων αλλά και η σημερινή του θέση και μορφολογία. Για την εφαρμογή της μεθοδολογίας και την τελική μορφο-τεκτονική εξέλιξη της περιοχής χρειάστηκε να ληφθούν ορισμένες παραδοχές, που όμως κρίνεται ότι δεν μπορεί να αλλοιώσουν το τελικό αποτέλεσμα σε ότι αφορά στην σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών. Οι παραδοχές αυτές σχετίζονται με το αρχικό μορφολογικό ανάγλυφο των ρηξιτεμαχών πριν τη βύθισή τους και μετά την ανάδυσή τους από τη λεκάνη ιζηματογένεσης και κατ’ επέκταση αν ο βαθμός διάβρωσης είναι ομοιόμορφος σε ολόκληρη την περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΜΟΡΦΟ-TEKTONIKH ΕΞΕΛΙΞΗ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ξεκινώντας από την περίοδο του Νεογενούς, οπότε και η περίοδος της αλπικής παραμόρφωσης και τοποθέτησης των γεωτεκτονικών καλυμμάτων βρίσκεται στο τέλος της, η περιοχή αναδύεται (Σχ. 7a) και δημιουργείται το ανάγλυφο του αλπικού υποβάθρου που θα αποτελέσει στη συνέχεια τον πυθμένα της μεταλπικής λεκάνης ιζηματογένεσης (Σχ. 7b).&lt;br /&gt;
Στη συνέχεια, σε χρονική περίοδο που προηγείται της απόθεσης του σχηματισμού Αμπελούζου (Ανώτερο Τορτόνιο), φαίνεται να ενεργοποιήθηκε μια εφελκυστική τεκτονική ζώνη με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ, η οποία βυθίζει το ΒΔ τμήμα, σε σχέση με το ΝΑ που ανυψώνεται σχετικά (Σχ. 7c). Άμεσο αποτέλεσμα αυτών των κανονικών ρηγμάτων, με κλίση προς τα ΒΔ, που συνθέτουν τη ζώνη, είναι ο διαχωρισμός του αλπικού παλαιοαναγλύφου σε δύο τμήματα. Στο ΒΔ τμήμα, που συνεχίζει να βυθίζεται κατά το Τορτόνιο, αποτίθενται οι μαργαϊκοί ορίζοντες του σχηματισμού Αμπελούζου. Το ΝΑ τμήμα που ανυψώθηκε, παραμένει εκτός της λεκάνης ιζηματογένεσης του Τορτονίου.&lt;br /&gt;
Στο τέλος της περιόδου του Ανώτερου Τορτονίου, και όσο το ΒΔ τμήμα βρισκόταν κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας και εξελισσόταν η ιζηματογένεση του σχηματισμού του Αμπελούζου, το εντατικό πεδίο που φαίνεται να αλλάζει. Τα συνιζηματογενή ρήγματα που εντοπίστηκαν στην περιοχή έχουν διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ και κανονικό χαρακτήρα. Ανάλογες δομές εντοπίστηκαν και σε ορίζοντες του σχηματισμού της Αγ. Βαρβάρας και κατά συνέπεια το ίδιο εντατικό πεδίο συνεχίστηκε και μετά την καταβύθιση ολόκληρης της περιοχής. Η τεκτονική ζώνη που ενεργοποιήθηκε και είχε ως αποτέλεσμα την καταβύθιση της περιοχής, θα πρέπει να έχει διεύθυνση εγκάρσια στη ΒΑ-ΝΔ, ώστε να επηρεάσει και τα δύο τμήματα της περιοχής, ενώ η κλίση της οφείλει να είναι προς τη λεκάνη ιζηματογένεσης, δηλαδή προς τα ΝΔ (Σχ. 7d). Η ηλικία της κίνησης προσδιορίζεται να έγινε πριν από 6,9 εκατομμύρια χρόνια  οπότε και ξεκινάει η απόθεση των ιζημάτων του σχηματισμού της Αγίας Βαρβάρας με ηλικία Μεσσήνιο.&lt;br /&gt;
Σε όλες τις παραπάνω χρονικές περιόδους παρέμειναν εκτός λεκανών ιζηματογένεσης οι κορυφές των Αστερουσίων που βρίσκονται ανατολικότερα αλλά και οι κορυφές στα ακρωτήρια Κεφάλι και Καλόγηρος, δημιουργώντας παλαιονησίδες (Σχ. 7e). Μετά το Μεσσήνιο άρχισε η σταδιακή ανάδυση της περιοχής με ταυτόχρονη αλλαγή του εντατι- κού πεδίου, το οποίο παραμένει όμως εφελκυ- στικού τύπου (Σχ. 7f). Ο κύριος άξονας παραμόρφωσης έχει (σημερινή) διεύθυνση ΒΔ-ΝΑ ως ΒΒΔ-ΝΝΑ. Δημιουργούνται ρηξιγενείς ζώνες με διεύθυνση ΝΔ-ΒΑ ως ΔΝΔ-ΑΒΑ (Σχ. 7h). Την ίδια διεύθυνση έχουν άξονες πτυχών, που δημιουργήθηκαν είτε από πάρελξη κοντά σε ρηξιγενείς ζώνες, είτε από κάμψεις λόγω βαρύτητας, καθώς τα κανονικά ρήγματα που δραστηριοποιούνται είναι λιστρικού τύπου, με σχετικά μικρή κλίση και καταλήγουν στο μεγάλο ρήγμα αποκόλλησης της Νότιας Κρήτης, προκαλώντας τη στρέψη των ρηξιτεμαχών για την πλήρωση του κενού χώρου που δημιουργείται στο βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΕΘΟΔΟΥ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μεθοδολογία που παρουσιάστηκε αφορά την συνένωση αρκετών καινοτόμων κα κλασσικών τεχνικών με μοναδικό στόχο την ακριβέστερη αναπαράσταση των επιφανειακών μετακινήσεων μιας περιοχής. Η πολυπαραμετρική προσέγγιση μιας περιοχής αποτελεί σημαντικότατο παράγοντα στην εφαρμογή της τεχνικής της αναδόμησης, όταν απώτερος στόχος είναι η μορφοτεκτονική εξέλιξή της. Η ακριβής αποτύπωση των στρωματογραφικών και τεκτονικών επαφών καθώς και τα χαρακτηριστικά τους, μέσω των οποίων προκύπτει η ιστορία τους, είναι το πιο σημαντικό κομμάτι της μεθοδολογίας που περιγράφεται και σε αυτό συμβάλλει καθοριστικά η σωστή εκμετάλλευση των δεδομένων τηλεπισκόπησης καθώς και των προϊόντων που προκύπτουν από την επεξεργασία τους. Η αύξηση της χωρικής διακριτικής ικανότητας επιτρέπει την λεπτομερέστερη τοποθέτηση σημαντικών επαφών και κατά συνέπεια την ακριβέστερη διάκριση των ρηξιτεμαχών που συμμετέχουν στην παλινσπαστική διαδικασία. Η εισαγωγή των δεδομένων αυτών σε σύστημα γεωγραφικών πληροφοριών με δυνατότητα αναγνώρισης της τρίτης διάστασης αποτελεί σημαντικότατο βήμα και πρέπει να γίνεται προσεκτικά, αφού ενδέχεται να επηρεάσει την αναδόμηση προς τις παρελθόντες περιόδους. Έτσι, κι ενώ συνεχίζεται η επανατοποθέτηση των ρηξιτεμαχών σε διαφορετικές θέσεις είτε με κατακόρυφες ή οριζόντιες κινήσεις προσαρμόζεται η κοινή, για όλη την περιοχή, επιφάνεια της θάλασσας. Με τον τρόπο αυτό δίνεται η δυνατότητα να προσομοιώνεται η σχετική κίνηση των ρηξιτεμαχών έχοντας ως σημείο αναφοράς την ελεύθερη επιφάνεια της θάλασσας. Τα τεκτονικά στοιχεία (ρήγματα, περιστροφές ρηξιτεμαχών κλπ.) δίνουν πληροφορίες για τις πιο πρόσφατες κινήσεις, ενώ τα στρωματογραφικά δεδομένα τροφοδοτούν το μοντέλο της αναπαράστασης με πληροφορίες σχετικά με το περιβάλλον δημιουργίας των σχηματισμών (βάθος απόθεσης κλπ).&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα κρίνονται άκρως ικανοποιητικά αφού ανταποκρίνονται σε μεγάλο ποσοστό στην πραγματικότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν υπάρχουν αποκλίσεις από την αληθινή γεωλογική ιστορία της περιοχής. Μάλιστα, αρκετές ήταν οι φορές όπου δεν συμβάδιζαν τα δεδομένα μεταξύ τους και μετά από νέα υπαίθρια εργασία γινόταν αντιληπτό κάποιο νέο στοιχείο που είτε αφορούσε κάποιο καλυμμένο ρήγμα (και κατά συνέπεια άλλαζαν εκ νέου τα όρια των ρηξιτεμαχών), είτε κάποια λανθασμένη μέτρηση ή ακόμα και κακή εκτίμηση κάποιας επαφής. Σε γενικές γραμμές, οι παραδοχές που γίνονται σχετικά με το αρχικό ανάγλυφο αλλά και τον τρόπο δημιουργίας της σημερινής μορφολογίας κρίνονται ως αναγκαίες, καθώς δεν έχει αναπτυχθεί ικανοποιητική μεθοδολογία για τον υπολογισμό της διάβρωσης σε αντίστοιχη κλίμακα. Δε φαίνεται, πάντως, να επηρεάζεται το τελικό αποτέλεσμα σε μεγάλο βαθμό. Η εφαρμογή της μεθοδολογίας που περιγράφεται, σε τεκτονικά ενεργές περιοχές, όπως η Κρήτη, όπου υπάρχουν σημαντικότατες κατακόρυφες και οριζόντιες κινήσεις κατά τη διάρκεια της Νεογενούς περιόδου, μπορεί να δώσει απαντήσεις σε σημαντικά ερωτήματα που αφορούν τη γεωλογική ιστορία τους. Η σύνδεση μικρότερων περιοχών σε ένα ευρύτερο γεωτεκτονικό πλαίσιο μπορεί να γεννήσει ακόμη και νέα ερωτηματικά με απώτερο στόχο τη βελτίωση των γνώσεων που έχουμε για το γεωλογικό παρελθόν και η συμμετοχή τεχνικών τηλεπισκόπησης και συστημάτων διαχείρισης γεωγραφικών πληροφοριών είναι αναγκαία και επιβεβλημένη.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat7.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat7.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat7.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:07:16Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat6.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat6.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat6.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:06:54Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat5.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat5.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat5.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:06:31Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat4.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat4.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat4.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:06:07Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat3.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat3.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat3.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:05:42Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat2.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat2.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat2.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:05:20Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat1.gif</id>
		<title>Αρχείο:Mat1.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Mat1.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:05:02Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T21:01:50Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Επεξεργασμένη εικόνα με ERMapper ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref3.gif]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σχέση πληθυσμού-έκτασης (α)Με τηλεπισκοπικά δεδομένα (β)Με επιτόπια δεδομένα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref5.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T21:01:26Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Επεξεργασμένη εικόνα με ERMapper ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref3.gif]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σχέση πληθυσμού-έκτασης (α)Με τηλεπισκοπικά δεδομένα (β)Με επιτόπια δεδομένα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref5.gif]]&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref5.gif</id>
		<title>Αρχείο:Ref5.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref5.gif"/>
				<updated>2012-03-04T21:01:00Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T21:00:17Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Επεξεργασμένη εικόνα με ERMapper ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref3.gif]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σχέση πληθυσμού-έκτασης (α)Με τηλεπισκοπικά δεδομένα (β)Με επιτόπια δεδομένα ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref4.gif</id>
		<title>Αρχείο:Ref4.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref4.gif"/>
				<updated>2012-03-04T20:58:30Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:57:44Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Επεξεργασμένη εικόνα με ERMapper ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref3.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref3.gif</id>
		<title>Αρχείο:Ref3.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref3.gif"/>
				<updated>2012-03-04T20:57:20Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:56:50Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: ref2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Επεξεργασμένη εικόνα με ERMapper ]] &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref2.gif</id>
		<title>Αρχείο:Ref2.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref2.gif"/>
				<updated>2012-03-04T20:54:59Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:54:10Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82</id>
		<title>Παρακολούθηση καταυλισμού προσφύγων με χρήση εικόνων υψηλής χωρικής ανάλυσης από δορυφορικούς αισθητήρες</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%85%CE%BB%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D_%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CF%86%CF%8D%CE%B3%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CF%85%CF%88%CE%B7%CE%BB%CE%AE%CF%82_%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%AE%CF%82_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CE%B4%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%B1%CE%B9%CF%83%CE%B8%CE%B7%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B5%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:53:47Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι λεπτομερείς γεωγραφικές πληροφορίες είναι καθοριστικός παράγοντας στη διαδικασία λήψης αποφάσεων κατά τις δραστηριότητες ανακούφισης των προσφύγων. Η επόμενη γενιά αισθητήρων πολύ υψηλής χωρικής ανάλυσης (VHSR) θα είναι ικανή να παράξει πολυφασματικές (MS) εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m (παγχρωματικό) και 4m (πολυφασματικό) από περιοχές εγκατάστασης πρσφύγων και του περιβάλλοντός τους.&lt;br /&gt;
Οι ανθρωπιστικές οργανώσεις χρειάζονται αξιόπιστες και διαρκώς ανανεωμένες πληροφορίες για την κατάσταση του εδάφους με σκοπό τον αποτελεσματικό σχεδιασμό και τη διαχείριση «δραστηριοτήτων ανακούφισης». Οι δορυφορικές εικόνες παρέχουν στοχευμένες πληροφορίες για το περιβάλλον εγκατάστασης των καταυλισμών. Παρ’όλο που οι εικόνες αυτές έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν για χαρτογραφήσεις σε κλίμακα περιφέρειας, η τενχολογία αυτή δεν έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν στις περισσότερες ενέργειες ανακούφισης προσφύγων. Αναμένεται ότι οι εικόνες από την επερχόμενη γενιά δορυφορικών αισθητήρων VHSR σε πλατφόρμες πολικής τροχιάς όπως οι Ikonos-2, QuickBird, Orbview-3, IRS-P6 και EROS A&amp;amp;B, θα απιτούν λιγότερη επεξεργασία ειδικών και θα διευκολύνουν τη μελέτη τους από το λιγότερο εξειδικευμένο προσωπικό των εκστρατειών. Οι δορυφορικοί αισθητήρες VHSR καθορίζονται κυρίως από την κοινότητα της τηλεπισκόπησης για να παράγουν εικόνες με χωρική ανάλυση κάτω από το όριο 4m. Οι παγχρωματικές VHSR εικόνες ενός καναλιού έχουν αποδειχθεί χρήσιμες για τη χαρτογράφηση και την αναγνώριση χαρακτηριστικών. Για την μελέτη της βλάστησης και τον εντοπισμό αλλαγών, οι εικόνες MS έχουν αποδειχθεί πιο χρήσιμες από τις παγχρωματικές.&lt;br /&gt;
Η μελέτη αυτή επιδεικνύει πώς οι VHSR MS εικόνες μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την άντληση λεπτομερών πληροφοριών όσον αφορά το περιβάλλον των καταυλισμών προσφύγων, την περιοχή και τον πληθυσμό τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Περιοχή μελέτης και δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο πλέον κατεδαφισθείς καταυλισμός προσφύγων που μελετήθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, ήταν τοποθετημένος 80 χιλιόμετρα βόρεια της πόλης Aranyaprathet της επαρχίας Prachinburi στα σύνορα με την Καμπότζη με πλυθησμό περίπου 143000 πρόσφυγες. Η περιοχή επελέγη στη συγκεκριμένη περίπτωση επειδή ήταν διαθέσιμα τόσο επι-τόπου στοιχεία από τον προσφυγικό καταυλισμό, όσο και μία ορατή και εγγύς υπέρυθρη VHSR MS εικόνα της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Το γραφείο του υψηλού επιτρόπου των Ηνωμένων Εθνών (UNHCR) στην Μπανγκόκ παρείχε στη μελέτη ένα χάρτη κλίμακας 1:10000 της περιοχής μελέτης με ημερομηνία 22 Ιανουαρίου 1990. Ο χάρτης αυτός απεικονίζει τον τρόπο με τον οποίο ο καταυλισμός ήταν οργανωμένος σε 6 μέρη, τα Ampil, Banthat, Dang Rek, Nong Chan, Rithysen και San Ro. Επίσης περιγράφονται κομβικά σημεία του καταυλισμού, όπως τα διαχειριστικά κέντρα, τα σημεία ύπαρξης νερού κλπ. .&lt;br /&gt;
Η πηγή των δορυφορικών δεδομένων για αυτή την έρευνα είναι το Sovinformsputnik, ένας οργανισμός που εμπορεύεται εικόνες VHSR, που αντλούνται από σαρωμένες φωτογραφίες του αισθητήρα KVR-1000. Ο αισθητήρας KVR-1000 που χρησιμοποιείται στην παρούσα μελέτη μπορεί να αποκτήσει εικόνες με 2 φωτοευαίσθητα επίπεδα: Ένα παγχρωματικό και ένα εγγύς υπέρυθρο (NIR), με το εγγύς υπέρυθρο να δίνει επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατάσταση της βλάστησης. Η χωρική ανάλυση MS της εικόνας είναι 3,3m, η οποία είναι μεγαλύτερη από τις χωρικές αναλύσεις των διαθέσιμων δορυφορικών εικόνων MS σήμερα. Ο Πίνακας 1 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά της εικόνας που χρησιμοποιείται.&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:ref1.gif]]&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εικόνα VHSR διορθώθηκε γεωγραφικά με βάση συντεταγμένες κέντρου και άκρων εικόνας, όπως δίνονται από τον πάροχο των δεδομένων. Αυτά τα εδαφικά σημεία ελέγχου βασίστηκαν στη θέση του δορυφόρου και κατηγοριοποιήθηκαν ως καλύτερα του βαθμού ενός λεπτού (καλύτερα του 1,85km) από των πάροχο των δεδομένων. αυτή είναι σχετικά μικρή οριζόντια ακρίβεια, σε σχέση με τα 12m οριζόντιας ακρίβειας των επερχόμενων VHSR δορυφορικών αισθητήρων.&lt;br /&gt;
Τα χαρακτηριστικά της MS εικόνας με πραγματικά χρώματα σε συνδυασμό με τις πληροφορίες από την VHSR εικόνα διευκολύνουν την οπτική ερμηνεία του περιβάλλοντος και της βλάστησης της περιοχής. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, ένας ψηφιακός χάρτης από πολλά θεματικά επίπεδα για την υποδομή της περιοχής μελέτης, βασιζόμενος σε οπτική επιθεώρηση.&lt;br /&gt;
Τα επιμέρους τμήματα του καταυλισμού οριοθετήθηκαν με διανυσματικά πολύγωνα, από τα οποία το εργαλείο ανάλυσης ER Mapper παρήγαγε αυτόματους υπολογισμούς για τις περιοχές. Με βάση δεδομένα από τον δορυφορικό αισθητήρα VHSR καθώς και από επιτόπου εκτιμήσεις περιοχής και πληθυσμού για το κάθε τμήμα, πραγματοποιήθηκε μία στατιστική ανάλυση γραμμικής παλινδρόμησης με σκοπό να εκτιμηθεί η πιθανή σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από την παραπάνω εικόνα είναι εμφανές ότι η σχετικά πυκνή βλάστηση στο βορειο-δυτικό τμήμα εμφανίζεται να έχει μεταβληθεί λόγω της κατασκευής του προσφυγικού καταυλισμού. Από επί τόπου πληροφορίες είναι γνωστό ότι τα οικίσματα κατασκευάστηκαν από υλικά  της περιοχής, όπως μπαμπού και άχυρα. Είναι πιθανό ότι τα συγκεκριμένα υλικά συνελέγησαν από την μέχρι πρότεινος δασική περιοχή. Από την όψη της υποδομής από την εικόνα VHSR MS καθώς και από επιτόπιες πηγές, είναι εμφανές ότι η περιοχή μελέτης ήταν μία σχετικά καλά κατανεμημένη εγκατάσταση.&lt;br /&gt;
Τα VHSR MS χαρακτηριστικά της δορυφορικής εικόνας σε συνδυασμό με τον χάρτη UNHCR αποκάλυψαν έντεκα πηγές νερού διάσπαρτα στην περιοχή. Το οδικό δίκτυο που συνδέει την περιοχή μελέτης με γειτονικά χωριά και κεντρικές οδικές αρτηρίες ήταν επίσης σχετικά καλά δομημένο, όπως φαίνεται στην περιοχή San Ro της εικόνας.&lt;br /&gt;
Ο Πίνακας 2 κατηγοριοποιεί τα χαρακτηριστικά των περιοχών σχετικά με τον πληθυσμό και την έκταση. Η συνολική έκταση της περιοχής όπως προκύπτει από τις επικαλύψεις των διανυσματικών πολυγώνων της δορυφορικής εικόνας είναι 8.189.848 m2, ενώ η έκταση του καταυλισμού όπως προκύπτει από το χάρτη UNHCR 8.095.000 m2 (μία διαφορά 94.848 m2 – 1,2%). Η συνολική κατοικημένη έκταση της περιοχής εκτιμήθηκε στα 4.851.388 m2 με βάση οπτική ανάλυση της εικόνας VHSR MS. Αυτό συνετέλεσε σε μία εκτίμηση ανηγμένου πληθυσμού της τάξης των 29522 κατοίκων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο, δοθέντος του συνολικού πληθυσμού στους 141221 κατοίκους.&lt;br /&gt;
Όπως φαίνεται από την εικόνα 2 και τον πίνακα 3, η στατιστική σχέση ανάμεσα στον πληθυσμό των προσφύγων και στην έκταση της περιοχής είναι γραμμική και μάλιστα με περιθώριο άνεσης της τάξης του 99%. Η κλίσεις των ων γραμμών που αποτυπώνουν τις σχέσεις πληθυσμού υπολογισμένου μέσω εικόνας VHSR MS-έκτασης και πληθυσμού από επιτόπιες μελέτες-έκτασης είναι αντιστοίχως 0,020 και 0,021.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο συνδυασμός VHSR και MS δεδομένων αποδείχθηκε πλεονεκτικός για την περιβαλλοντική ανάλυση της περιοχής μελέτης και της περιβάλλοντος χώρου, με τις πληροφορίες NIR να παράγουν αναγνώριση των διαφόρων ειδών βλάστησης. Οι λεπτομερείς χωρικές πληροφορίες προσέθεσαν αξία στην ανάλυση της υποδομής. Η διαφοροποίηση της τάξης του 1,2% ανάμεσα στην έκταση που προέκυψε από δορυφορικά δεδομένα και την περιοχή μελέτης (αναφέρθηκε παραπάνω), αποδεικνύει ότι οι εικόνες VHSR MS είναι κατάλληλες για εκτίμηση της έκτασης της περιοχής. Η στατιστική σχέση που προέκυψε ανάμεσα στον πληθυσμό και την έκταση αποδεικνύει την ύπαρξη δυνατότητας σχεδιασμού και διαχείρισης των προσφυγικών καταυλισμών με πληθυσμιακές πυκνότητες της τάξης που προέκυψε (29522 κάτοικοι ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο).&lt;br /&gt;
Μία πιο πολύπλοκη, αλλά πιο ακριβής, μέθοδος για την εκτίμηση του πληθυσμού μέσω τηλεπισκόπησης είναι μέσω του αθροίσματος των οικιστικών μονάδων (σε συνδυασμό με επιτόπια στοιχεία που δίνουν των αριθμό ατόμων ανά οίκισμα). Παρ’όλα αυτά η χωρική ανάλυση της τάξης των 3,3 m της δορυφορικής εικόνας που χρησιμοποιήθηκε σε αυτή τη μελέτη ήταν πολύ χονδροειδής για τον εντοπισμό οικισμάτων μέσα στην πυκνή εγκατάσταση της περιοχής μελέτης.&lt;br /&gt;
Παγχρωματικές εικόνες με χωρική ανάλυση της τάξης του 1m και πολυφασματικές εικόνες με χωρική ανάλυση 4m από δορυφόρους όπως οι Ikonos-2, OrbView-3 και QuickBird δίνουν τη δυνατότητα για πιο αποτελεσματική διαχείριση τέτοιων δράσεων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref1.gif</id>
		<title>Αρχείο:Ref1.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ref1.gif"/>
				<updated>2012-03-04T20:53:36Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%AF%CF%87%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%89%CE%BA%CE%B5%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Ανίχνευση αερολυμάτων επάνω από ωκεανούς με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%AF%CF%87%CE%BD%CE%B5%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B1%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CF%80%CE%AC%CE%BD%CF%89_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%89%CE%BA%CE%B5%CE%B1%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:50:06Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι κύριοι στόχοι της παρούσας μελέτης είναι ο καθορισμός του οπτικού πάχους των αερολυμάτων και η διάκριση των διαφόρων τύπων αερολυμάτων με χρήση πολυφασματικών μετρήσεων της ακτινοβολίας. &lt;br /&gt;
Οι υπολογισμοί μεταφοράς ακτινοβολίας χρησιμοποιήθηκαν για την προσομοίωση τριών καναλιών του MERIS στην περιοχή του κόκκινου και του εγγύς υπέρυθρου, τα οποία είναι αφιερωμένα στην ανάκτηση αερολυμάτων. Το μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας για ένα συνδυασμένο σύστημα ατμόσφαιρας-ωκεανού είναι βασισμένο στη μέθοδο Matrix-Operator. Η υπόθεση της ύπαρξης ενός μόνον τύπου αερολυμάτων κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης του μοντέλου οδηγεί σε σφάλματα για την εκτίμηση του πάχους του στρώματός τους. Σε περιοχές όπου αναμένεται ο εντοπισμός περισσότερων του ενός τύπων αερολυμάτων, απαιτείται περαιτέρω έρευνα για τον εντοπισμό τους.&lt;br /&gt;
Σε γενικές γραμμές η σημασία της τηλεπισκόπησης αερολυμάτων καλύπτει δύο στόχους: τη διερεύνηση των συνεπειών στο κλίμα και την επίδραση που έχει η παρουσία τους στις ατμοσφαιρικές διορθώσεις δορυφορικών δεδομένων που χρησιμοποιούνται για την εκτίμηση ιδιοτήτων του εδάφους.&lt;br /&gt;
Η επίδραση των αερολυμάτων της τροπόσφαιρας στο δυναμικό της γήινης ακτινοβολίας είναι ο πιο σημαντικός παράγοντας αβεβαιότητας στα κλιματικά μοντέλα. Το τροποσφαιρικά αερολύματα δεν έχουν μόνο άμεσες συνέπειες στο ισοζύγιο της ακτινοβολίας μέσω της σκέδασης και της απορρόφησής της, αλλά επηρεάζουν επίσης τη φωταύγεια των νεφώσεων λειτουργώντας ως πυρήνες συμπύκνωσης (cloud condensation nuclei-CCN).&lt;br /&gt;
Η δυσχέρεια που ανακύπτει κατά την προσπάθεια συμπερίληψης των επιπτώσεων των αερολυμάτων στα κλιματικά μοντέλα, δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της αβεβαιότητας ως προς την κατανόηση των φυσικών διεργασιών που συντελούν σε ανισορροπίες στο ισοζύγιο της ακτινοβολίας, αλλά επίσης της έλλειψης δεδομένων που αφορούν τις παγκόσμιες εκπομπές των αερολυμάτων. Αυτές οι πληροφορίες μπορούν μόνο να ανακτηθούν από διαστημικά συστήματα τηλεπισκόπησης.&lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση του χρώματος των υδάτων των ωκεανών απαιτεί ακριβείς διορθώσεις στην επίδραση της ατμόσφαιρας στο σήμα του δορυφορικού αισθητήρα. Τα υπάρχοντα συστήματα διόρθωσης θα μπορούσαν να βελτιωθούν, εάν σε αυτά συμπεριληφθούν πληροφορίες για τους διάφορους τύπους αερολυμάτων.&lt;br /&gt;
Η νέα γενιά δορυφορικών αισθητήρων όπως οι SeaWiFS, MERIS και MODIS θα είναι εξοπλισμένη με εργαλεία και όργανα τα οποία θα εντοπίζουν τηλεπισκοπικά τα αερολύματα πάνω από ωκεανών με ακρίβεια που δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα. Η μελέτη αυτή περιγράφει τις δυνατότητες και τα προβλήματα που ανακύπτουν κατά την τηλεπισκόπηση αερολυμάτων με χρήση του αισθητήρα MERIS. Τα δορυφορικά δεδομένα προσομοιώθηκαν με τη χρήση ενός ολοκληρωμένου μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Υπολογισμοί μεταφοράς ακτινοβολίας για τα κανάλια του MERIS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο MERIS είναι ένα πολυφασματικό ραδιόμετρο που χρησιμοποιείται για την παρακολούθηση γεωφυσικών παραμέτρων με εξειδίκευση στην τηλεπισκόπηση του χρώματος των ωκεανών. Το εύρος του φάσματος θα είναι από 400nm έως 1040nm. Το ελάχιστο εύρος ζώνης είναι 2,5nm και τα κανάλια μπορούν να τοποθετηθούν ανά 1,25nm.&lt;br /&gt;
Οι ακτινοβολίες προσομοιώθηκαν με τη χρήση ενός μοντέλου που χρησιμοποιεί τη μέθοδο Matrix-Operator, για την επίλυση των εξισώσεων μεταφοράς ακτινοβολίας. Η σκέδαση και η απορρόφηση του φωτός από τα ατμοσφαιρικά αερολύματα, το φυτοπλαγκτόν και την αιωρούμενη ύλη στον ωκεανό υπολογίστηκαν με βάση τη θεωρία Mie. Η αμφίδρομη ανάκλαση της επιφάνειας των ωκεανών προσομοιώθηκε με βάση τις διαφορετικές ταχύτητες ανέμων. Είναι αδύνατον να ανακτηθεί το σύνολο των φυσικοχημικών ιδιοτήτων των αερολυμάτων αποκλειστικά με τηλεπισκοπικές μετρήσεις. Για αυτόν το λόγο χρησιμοποιήθηκαν συγκεκριμένοι τύποι αερολυμάτων στα μοντέλα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάκτηση παραμέτρων των αερολυμάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συνολική ακτινοβολία στο δορυφόρο, Lsat, πάνω από την υδάτινη επιφάνεια μπορεί να περιγραφεί από την παρακάτω σχέση:&lt;br /&gt;
[[Αρχείο:aerosol1.gif]]&lt;br /&gt;
Ο πρώτος και ο δεύτερος όρος της εξίσωσης  αντιπροσωπεύουν το φως που σκεδάζεται προς το δορυφόρο από αερολύματα και ατμοσφαιρικά σωματίδια. Ο τρίτος όρος εκφράζει την επίδραση του φωτός του ηλίου. Ο όρος Lw αποδίδει την ακτινοβολία που ανακλά το νερό και ο όρος Lx όλους τους υπόλοιπους παράγοντες. Ο τελευταίος όρος μπορεί να εξηγηθεί φυσικά, αν υπολογιστεί το γεγονός ότι οι υπόλοιποι όροι της εξίσωσης αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.&lt;br /&gt;
Η ανάκτηση των παραμέτρων που αφορούν τα αερολύματα μπορεί να πραγματοποιηθεί αν υπολογιστεί το ποσό της ακτινοβολίας που σκεδάζεται προς το δορυφόρο από τα αερολύματα, δηλαδή μέσω του υπολογισμού του όρου La. Ο συγκεκριμένος όρος μπορεί να υπολογιστεί από τη μετρούμενη ακτινοβολία στο δορυφόρο.&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των μετρήσεων οδήγησαν στην επιλογή της κατάλληλης περιοχής του φάσματος για τα κανάλια του MERIS με σκοπό την ανάκτηση πληροφοριών για τα αερολύματα, δηλαδή στην περιοχή του ερυθρού και του εγγύς υπέρυθρου. Εξαιτίας της υψηλής συγκέντρωσης τροποσφαιρικών αερολυμάτων κοντά στην επιφάνεια των υδάτων, τα κανάλια της απορρόφησης ατμοσφαιρικών αερίων, θα πρέπει να αποφεύγονται.&lt;br /&gt;
Τα κύρια μήκη κύματος για τα τρία κανάλια τηλεπισκόπησης αερολυμάτων είναι: 755nm, 870 ή 880nm και 1022.5nm.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάκτηση οπτικού πάχους αερολυμάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα οπτικά βάθη σε αυτή τη μελέτη είναι πάντα καθορισμένα για 550nm και για ένα ευθύ πέρασμα διαμέσου της ατμόσφαιρας. Στο διάγραμμα παρατηρείται ότι στο κανάλι των 750nm οι ακτινοβολίες εμφανίζονται στην κορυφή του διαγράμματος, ως λειτουργία του βάθους των αερολυμάτων.&lt;br /&gt;
Η αύξηση της ακτινοβολίας είναι γραμμική όταν συμβαίνει αποκλειστικά και μόνον σκέδαση του φωτός. Για αερολύματα με μεγαλύτερη απορρόφηση, όπως τα αστικά αερολύματα, αυτό δεν μπορεί να βρεθεί. Τα πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης οδηγούν σε απόκλιση της ακτινοβολίας από μία γραμμική αύξηση. Το φαινόμενο αυτό γίνεται ισχυρότερο για υψηλότερο οπτικό πάχος, όταν αυξάνεται η πιθανότητα για πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης.&lt;br /&gt;
Για τους διάφορους τύπους αερολυμάτων υπάρχει διαφορετική κλίση στις καμπύλες. Η κλίση δεν είναι μόνο αποτέλεσμα του συντελεστή σκέδασης, αλλά επίσης της λειτουργίας φάσης και του συντελεστή απορρόφησης. Οι ποσότητες αυτές χαρακτηρίζουν τους διάφορους τύπους αερολυμάτων. Ένας λάθος υπολογισμός του τύπου αερολυμάτων, μπορεί να οδηγήσει σε σφάλματα κατά την ανάκτηση του οπτικού πάχους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάκτηση του τύπου των αερολυμάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η επόμενη γενιά αισθητήρων στους δορυφόρους προσφέρει τη δυνατότητα ανάκτησης του είδους των αερολυμάτων μέσω της διαφορετικής φασματικής «συμπεριφοράς» του κάθε τύπου.&lt;br /&gt;
Μια απλή μέθοδος εκτίμησης για τον τύπο των αερολυμάτων είναι η χρήση του λόγου μεταξύ καναλιών. Ο λόγος είναι ανεξάρτητος του οπτικού πάχους των αερολυμάτων, όταν γίνεται η παραδοχή ότι δεν υπάρχουν πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης. Η τιμή του λόγου αυτού μπορεί να υπολογιστεί με είτε βάση εμπειρικά μοντέλα, είτε μέσω της θεωρίας Mie.&lt;br /&gt;
Τα μειονεκτήματα της συγκεκριμένης μεθόδου είναι εμφανή. Τα αερολύματα δεν εμφανίζονται πάντα σε συγκεκριμένους τύπους, χωρίς προσμίξεις. Ο λόγος μεταξύ των τιμών της ακτινοβολίας δύο «αγνών» τύπων αερολυμάτων είναι πιθανόν να έχει την ίδια τιμή με την ακτινοβολία που αντιστοιχεί σε κάποιον τρίτο τύπο αερολυμάτων. Το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται στην περίπτωση των αστικών αερολυμάτων. Εν τούτοις είναι αδύνατη η χρήση της μεθόδου εάν προκύψουν περισσότεροι από δύο τύποι αερολυμάτων. Επιπροσθέτως, υπάρχει μια ελαφρά εξάρτηση της τιμής του λόγου από το οπτικό πάχος, λόγω πολλαπλών φαινομένων σκέδασης. Το φαινόμενο αυτό ενισχύεται όταν εμπλέκονται απορροφητικά αερολύματα. Οι περιορισμοί αυτοί είναι συχνοί, όταν πρόκειται για μεθόδους που διερευνούν ξεχωριστά τον κάθε τύπο αερολυμάτων. Αυτός είναι ο λόγος που είναι χρήσιμη η ταυτόχρονη ανάκτηση.&lt;br /&gt;
Τρεις διαφορετικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν στατιστικές και ημι-στατιστικές προσεγγίσεις έχουν προταθεί για την ταυτόχρονη ανάκτηση διαφορετικών τύπων αερολυμάτων και για τον υπολογισμό του οπτικού πάχους. Όλες οι μέθοδοι είναι βασισμένες σε πίνακες οι οποίοι δημιουργήθηκαν από υπολογισμούς μεταφοράς ακτινοβολίας και εμπεριέχουν τιμές ακτινοβολίας από τα τρία κανάλια του MERIS, τα οποία με τη σειρά τους αντιστοιχούν σε τρεις συγκεκριμένους τύπους αερολυμάτων. Οι πίνακες επίσης εμπεριέχουν πληροφορίες για τις τιμές της ακτινοβολίας που εμφανίζουν διάφορες αναμίξεις μεταξύ τους, καθώς και τιμές για διάφορα οπτικά πάχη. Η ημι-στατιστική προσέγγιση αναφέρεται στο λόγο μεταξύ των τιμών της ακτινοβολίας σε δύο διαφορετικά μήκη κύματος κατά τη διαδικασία ανάκτησης, ενώ έχουν προταθεί δύο στατιστικές προσεγγίσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται για την εύρεση της «πλησιέστερης γειτονιάς» των τιμών της ακτινοβολίας.&lt;br /&gt;
Οι τρεις διαφορετικές μέθοδοι παρέχουν παρόμοια αποτελέσματα. Η επίδραση έστω και του παραμικρού σφάλματος κατά τη διαδικασία ανάκτησης του τύπου των αερολυμάτων είναι τόσο σημαντική, που μπορεί να οδηγήσει σε αδυναμία διάκρισης μεταξύ διαφορετικών τύπων.&lt;br /&gt;
Παρ’όλα αυτά, η διάκριση μεταξύ δύο τύπων αερολυμάτων με ολικό οπτικό πάχος μεγαλύτερο του 0,2, ίσως είναι δυνατή με μια ακρίβεια της τάξης του ±0,5% για το ολικό οπτικό πάχος του κάθε τύπου ξεχωριστά. Τα σφάλματα λόγω της ανεπαρκούς γνώσης των πιέσεων που επικρατούν στην επιφάνεια είναι μηδαμινά. Η διαδικασία ανάκτησης αερολυμάτων απαιτεί ακρίβεια στον καθορισμό της πίεσης της επιφάνειας μεταξύ 12 και 50hPa, ανάλογα με τη γεωμετρία λήψης.&lt;br /&gt;
Για χρηστικούς λόγους, οι πίνακες θα πρέπει να συμπληρωθούν με τιμές ακτινοβολίας που αντιστοιχούν σε φυσικές μεταβλητές ατμοσφαιρικών συνθηκών και συνθηκών που επικρατούν στους ωκεανούς, καθώς και μεταβλητές που αντιστοιχούν στις διάφορες γεωμετρίες παρατήρησης. Μολαταύτα, αυτή η πρώιμη μελέτη επιδεικνύει τις δυνατότητες της ανάκτησης αερολυμάτων με τη χρήση του εργαλείου MERIS.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η νέα γενιά αισθητήρων (ειδικά ο αισθητήρας MERIS) θα βελτιώσει τις δυνατότητες της τηλεπισκόπησης των ιδιοτήτων των αερολυμάτων πάνω από τους ωκεανούς. Για την ανάκτηση των αλγορίθμων θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα πολλαπλά φαινόμενα σκέδασης καθώς και η αλληλεπίδραση μεταξύ της σκέδασης αερολυμάτων και λοιπών πυρήνων. Επιπροσθέτως, είναι απαραίτητα στοιχεία που αφορούν την τραχύτητα των ωκεανών, την πίεση στην επιφάνεια και την υγρασία της ατμόσφαιρας. Τα περισσότερα από αυτά τα μεγέθη θα πρέπει να εκτιμηθούν από μετρήσεις άλλων εργαλείων του ENVISAT. Παρόλο που ο MERIS παρέχει μετρήσεις για την τηλεπισκόπηση της πίεσης της επιφάνειας και την υγρασία, η ακρίβειά του θα πρέπει να πιστοποιηθεί.&lt;br /&gt;
Περαιτέρω ενέργειες θα πρέπει να επικεντρωθούν στην πιστοποίηση των τύπων αερολυμάτων μέσω ρεαλιστικών στοιχείων που αφορούν τα αερολύματα και της εξάρτησης των ιδιοτήτων των αερολυμάτων από την υγρασία. Διεθνείς μελέτες όπως το Πείραμα για τον Χαρακτηρισμό Αερολυμάτων (Aerosol Characterization Experiment) θα βοηθήσουν στη διαδικασία σύνδεσης των φυσικοχημικών με τις οπτικές ιδιότητες των αερολυμάτων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Aerosol1.gif</id>
		<title>Αρχείο:Aerosol1.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Aerosol1.gif"/>
				<updated>2012-03-04T20:49:41Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:04:51Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σημασία της χρήσης τηλεπισκοπικών τεχνικών για τον εντοπισμό διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις έχει διερευνηθεί πολλάκις στο παρελθόν. Έχει αποδειχθεί ότι το αερομεταφερόμενο ραντάρ πλάγιας λήψης (Side-looking airborne radar- SLAR) μπορεί να παρέχει εντοπισμό σε πρωτογενές επίπεδο ελαιόμορφων στόχων από αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων. Η παρουσία πετρελαίου μπορεί στη συνέχεια να επιβεβαιωθεί με έρευνα από μικρή απόσταση, με τη χρήση ενός συνδυαστικού γραμμικού σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους.&lt;br /&gt;
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ανησυχία για τα επίπεδα ρύπανσης στη Βόρεια Θάλασσα και μέσω της σύγκλησης της Διεθνούς Διάσκεψης για την Προστασία της Βόρειας Θάλασσας, τα παράκτια κράτη έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις προσπάθειες για την παρακολούθηση και τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρύπανση από παράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης και παραγωγής πετρελαίου έχει τεθεί υπό ενδελεχή έλεγχο. Το γεγονός αυτό δεν εκπλήσσει, καθώς έχουν προηγηθεί ατυχήματα, όπως η έκρηξη στο Ekofisk που προκάλεσε τη διαφυγή μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου στη θάλασσα, που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Ευτυχώς, τέτοιας κλίμακας ατυχήματα είναι σπάνια, όμως μικρού μεγέθους διαρροές συμβαίνουν συχνότερα και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι χειριστές είναι υποχρεωμένοι να τις αναφέρουν άμεσα στο Υπουργείο Ενέργειας. Επιπροσθέτως, το πετρέλαιο μπορεί να διαφύγει στη θάλασσα ως αποτέλεσμα βιομηχανικών διεργασιών, όμως έχουν τεθεί αυστηρά όρια για την περιεκτικότητα σε έλαια οποιασδήποτε απόρριψης από το Υπουργείου Ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εντοπισμός πετρελαίου με τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκεκριμένη έρευνα στη Βόρεια Θάλασσα από τη Μονάδα Ελέγχου Θαλάσσιας Ρύπανσης (MPCU) του Υπουργείου μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν το Maritime Surveillance System (MSS) που κατασκευάστηκε από τη Σουηδική Εταιρία Διαστήματος (SSC). Το MSS περιλαμβάνει ένα SLAR και έναν συνδυαστικό γραμμικό σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους (IR/UVLS). Λεπτομερής περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών των αισθητήρων δίνεται στον Πίνακα 1.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Τεχνικά Χαρακτηριστικά SLAR και IR/UVLS ]] &lt;br /&gt;
Ο SLAR προοριζόταν για την ανίχνευση πετρελαίου από μεγάλη απόσταση, ενώ το IR/UVLS ακολούθως για την παροχή πληροφοριών για τις ακριβείς διαστάσεις των κηλίδων και την εκτίμηση της ποσότητας του πετρελαίου.&lt;br /&gt;
Από την αξιολόγηση της χρήσης του SLAR, προέκυψε ότι είναι καλύτερα ταιριαστός για τον εντοπισμό σχετικά μεγάλων κηλίδων (μεγαλύτερων από 5km x 5km). Οι κηλίδες που προέρχονταν από παράκτιες εγκαταστάσεις αναμενόταν να είναι σχετικά περιορισμένες σε πλάτος και καθώς η χωρική ανάλυση του SLAR ήταν 75 μέτρα, υπήρχε αμφιβολία για το κατά πόσο θα μπορούσαν να ανιχνευθούν με τη χρήση του SLAR. Επιπροσθέτως, ο SLAR ανιχνεύει τις πετρελαιοκηλίδες μετρώντας τις μεταβολές στην τραχύτητα των επιφανειών. Επομένως, υπήρχε η πιθανότητα άλλες παράκτιες δραστηριότητες να επηρεάσουν την τραχύτητα της επιφάνειας των υδάτων και έτσι οι μετρήσεις του SLAR να μην είναι ακριβείς. Το πρώτο στάδιο της εργασίας ήταν, λοιπόν, η αξιολόγηση της χρήσης του SLAR για τον εντοπισμό των πετρελαιοκηλίδων στην περιοχή, μέσω της ανάλυσης των αποτελεσμάτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Έρευνα SLAR'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς το αεροσκάφος πετούσε κατά μήκος της περιοχής μελέτης, ο χειριστής παρακολουθούσε την οθόνη με σκοπό να εντοπίσει οποιονδήποτε στόχο που προσομοιάζει σε κηλίδα. Αυτοί οι στόχοι εμφανίζονταν ως μαύρες περιοχές σε γκρι φόντο (Εικόνα 1). Όταν εντοπιζόταν ένας στόχος, ο χειριστής τον σημείωνε με αποτέλεσμα η θέση του στόχου να εμφανίζεται στο κουτί των δεδομένων, στο κάτω μέρος της οθόνης. Ακολούθως, ο SLAR χρησιμοποιείτο για την περαιτέρω εξέταση του στόχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Μελέτη με IR/UVLS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφότου ο στόχος είχε ανιχνευθεί από τον SLAR, ακολουθούσε η μελέτη με χρήση IR/UVLS. Οι έρευνες IR/UVLS πραγματοποιούνταν υπό κανονικές συνθήκες από ύψος 305 μέτρων (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάλυση των εικόνων'''&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Εντοπισμός Ελαιώδους Στόχου μέσω SLAR ]]&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα από τους αισθητήρες καταγράφηκαν σε ψηφιακές κασέτες, όπου αναλύθηκαν με τη χρήση του Data Evaluation Terminal (DET) που αναπτύχθηκε από την SSC. Το DET επιτρέπει την αναπαραγωγή των κασετών σε ταχύτητα πέντε φορές μεγαλύτερη της ταχύτητας λήψης, χωρίς απώλειες στην ποιότητα της εικόνας. Ο όγκος του πετρελαίου σε κάθε κηλίδα υπολογίστηκε με μέτρηση των περιοχών των κηλίδων με στις υπέρυθρες και στις υπεριώδεις εικόνες. &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil3.gif | thumb | right | Εικόνα 2 Έρευνα IR/UVLS Ελαιώδους Στόχου ]]&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συζήτηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Εντοπισμός πετρελαίου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Εικόνα 1 αναδεικνύει τη δυνατότητα του SLAR να εντοπίζει μακρόστενες κηλίδες σε μικρή απόσταση από παράκτιες εγκαταστάσεις, σε αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο SLAR είχε τη δυνατότητα να εντοπίζει κηλίδες, ακόμα και σε περιπτώσεις που η έρευνα με χρήση IR/UVLS έδειξε ότι εμπεριείχαν πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου. Για παράδειγμα, στην Εικόνα 3 απεικονίζει έναν ελαιώδη στόχο σε μικρή απόσταση από εγκατάσταση. Η έρευνα IR/UV έδειξε ότι εντοπίστηκε πετρέλαιο μόνο στο υπεριώδες και όχι στο υπέρυθρο, γεγονός που συνεπάγεται ότι η απόρριψη αποτελείτο από ένα λεπτό στρώμα. Αναμενόμενα, επίσης, οι κηλίδες εντοπίζονταν ευκολότερα από τον SLAR όταν αποτελούνταν από παχύ στρώμα πετρελαίου και απείχαν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα από την πορεία του αεροσκάφους.&lt;br /&gt;
Περιστασιακά, υπήρξαν ελαιώδεις στόχοι που εντοπίστηκαν από τον SLAR, αλλά η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα IR/UVLS. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της έρευνας IR/UVLS, καθώς η έρευνα του SLAR δεν είναι επαρκής για την ταυτοποίηση των στόχων. Ευτυχώς, οι στόχοι αυτοί δεν εμφανίζονταν συχνά.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil4.gif | thumb | center | Εικόνα 3 (α) Εντοπισμός πετρελαιοκηλίδας λεπτού πάχους ]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil5.gif | thumb | center | Εικόνα 3 (β) Εντοπισμός πετρελαιοκηλίδας λεπτού πάχους ]]&lt;br /&gt;
*'''Αριθμός και μέγεθος ελαιωδών στόχων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πτήσεις πραγματοποιήθηκαν σε μηνιαία βάση και είχαν συνολική διάρκεια 154 ωρών από τον Οκτώβριο του 1986 έως το Σεπτέμβριο του 1987. Κατά τη διάρκεια αυτή, εντοπίστηκαν συνολικά 34 ελαιώδεις στόχοι μέσω του SLAR, εκ των οποίων οι 23 ελέγχθηκαν με IR/UVLS. Οι 21 από αυτούς πιστοποιήθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο. Όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 2, οι περισσότεροι περιείχαν ποσότητες μικρότερες των 100 λίτρων, ενώ μόνο ένας περιείχε ποσότητα που ξεπερνούσε τα 1000 λίτρα. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι ο έλεγχος για τις συγκεντρώσεις σε πετρέλαιο των απορρίψεων από τις πλατφόρμες είναι μεγάλος. Παρά τις μικρές συγκεντρώσεις, ο έλεγχος έδωσε κίνητρο στους χειριστές να βελτιώσουν την αναφορά των κηλίδων. Ως αποτέλεσμα των διαρκών ελέγχων αυξήθηκε ο αριθμός των αναφορών ύπαρξης κηλίδων στο Υπουργείο Ενέργειας.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil6.gif | thumb | center | Πίνακας 2 Έρευνα με αισθητήρα SLAR ]]&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Η αερομεταφερόμενη επίβλεψη-παρατήρηση με χρήση αισθητήρων SLAR και IR/UVLS μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποτελεσματικό εντοπισμό απορρίψεων πετρελαίου από παράκτιες εγκαταστάσεις.&lt;br /&gt;
*Κατά τη διάρκεια των 154 ωρών πτήσης, εντοπίστηκαν 34 ελαιώδεις στόχοι εκ των οποίων 21 επιβεβαιώθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο.&lt;br /&gt;
*Οι περισσότερες κηλίδες  περιείχαν ποσότητες πετρελαίου μικρότερες των 100 λίτρων.&lt;br /&gt;
*Οι διαρκείς έλεγχοι αυξάνουν τον αριθμό των αναφορών εμφάνισης πετρελαιοκηλίδων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:03:51Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σημασία της χρήσης τηλεπισκοπικών τεχνικών για τον εντοπισμό διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις έχει διερευνηθεί πολλάκις στο παρελθόν. Έχει αποδειχθεί ότι το αερομεταφερόμενο ραντάρ πλάγιας λήψης (Side-looking airborne radar- SLAR) μπορεί να παρέχει εντοπισμό σε πρωτογενές επίπεδο ελαιόμορφων στόχων από αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων. Η παρουσία πετρελαίου μπορεί στη συνέχεια να επιβεβαιωθεί με έρευνα από μικρή απόσταση, με τη χρήση ενός συνδυαστικού γραμμικού σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους.&lt;br /&gt;
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ανησυχία για τα επίπεδα ρύπανσης στη Βόρεια Θάλασσα και μέσω της σύγκλησης της Διεθνούς Διάσκεψης για την Προστασία της Βόρειας Θάλασσας, τα παράκτια κράτη έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις προσπάθειες για την παρακολούθηση και τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρύπανση από παράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης και παραγωγής πετρελαίου έχει τεθεί υπό ενδελεχή έλεγχο. Το γεγονός αυτό δεν εκπλήσσει, καθώς έχουν προηγηθεί ατυχήματα, όπως η έκρηξη στο Ekofisk που προκάλεσε τη διαφυγή μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου στη θάλασσα, που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Ευτυχώς, τέτοιας κλίμακας ατυχήματα είναι σπάνια, όμως μικρού μεγέθους διαρροές συμβαίνουν συχνότερα και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι χειριστές είναι υποχρεωμένοι να τις αναφέρουν άμεσα στο Υπουργείο Ενέργειας. Επιπροσθέτως, το πετρέλαιο μπορεί να διαφύγει στη θάλασσα ως αποτέλεσμα βιομηχανικών διεργασιών, όμως έχουν τεθεί αυστηρά όρια για την περιεκτικότητα σε έλαια οποιασδήποτε απόρριψης από το Υπουργείου Ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εντοπισμός πετρελαίου με τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκεκριμένη έρευνα στη Βόρεια Θάλασσα από τη Μονάδα Ελέγχου Θαλάσσιας Ρύπανσης (MPCU) του Υπουργείου μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν το Maritime Surveillance System (MSS) που κατασκευάστηκε από τη Σουηδική Εταιρία Διαστήματος (SSC). Το MSS περιλαμβάνει ένα SLAR και έναν συνδυαστικό γραμμικό σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους (IR/UVLS). Λεπτομερής περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών των αισθητήρων δίνεται στον Πίνακα 1.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Τεχνικά Χαρακτηριστικά SLAR και IR/UVLS ]] &lt;br /&gt;
Ο SLAR προοριζόταν για την ανίχνευση πετρελαίου από μεγάλη απόσταση, ενώ το IR/UVLS ακολούθως για την παροχή πληροφοριών για τις ακριβείς διαστάσεις των κηλίδων και την εκτίμηση της ποσότητας του πετρελαίου.&lt;br /&gt;
Από την αξιολόγηση της χρήσης του SLAR, προέκυψε ότι είναι καλύτερα ταιριαστός για τον εντοπισμό σχετικά μεγάλων κηλίδων (μεγαλύτερων από 5km x 5km). Οι κηλίδες που προέρχονταν από παράκτιες εγκαταστάσεις αναμενόταν να είναι σχετικά περιορισμένες σε πλάτος και καθώς η χωρική ανάλυση του SLAR ήταν 75 μέτρα, υπήρχε αμφιβολία για το κατά πόσο θα μπορούσαν να ανιχνευθούν με τη χρήση του SLAR. Επιπροσθέτως, ο SLAR ανιχνεύει τις πετρελαιοκηλίδες μετρώντας τις μεταβολές στην τραχύτητα των επιφανειών. Επομένως, υπήρχε η πιθανότητα άλλες παράκτιες δραστηριότητες να επηρεάσουν την τραχύτητα της επιφάνειας των υδάτων και έτσι οι μετρήσεις του SLAR να μην είναι ακριβείς. Το πρώτο στάδιο της εργασίας ήταν, λοιπόν, η αξιολόγηση της χρήσης του SLAR για τον εντοπισμό των πετρελαιοκηλίδων στην περιοχή, μέσω της ανάλυσης των αποτελεσμάτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Έρευνα SLAR'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς το αεροσκάφος πετούσε κατά μήκος της περιοχής μελέτης, ο χειριστής παρακολουθούσε την οθόνη με σκοπό να εντοπίσει οποιονδήποτε στόχο που προσομοιάζει σε κηλίδα. Αυτοί οι στόχοι εμφανίζονταν ως μαύρες περιοχές σε γκρι φόντο (Εικόνα 1). Όταν εντοπιζόταν ένας στόχος, ο χειριστής τον σημείωνε με αποτέλεσμα η θέση του στόχου να εμφανίζεται στο κουτί των δεδομένων, στο κάτω μέρος της οθόνης. Ακολούθως, ο SLAR χρησιμοποιείτο για την περαιτέρω εξέταση του στόχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Μελέτη με IR/UVLS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφότου ο στόχος είχε ανιχνευθεί από τον SLAR, ακολουθούσε η μελέτη με χρήση IR/UVLS. Οι έρευνες IR/UVLS πραγματοποιούνταν υπό κανονικές συνθήκες από ύψος 305 μέτρων (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάλυση των εικόνων'''&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Εντοπισμός Ελαιώδους Στόχου μέσω SLAR ]]&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα από τους αισθητήρες καταγράφηκαν σε ψηφιακές κασέτες, όπου αναλύθηκαν με τη χρήση του Data Evaluation Terminal (DET) που αναπτύχθηκε από την SSC. Το DET επιτρέπει την αναπαραγωγή των κασετών σε ταχύτητα πέντε φορές μεγαλύτερη της ταχύτητας λήψης, χωρίς απώλειες στην ποιότητα της εικόνας. Ο όγκος του πετρελαίου σε κάθε κηλίδα υπολογίστηκε με μέτρηση των περιοχών των κηλίδων με στις υπέρυθρες και στις υπεριώδεις εικόνες. &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil3.gif | thumb | right | Εικόνα 2 Έρευνα IR/UVLS Ελαιώδους Στόχου ]]&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συζήτηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Εντοπισμός πετρελαίου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Εικόνα 1 αναδεικνύει τη δυνατότητα του SLAR να εντοπίζει μακρόστενες κηλίδες σε μικρή απόσταση από παράκτιες εγκαταστάσεις, σε αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο SLAR είχε τη δυνατότητα να εντοπίζει κηλίδες, ακόμα και σε περιπτώσεις που η έρευνα με χρήση IR/UVLS έδειξε ότι εμπεριείχαν πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου. Για παράδειγμα, στην Εικόνα 3 απεικονίζει έναν ελαιώδη στόχο σε μικρή απόσταση από εγκατάσταση. Η έρευνα IR/UV έδειξε ότι εντοπίστηκε πετρέλαιο μόνο στο υπεριώδες και όχι στο υπέρυθρο, γεγονός που συνεπάγεται ότι η απόρριψη αποτελείτο από ένα λεπτό στρώμα. Αναμενόμενα, επίσης, οι κηλίδες εντοπίζονταν ευκολότερα από τον SLAR όταν αποτελούνταν από παχύ στρώμα πετρελαίου και απείχαν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα από την πορεία του αεροσκάφους.&lt;br /&gt;
Περιστασιακά, υπήρξαν ελαιώδεις στόχοι που εντοπίστηκαν από τον SLAR, αλλά η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα IR/UVLS. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της έρευνας IR/UVLS, καθώς η έρευνα του SLAR δεν είναι επαρκής για την ταυτοποίηση των στόχων. Ευτυχώς, οι στόχοι αυτοί δεν εμφανίζονταν συχνά.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil4.gif | thumb | center | Εικόνα 3 (α) Εντοπισμός πετρελαιοκηλίδας λεπτού πάχους ]]&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil5.gif | thumb | center | Εικόνα 3 (β) Εντοπισμός πετρελαιοκηλίδας λεπτού πάχους ]]&lt;br /&gt;
*'''Αριθμός και μέγεθος ελαιωδών στόχων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πτήσεις πραγματοποιήθηκαν σε μηνιαία βάση και είχαν συνολική διάρκεια 154 ωρών από τον Οκτώβριο του 1986 έως το Σεπτέμβριο του 1987. Κατά τη διάρκεια αυτή, εντοπίστηκαν συνολικά 34 ελαιώδεις στόχοι μέσω του SLAR, εκ των οποίων οι 23 ελέγχθηκαν με IR/UVLS. Οι 21 από αυτούς πιστοποιήθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο. Όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 2, οι περισσότεροι περιείχαν ποσότητες μικρότερες των 100 λίτρων, ενώ μόνο ένας περιείχε ποσότητα που ξεπερνούσε τα 1000 λίτρα. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι ο έλεγχος για τις συγκεντρώσεις σε πετρέλαιο των απορρίψεων από τις πλατφόρμες είναι μεγάλος. Παρά τις μικρές συγκεντρώσεις, ο έλεγχος έδωσε κίνητρο στους χειριστές να βελτιώσουν την αναφορά των κηλίδων. Ως αποτέλεσμα των διαρκών ελέγχων αυξήθηκε ο αριθμός των αναφορών ύπαρξης κηλίδων στο Υπουργείο Ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Η αερομεταφερόμενη επίβλεψη-παρατήρηση με χρήση αισθητήρων SLAR και IR/UVLS μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποτελεσματικό εντοπισμό απορρίψεων πετρελαίου από παράκτιες εγκαταστάσεις.&lt;br /&gt;
*Κατά τη διάρκεια των 154 ωρών πτήσης, εντοπίστηκαν 34 ελαιώδεις στόχοι εκ των οποίων 21 επιβεβαιώθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο.&lt;br /&gt;
*Οι περισσότερες κηλίδες  περιείχαν ποσότητες πετρελαίου μικρότερες των 100 λίτρων.&lt;br /&gt;
*Οι διαρκείς έλεγχοι αυξάνουν τον αριθμό των αναφορών εμφάνισης πετρελαιοκηλίδων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T20:02:26Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σημασία της χρήσης τηλεπισκοπικών τεχνικών για τον εντοπισμό διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις έχει διερευνηθεί πολλάκις στο παρελθόν. Έχει αποδειχθεί ότι το αερομεταφερόμενο ραντάρ πλάγιας λήψης (Side-looking airborne radar- SLAR) μπορεί να παρέχει εντοπισμό σε πρωτογενές επίπεδο ελαιόμορφων στόχων από αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων. Η παρουσία πετρελαίου μπορεί στη συνέχεια να επιβεβαιωθεί με έρευνα από μικρή απόσταση, με τη χρήση ενός συνδυαστικού γραμμικού σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους.&lt;br /&gt;
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ανησυχία για τα επίπεδα ρύπανσης στη Βόρεια Θάλασσα και μέσω της σύγκλησης της Διεθνούς Διάσκεψης για την Προστασία της Βόρειας Θάλασσας, τα παράκτια κράτη έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις προσπάθειες για την παρακολούθηση και τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρύπανση από παράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης και παραγωγής πετρελαίου έχει τεθεί υπό ενδελεχή έλεγχο. Το γεγονός αυτό δεν εκπλήσσει, καθώς έχουν προηγηθεί ατυχήματα, όπως η έκρηξη στο Ekofisk που προκάλεσε τη διαφυγή μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου στη θάλασσα, που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Ευτυχώς, τέτοιας κλίμακας ατυχήματα είναι σπάνια, όμως μικρού μεγέθους διαρροές συμβαίνουν συχνότερα και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι χειριστές είναι υποχρεωμένοι να τις αναφέρουν άμεσα στο Υπουργείο Ενέργειας. Επιπροσθέτως, το πετρέλαιο μπορεί να διαφύγει στη θάλασσα ως αποτέλεσμα βιομηχανικών διεργασιών, όμως έχουν τεθεί αυστηρά όρια για την περιεκτικότητα σε έλαια οποιασδήποτε απόρριψης από το Υπουργείου Ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εντοπισμός πετρελαίου με τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκεκριμένη έρευνα στη Βόρεια Θάλασσα από τη Μονάδα Ελέγχου Θαλάσσιας Ρύπανσης (MPCU) του Υπουργείου μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν το Maritime Surveillance System (MSS) που κατασκευάστηκε από τη Σουηδική Εταιρία Διαστήματος (SSC). Το MSS περιλαμβάνει ένα SLAR και έναν συνδυαστικό γραμμικό σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους (IR/UVLS). Λεπτομερής περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών των αισθητήρων δίνεται στον Πίνακα 1.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Τεχνικά Χαρακτηριστικά SLAR και IR/UVLS ]] &lt;br /&gt;
Ο SLAR προοριζόταν για την ανίχνευση πετρελαίου από μεγάλη απόσταση, ενώ το IR/UVLS ακολούθως για την παροχή πληροφοριών για τις ακριβείς διαστάσεις των κηλίδων και την εκτίμηση της ποσότητας του πετρελαίου.&lt;br /&gt;
Από την αξιολόγηση της χρήσης του SLAR, προέκυψε ότι είναι καλύτερα ταιριαστός για τον εντοπισμό σχετικά μεγάλων κηλίδων (μεγαλύτερων από 5km x 5km). Οι κηλίδες που προέρχονταν από παράκτιες εγκαταστάσεις αναμενόταν να είναι σχετικά περιορισμένες σε πλάτος και καθώς η χωρική ανάλυση του SLAR ήταν 75 μέτρα, υπήρχε αμφιβολία για το κατά πόσο θα μπορούσαν να ανιχνευθούν με τη χρήση του SLAR. Επιπροσθέτως, ο SLAR ανιχνεύει τις πετρελαιοκηλίδες μετρώντας τις μεταβολές στην τραχύτητα των επιφανειών. Επομένως, υπήρχε η πιθανότητα άλλες παράκτιες δραστηριότητες να επηρεάσουν την τραχύτητα της επιφάνειας των υδάτων και έτσι οι μετρήσεις του SLAR να μην είναι ακριβείς. Το πρώτο στάδιο της εργασίας ήταν, λοιπόν, η αξιολόγηση της χρήσης του SLAR για τον εντοπισμό των πετρελαιοκηλίδων στην περιοχή, μέσω της ανάλυσης των αποτελεσμάτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Έρευνα SLAR'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς το αεροσκάφος πετούσε κατά μήκος της περιοχής μελέτης, ο χειριστής παρακολουθούσε την οθόνη με σκοπό να εντοπίσει οποιονδήποτε στόχο που προσομοιάζει σε κηλίδα. Αυτοί οι στόχοι εμφανίζονταν ως μαύρες περιοχές σε γκρι φόντο (Εικόνα 1). Όταν εντοπιζόταν ένας στόχος, ο χειριστής τον σημείωνε με αποτέλεσμα η θέση του στόχου να εμφανίζεται στο κουτί των δεδομένων, στο κάτω μέρος της οθόνης. Ακολούθως, ο SLAR χρησιμοποιείτο για την περαιτέρω εξέταση του στόχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Μελέτη με IR/UVLS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφότου ο στόχος είχε ανιχνευθεί από τον SLAR, ακολουθούσε η μελέτη με χρήση IR/UVLS. Οι έρευνες IR/UVLS πραγματοποιούνταν υπό κανονικές συνθήκες από ύψος 305 μέτρων (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάλυση των εικόνων'''&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Εντοπισμός Ελαιώδους Στόχου μέσω SLAR ]]&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα από τους αισθητήρες καταγράφηκαν σε ψηφιακές κασέτες, όπου αναλύθηκαν με τη χρήση του Data Evaluation Terminal (DET) που αναπτύχθηκε από την SSC. Το DET επιτρέπει την αναπαραγωγή των κασετών σε ταχύτητα πέντε φορές μεγαλύτερη της ταχύτητας λήψης, χωρίς απώλειες στην ποιότητα της εικόνας. Ο όγκος του πετρελαίου σε κάθε κηλίδα υπολογίστηκε με μέτρηση των περιοχών των κηλίδων με στις υπέρυθρες και στις υπεριώδεις εικόνες. &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil3.gif | thumb | right | Εικόνα 2 Έρευνα IR/UVLS Ελαιώδους Στόχου ]]&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συζήτηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Εντοπισμός πετρελαίου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Εικόνα 1 αναδεικνύει τη δυνατότητα του SLAR να εντοπίζει μακρόστενες κηλίδες σε μικρή απόσταση από παράκτιες εγκαταστάσεις, σε αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο SLAR είχε τη δυνατότητα να εντοπίζει κηλίδες, ακόμα και σε περιπτώσεις που η έρευνα με χρήση IR/UVLS έδειξε ότι εμπεριείχαν πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου. Για παράδειγμα, στην Εικόνα 3 απεικονίζει έναν ελαιώδη στόχο σε μικρή απόσταση από εγκατάσταση. Η έρευνα IR/UV έδειξε ότι εντοπίστηκε πετρέλαιο μόνο στο υπεριώδες και όχι στο υπέρυθρο, γεγονός που συνεπάγεται ότι η απόρριψη αποτελείτο από ένα λεπτό στρώμα. Αναμενόμενα, επίσης, οι κηλίδες εντοπίζονταν ευκολότερα από τον SLAR όταν αποτελούνταν από παχύ στρώμα πετρελαίου και απείχαν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα από την πορεία του αεροσκάφους.&lt;br /&gt;
Περιστασιακά, υπήρξαν ελαιώδεις στόχοι που εντοπίστηκαν από τον SLAR, αλλά η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα IR/UVLS. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της έρευνας IR/UVLS, καθώς η έρευνα του SLAR δεν είναι επαρκής για την ταυτοποίηση των στόχων. Ευτυχώς, οι στόχοι αυτοί δεν εμφανίζονταν συχνά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Αριθμός και μέγεθος ελαιωδών στόχων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πτήσεις πραγματοποιήθηκαν σε μηνιαία βάση και είχαν συνολική διάρκεια 154 ωρών από τον Οκτώβριο του 1986 έως το Σεπτέμβριο του 1987. Κατά τη διάρκεια αυτή, εντοπίστηκαν συνολικά 34 ελαιώδεις στόχοι μέσω του SLAR, εκ των οποίων οι 23 ελέγχθηκαν με IR/UVLS. Οι 21 από αυτούς πιστοποιήθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο. Όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 2, οι περισσότεροι περιείχαν ποσότητες μικρότερες των 100 λίτρων, ενώ μόνο ένας περιείχε ποσότητα που ξεπερνούσε τα 1000 λίτρα. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι ο έλεγχος για τις συγκεντρώσεις σε πετρέλαιο των απορρίψεων από τις πλατφόρμες είναι μεγάλος. Παρά τις μικρές συγκεντρώσεις, ο έλεγχος έδωσε κίνητρο στους χειριστές να βελτιώσουν την αναφορά των κηλίδων. Ως αποτέλεσμα των διαρκών ελέγχων αυξήθηκε ο αριθμός των αναφορών ύπαρξης κηλίδων στο Υπουργείο Ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Η αερομεταφερόμενη επίβλεψη-παρατήρηση με χρήση αισθητήρων SLAR και IR/UVLS μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποτελεσματικό εντοπισμό απορρίψεων πετρελαίου από παράκτιες εγκαταστάσεις.&lt;br /&gt;
*Κατά τη διάρκεια των 154 ωρών πτήσης, εντοπίστηκαν 34 ελαιώδεις στόχοι εκ των οποίων 21 επιβεβαιώθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο.&lt;br /&gt;
*Οι περισσότερες κηλίδες  περιείχαν ποσότητες πετρελαίου μικρότερες των 100 λίτρων.&lt;br /&gt;
*Οι διαρκείς έλεγχοι αυξάνουν τον αριθμό των αναφορών εμφάνισης πετρελαιοκηλίδων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil6.gif</id>
		<title>Αρχείο:Oil6.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil6.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:59:37Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil5.gif</id>
		<title>Αρχείο:Oil5.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil5.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:58:58Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil4.gif</id>
		<title>Αρχείο:Oil4.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil4.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:58:33Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil3.gif</id>
		<title>Αρχείο:Oil3.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil3.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:58:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil2.gif</id>
		<title>Αρχείο:Oil2.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil2.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:57:33Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Εντοπισμός διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις με χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BD%CF%84%CE%BF%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CE%B5%CE%BB%CE%B1%CE%B9%CF%89%CE%B4%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%B2%CE%BB%CE%AE%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B1%CF%80%CF%8C_%CF%80%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%BA%CF%84%CE%B9%CE%B5%CF%82_%CE%B5%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2012-03-04T19:56:54Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο - Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σημασία της χρήσης τηλεπισκοπικών τεχνικών για τον εντοπισμό διαθέσεων ελαιωδών αποβλήτων από παράκτιες εγκαταστάσεις έχει διερευνηθεί πολλάκις στο παρελθόν. Έχει αποδειχθεί ότι το αερομεταφερόμενο ραντάρ πλάγιας λήψης (Side-looking airborne radar- SLAR) μπορεί να παρέχει εντοπισμό σε πρωτογενές επίπεδο ελαιόμορφων στόχων από αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων. Η παρουσία πετρελαίου μπορεί στη συνέχεια να επιβεβαιωθεί με έρευνα από μικρή απόσταση, με τη χρήση ενός συνδυαστικού γραμμικού σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους.&lt;br /&gt;
Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί η ανησυχία για τα επίπεδα ρύπανσης στη Βόρεια Θάλασσα και μέσω της σύγκλησης της Διεθνούς Διάσκεψης για την Προστασία της Βόρειας Θάλασσας, τα παράκτια κράτη έχουν συμφωνήσει να διατηρήσουν τις προσπάθειες για την παρακολούθηση και τη μείωση της ρύπανσης στην περιοχή. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρύπανση από παράκτιες εγκαταστάσεις άντλησης και παραγωγής πετρελαίου έχει τεθεί υπό ενδελεχή έλεγχο. Το γεγονός αυτό δεν εκπλήσσει, καθώς έχουν προηγηθεί ατυχήματα, όπως η έκρηξη στο Ekofisk που προκάλεσε τη διαφυγή μεγάλων ποσοτήτων πετρελαίου στη θάλασσα, που έλαβαν μεγάλη δημοσιότητα. Ευτυχώς, τέτοιας κλίμακας ατυχήματα είναι σπάνια, όμως μικρού μεγέθους διαρροές συμβαίνουν συχνότερα και στο Ηνωμένο Βασίλειο οι χειριστές είναι υποχρεωμένοι να τις αναφέρουν άμεσα στο Υπουργείο Ενέργειας. Επιπροσθέτως, το πετρέλαιο μπορεί να διαφύγει στη θάλασσα ως αποτέλεσμα βιομηχανικών διεργασιών, όμως έχουν τεθεί αυστηρά όρια για την περιεκτικότητα σε έλαια οποιασδήποτε απόρριψης από το Υπουργείου Ενέργειας του Ηνωμένου Βασιλείου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Εντοπισμός πετρελαίου με τηλεπισκόπηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εξοπλισμός που χρησιμοποιήθηκε για τη συγκεκριμένη έρευνα στη Βόρεια Θάλασσα από τη Μονάδα Ελέγχου Θαλάσσιας Ρύπανσης (MPCU) του Υπουργείου μεταφορών του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν το Maritime Surveillance System (MSS) που κατασκευάστηκε από τη Σουηδική Εταιρία Διαστήματος (SSC). Το MSS περιλαμβάνει ένα SLAR και έναν συνδυαστικό γραμμικό σαρωτή υπερύθρου/υπεριώδους (IR/UVLS). Λεπτομερής περιγραφή των τεχνικών χαρακτηριστικών των αισθητήρων δίνεται στον Πίνακα 1.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: oil1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Τεχνικά Χαρακτηριστικά SLAR και IR/UVLS ]] &lt;br /&gt;
Ο SLAR προοριζόταν για την ανίχνευση πετρελαίου από μεγάλη απόσταση, ενώ το IR/UVLS ακολούθως για την παροχή πληροφοριών για τις ακριβείς διαστάσεις των κηλίδων και την εκτίμηση της ποσότητας του πετρελαίου.&lt;br /&gt;
Από την αξιολόγηση της χρήσης του SLAR, προέκυψε ότι είναι καλύτερα ταιριαστός για τον εντοπισμό σχετικά μεγάλων κηλίδων (μεγαλύτερων από 5km x 5km). Οι κηλίδες που προέρχονταν από παράκτιες εγκαταστάσεις αναμενόταν να είναι σχετικά περιορισμένες σε πλάτος και καθώς η χωρική ανάλυση του SLAR ήταν 75 μέτρα, υπήρχε αμφιβολία για το κατά πόσο θα μπορούσαν να ανιχνευθούν με τη χρήση του SLAR. Επιπροσθέτως, ο SLAR ανιχνεύει τις πετρελαιοκηλίδες μετρώντας τις μεταβολές στην τραχύτητα των επιφανειών. Επομένως, υπήρχε η πιθανότητα άλλες παράκτιες δραστηριότητες να επηρεάσουν την τραχύτητα της επιφάνειας των υδάτων και έτσι οι μετρήσεις του SLAR να μην είναι ακριβείς. Το πρώτο στάδιο της εργασίας ήταν, λοιπόν, η αξιολόγηση της χρήσης του SLAR για τον εντοπισμό των πετρελαιοκηλίδων στην περιοχή, μέσω της ανάλυσης των αποτελεσμάτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Μεθοδολογία'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Έρευνα SLAR'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Καθώς το αεροσκάφος πετούσε κατά μήκος της περιοχής μελέτης, ο χειριστής παρακολουθούσε την οθόνη με σκοπό να εντοπίσει οποιονδήποτε στόχο που προσομοιάζει σε κηλίδα. Αυτοί οι στόχοι εμφανίζονταν ως μαύρες περιοχές σε γκρι φόντο (Εικόνα 1). Όταν εντοπιζόταν ένας στόχος, ο χειριστής τον σημείωνε με αποτέλεσμα η θέση του στόχου να εμφανίζεται στο κουτί των δεδομένων, στο κάτω μέρος της οθόνης. Ακολούθως, ο SLAR χρησιμοποιείτο για την περαιτέρω εξέταση του στόχου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Μελέτη με IR/UVLS'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αφότου ο στόχος είχε ανιχνευθεί από τον SLAR, ακολουθούσε η μελέτη με χρήση IR/UVLS. Οι έρευνες IR/UVLS πραγματοποιούνταν υπό κανονικές συνθήκες από ύψος 305 μέτρων (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Ανάλυση των εικόνων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα από τους αισθητήρες καταγράφηκαν σε ψηφιακές κασέτες, όπου αναλύθηκαν με τη χρήση του Data Evaluation Terminal (DET) που αναπτύχθηκε από την SSC. Το DET επιτρέπει την αναπαραγωγή των κασετών σε ταχύτητα πέντε φορές μεγαλύτερη της ταχύτητας λήψης, χωρίς απώλειες στην ποιότητα της εικόνας. Ο όγκος του πετρελαίου σε κάθε κηλίδα υπολογίστηκε με μέτρηση των περιοχών των κηλίδων με στις υπέρυθρες και στις υπεριώδεις εικόνες. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Αποτελέσματα και συζήτηση'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Εντοπισμός πετρελαίου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Εικόνα 1 αναδεικνύει τη δυνατότητα του SLAR να εντοπίζει μακρόστενες κηλίδες σε μικρή απόσταση από παράκτιες εγκαταστάσεις, σε αποστάσεις της τάξης των 15 χιλιομέτρων, όπως προαναφέρθηκε. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο SLAR είχε τη δυνατότητα να εντοπίζει κηλίδες, ακόμα και σε περιπτώσεις που η έρευνα με χρήση IR/UVLS έδειξε ότι εμπεριείχαν πολύ μικρές ποσότητες πετρελαίου. Για παράδειγμα, στην Εικόνα 3 απεικονίζει έναν ελαιώδη στόχο σε μικρή απόσταση από εγκατάσταση. Η έρευνα IR/UV έδειξε ότι εντοπίστηκε πετρέλαιο μόνο στο υπεριώδες και όχι στο υπέρυθρο, γεγονός που συνεπάγεται ότι η απόρριψη αποτελείτο από ένα λεπτό στρώμα. Αναμενόμενα, επίσης, οι κηλίδες εντοπίζονταν ευκολότερα από τον SLAR όταν αποτελούνταν από παχύ στρώμα πετρελαίου και απείχαν λιγότερο από 10 χιλιόμετρα από την πορεία του αεροσκάφους.&lt;br /&gt;
Περιστασιακά, υπήρξαν ελαιώδεις στόχοι που εντοπίστηκαν από τον SLAR, αλλά η ύπαρξή τους δεν επιβεβαιώθηκε από την έρευνα IR/UVLS. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει τη σημασία της έρευνας IR/UVLS, καθώς η έρευνα του SLAR δεν είναι επαρκής για την ταυτοποίηση των στόχων. Ευτυχώς, οι στόχοι αυτοί δεν εμφανίζονταν συχνά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*'''Αριθμός και μέγεθος ελαιωδών στόχων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι πτήσεις πραγματοποιήθηκαν σε μηνιαία βάση και είχαν συνολική διάρκεια 154 ωρών από τον Οκτώβριο του 1986 έως το Σεπτέμβριο του 1987. Κατά τη διάρκεια αυτή, εντοπίστηκαν συνολικά 34 ελαιώδεις στόχοι μέσω του SLAR, εκ των οποίων οι 23 ελέγχθηκαν με IR/UVLS. Οι 21 από αυτούς πιστοποιήθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο. Όπως αποτυπώνεται στον Πίνακα 2, οι περισσότεροι περιείχαν ποσότητες μικρότερες των 100 λίτρων, ενώ μόνο ένας περιείχε ποσότητα που ξεπερνούσε τα 1000 λίτρα. Τα δεδομένα αυτά αποδεικνύουν ότι ο έλεγχος για τις συγκεντρώσεις σε πετρέλαιο των απορρίψεων από τις πλατφόρμες είναι μεγάλος. Παρά τις μικρές συγκεντρώσεις, ο έλεγχος έδωσε κίνητρο στους χειριστές να βελτιώσουν την αναφορά των κηλίδων. Ως αποτέλεσμα των διαρκών ελέγχων αυξήθηκε ο αριθμός των αναφορών ύπαρξης κηλίδων στο Υπουργείο Ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Η αερομεταφερόμενη επίβλεψη-παρατήρηση με χρήση αισθητήρων SLAR και IR/UVLS μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον αποτελεσματικό εντοπισμό απορρίψεων πετρελαίου από παράκτιες εγκαταστάσεις.&lt;br /&gt;
*Κατά τη διάρκεια των 154 ωρών πτήσης, εντοπίστηκαν 34 ελαιώδεις στόχοι εκ των οποίων 21 επιβεβαιώθηκε ότι περιέχουν πετρέλαιο.&lt;br /&gt;
*Οι περισσότερες κηλίδες  περιείχαν ποσότητες πετρελαίου μικρότερες των 100 λίτρων.&lt;br /&gt;
*Οι διαρκείς έλεγχοι αυξάνουν τον αριθμό των αναφορών εμφάνισης πετρελαιοκηλίδων.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil1.gif</id>
		<title>Αρχείο:Oil1.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Oil1.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:54:39Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1</id>
		<title>Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1"/>
				<updated>2012-03-04T19:48:19Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η μελέτη στοχεύει στον έλεγχο της καταλληλότητας της τηλεπισκόπησης ως μεθόδου για την ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης υδατικών πόρων και την παραγωγή οικονομικών μεθόδων για τη συλλογή ευρείας κλίμακας δεδομένων που σχετίζονται με το βαθμό εξάπλωσης ζιζανίων και οπτικών παραμέτρων που συνδέονται με την κατάσταση των υδατικών πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά δορυφορικά δεδομένα και βοηθητικά δεδομένα από το επίπεδο του εδάφους για την παραγωγή χαρτών κάλυψης γης, μέσω τεχνικών ταξινόμησης, και χάρτες σύστασης των υδάτων, εφαρμόζοντας μοντέλα ακτινοβολίας. Η συγκεκριμένη εργασία που προτάθηκε μέσα από το πλαίσιο της συνεργασίας του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών (μέσω του Πανεπιστημίου της Ρώμης) και Κενυατικών Αρχών πραγματοποιήθηκε στο Κενυατικό τμήμα της λίμνης Βικτώρια. Η λίμνη αυτή είναι ένας από τους μεγαλύτερους υδροφορείς του κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η ανθρωπογενής δραστηριότητα διατάραξαν την ισορροπία της βιοποικιλότητας.&lt;br /&gt;
Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να οριστούν τα θεματικά προϊόντα που μπορούν να ανακτηθούν από δορυφορικές εικόνες, όπως χάρτες αφθονίας ζιζανίων και συγκεντρώσεων συστατικών των υδάτων. Τα προϊόντα αυτά, όταν παράγονται με την κατάλληλη συχνότητα, είναι χρήσιμα για την αναγνώριση προϋποθέσεων που συνεπάγονται εμφάνιση επικίνδυνων γεγονότων όπως ο ασυνήθης πολλαπλασιασμός μακρόφυτων και για την ανάπτυξη ενός ενημερωμένου συστήματος υποστήριξης το οποίο εφαρμόζεται για μια συνολική διαχείριση περιβαλλοντικών πόρων. &lt;br /&gt;
Η Κένυα αντιμετωπίζει μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση υδατικών πόρων, που περιλαμβάνουν την αύξηση του πληθυσμού, την έλλειψη νερού, τη μεταβλητότητα του κλίματος, την υποβάθμιση και τη μόλυνση των υδροφορέων και την εξαφάνιση ειδών. Ο πολλαπλασιασμός επιδημικών φυτών και ειδών ζώων στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων ειδών ψαριών και υδρόβιων φυτών, αποτελεί ζήτημα ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα προβλήματα που προέρχονται από την υπέρμετρη αύξηση υδρόβιων φυτών είναι ότι:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Παρεμβαίνουν σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία και η ναυτιλία&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν ή παρεμβαίνουν στην ισορροπία του πληθυσμού των ψαριών&lt;br /&gt;
*Συντελούν σε θανάτους ψαριών λόγω δημιουργίας αναερόβιων συνθηκών&lt;br /&gt;
*Συμβάλλουν στη δημιουργία ελών&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν τη ροή των υδάτων σε τάφρους αποστράγγισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση-Ιστορικό'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αξιοποιηθεί πολλοί δορυφορικοί αισθητήρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών για την κάλυψη γης και τη μελέτη της βιολογικής δραστηριότητας που σημειώνεται εντός των υδάτινων μαζών. Τα προϊόντα της τηλεπισκόπησης προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, την εκτίμηση αποθεμάτων (π.χ. ζιζάνια), περιβαλλοντικών κινδύνων, τον χαρακτηρισμό της τοπικής πανίδας, και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού.&lt;br /&gt;
Αρκετοί αισθητήρες χαρακτηρίζονται από φασματική και χωρική ανάλυση οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την εφαρμογή για τη χαρτογράφηση κάλυψης  γης, ενώ μόλις λίγοι προσφέρουν έναν σωστό χωρικό-φασματικό συνδυασμό για να εξασφαλιστεί η φασματική διάκριση των διαφορετικών εδαφών και των ειδών βλάστησης. Διάφορες μελέτες (Cohen και Spies, 1992? Ekstrand, 1994? Gallant et al, 2005?. Wickham et al, 2004a, b?. Giri et al, 2003?.. Huang et al, 2003) ασχολούνται με την μελέτη της κάλυψης γης και τις ιδιότητες των δασών μέσω δορυφορικών δεδομένων με την εφαρμογή συμβατικών αλγορίθμων ταξινόμησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκοπικά δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε αυτή τη μελέτη τα δεδομένα ETM+ χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση και την αναγνώριση ειδών ζιζανίων, ενώ οι εικόνες ASTER (λόγω του μειωμένου αριθμού των διαθέσιμων φασματικών καναλιών) χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την ανίχνευση της έκτασης που καλύπτουν τα φυτά στη λίμνη. Η υψηλή φασματική ανάλυση της εικόνας MERIS χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση των συστατικών του νερού. (Πίνακας 1)&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Χαρακτηριστικά αισθητήρων ]]   &lt;br /&gt;
Η διάκριση των διαφόρων ειδών βλάστησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 2 εικόνων ETM+ (17 Δεκεμβρίου, 1999 και 12 Μαΐου, 2001) οι οποίες διορθώθηκαν ατμοσφαιρικά με εφαρμογή λογισμικού 6S, ενώ οι εικόνες ASTER που ελήφθησαν κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2006 χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της πρόσφατης μεταβολής της έκτασης που καλύπτεται από ζιζάνια. Επειδή το εύρος των εικόνων ASTER δεν αρκεί να καλύψει ολόκληρο τον κόλπο Winan, αναλύθηκαν δύο τμήματα του κόλπου, για τα οποία καλύφθηκαν από τουλάχιστον τέσσερις εικόνες ASTER. Δεδομένα από τον MERIS χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των οπτικών ιδιοτήτων του κόλπου Winam, με σκοπό να καθοριστούν οι συγκεντρώσεις των συστατικών στο νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση υδρόβιων ζιζανίων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι της διαδικασίας χαρτογράφησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη ζιζανίων που πλέουν στην επιφάνεια της λίμνης μέσω των φασματικών τους χαρακτηριστικών. Για αυτόν το σκοπό ορίστηκαν δύο βήματα της διαδικασίας. &lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα αντιπροσωπεύεται από μια απλή παραμετρική ταξινόμηση (αλγόριθμος ελάχιστης απόστασης) , που εφαρμόστηκε στα δεδομένα για να αναγνωριστούν οι μεγάλες καλυμμένες επιφάνειες που αφορούν τον κόλπο Winam. Τα επιλεγμένα είδη επιφάνειας είναι:&lt;br /&gt;
*Αναδυόμενη παραποτάμια και πλεούμενη βλάστηση&lt;br /&gt;
*Διάσπαρτα πλεούμενα υλικά&lt;br /&gt;
*Νερό&lt;br /&gt;
*Έδαφος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία κατάτμησης που εφαρμόστηκε στις εικόνες Landsat ETM+ και ASTER βοήθησε στην απομόνωση των πλεούμενων μακρόφυτων με σκοπό την ανάδειξη της εξέλιξης των ζιζανίων κατά τα τελευταία 6 χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά το δεύτερο βήμα οι εικόνες χωρίζονται σε κλάσεις και επιλέγεται η κλάση της πλεούμενης βλάστησης. Η κλάση αυτή αναλύθηκε για να διακριθούν τα διάφορα είδη ανάλογα με τη φασματική συμπεριφορά όπως παρατηρήθηκαν από την επιτόπια μελέτη. Για αυτόν το σκοπό εφαρμόστηκε μια ανάλυση σε υποεικονοστοιχεία για να εκτιμηθεί, για κάθε εικονοστοιχείο, τι ποσοστό του καθενός ανήκει σε διαφορετικά είδη ζιζανίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χάρτες συστατικών των υδάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι χάρτες συγκεντρώσεων των συστατικών του νερού κατασκευάστηκαν με χρήση ενός βίο-οπτικού μοντέλου (καθορίζει τις οπτικές ιδιότητες των βασικών συστατικών του νερού και τις συνδέει με τις οπτικές ιδιότητες του σώματος του νερού) και ενός μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας (το οποίο συνδέει τις οπτικές ιδιότητες του νερού με τη ραδιομετρία). Η ένωση των δύο μοντέλων επιτρέπει την εκτίμηση της ραδιομετρικής ποσότητας σε σχέση με την αφθονία των συστατικών των υδάτων και τις ιδιότητές τους ως προς την απορρόφηση και τη σκέδαση της ακτινοβολίας. Στη συνέχεια, μέσω μιας απλής αντίστροφης διαδικασίας, είναι δυνατό να ανακτηθούν τα ποσά των συγκεντρώσεων των συστατικών από μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis2.gif | thumb | right | Εικόνα 1(α) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis3.gif | thumb | right | Εικόνα 1(β) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]]&lt;br /&gt;
'''Έλεγχος μοντέλου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα διαφορετικά βήματα της επεξεργασίας των δεδομένων (ατμοσφαιρικές διορθώσεις και άλλες προεπεξεργασίες, επιτόπια επεξεργασία δεδομένων, παραμετροποίηση μοντέλου κλπ) δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση της αβεβαιότητας των τελικών αποτελεσμάτων. Για αυτό το λόγο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιμέρους βήματα επικύρωσης-ελέγχου, τα οποία περιλαμβάνουν βιο-οπτικό και θεματικό έλεγχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Έλεγχος προεπεξεργασίας&lt;br /&gt;
Η ατμοσφαιρική διόρθωση της εικόνας MERIS επικυρώθηκε με μέσω σύγκρισης με αντίστοιχες ποσότητες που μετρήθηκαν τοπικά μέσω ASD. Για την πραγματοποίηση της σύγκρισης, εξήχθη η μέση τιμή ένος τετραγώνου 3x3 εικονοστοιχείων, επικεντρωμένου στην περιοχή της επιτόπιας μέτρησης για να ληφθούν υπόψιν πιθανές τοπικές αναμίξεις υδάτων. Η διαφορά ανάμεσα στη μέτρηση από το επίπεδο του εδάφους και στην ένδειξη του δορυφόρου θα μπορούσε πιθανόν να ευθύνεται για &lt;br /&gt;
τη ατελή ταύτιση των συγκρινόμενων φασμάτων.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σύγκριση μεταξύ φασμάτων ]]&lt;br /&gt;
*Βιο-οπτικός έλεγχος&lt;br /&gt;
Επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επιτόπιας μέτρησης των συντελεστών απορρόφησης και σκέδασης, ακολουθήθηκε ένα έμμεσο μοντέλο επικύρωσης, προσομοιώνοντας τις μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες με λογισμικό Hydrolight, χρησιμοποιώντας ως εισόδους τις οπτικές ιδιότητες των συστατικών των υδάτων και τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στο εργαστήριο. Τα προσομοιωμένα φάσματα συγκρίθηκαν με επιτόπιες μετρήσεις ραδιομετρικών ποσοτήτων. Ένας ανάλογος έμμεσος έλεγχος πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας το αντίστροφο μοντέλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis5.gif | thumb | right | Εικόνα 3 Χάρτης συγκεντρώσεων συστατικών ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis6.gif | thumb | left | Εικόνα 4 Σύγκριση μεταξύ μετρούμενων και εργαστηριακά υπολογισμένων συγκεντρώσεων ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος που περιγράφηκε εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα τμήμα της λίμνης Βικτώρια της Κένυα (Κόλπος Winam), για την οποία η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται μια σοβαρή πρόκληση λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, της λειψυδρίας, της μεταβλητότητας του κλίματος και της υποβάθμισης των υδατικών πόρων και της ρύπανσης των υδάτων. Ένα κατάλληλο σύστημα ταξινόμησης που εφαρμόστηκε σε ένα ζευγάρι εικόνων ΕΤΜ, λαμβάνοντας υπόψη τα φασματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, επιτρέπει τη διάκριση μερικών από τα υδρόβια φυτά που υπάρχουν στη λίμνη. Το απλοποιημένο μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας του νερού που εφαρμόστηκε σε μια εικόνα MERIS, η οποία ελήφθη κοντά στην περιοχή, επιτρέπει την εκτίμηση για τα συστατικά που υπάρχουν στα ύδατα. Η σύγκριση αυτών των πληροφοριών με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων νερού που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δείχνει μια γενικά καλή αντιστοιχία. Μια χρονοσειρά εικόνων ASTER επιτρέπει την ανάδειξη του πώς ο πολλαπλασιασμός των ζιζανίων στη λίμνη, μετά τις χαμηλές τιμές της περιόδου 2001-2004, ήταν υψηλός και άστατος κατά τα έτη 2005 και 2006. Μια χρονοσειρά εικόνων MERIS απαιτήθηκε επίσης για την ανάλυση της χρονικής διακύμανσης των της συγκέντρωσης των ρύπων του νερού ώστε να αποσαφηνιστεί η συσχέτιση μεταξύ της διάδοσης των ζιζανίων και των συστατικών του νεού. Αυτό θα μπορούσε να να είναι μέρος μιας επόμενης μελέτης. Παρ’όλα αυτά, τα αποτελέσματα, επιβεβαιώνουν ότι οι περιοχές με υψηλή συγκέντρωση των ιζημάτων ταιριάζουν με την εμφάνιση ζιζανίων. Αφότου αποκτηθούν σημαντικά δορυφορικά δεδομένα, γίνεται  σαφές ότι ο ρόλος αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικός στην υποστήριξη ενός συστήματος λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Επιπλέον, η αντανάκλαση στο περιβάλλον οποιασδήποτε δράσης που έχει αναληφθεί για τον περιορισμό της υποβάθμισής του μπορεί να ελεγχθεί με έναν σχετικά απλό και οικονομικό τρόπο.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis6.gif</id>
		<title>Αρχείο:Giannis6.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis6.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:47:00Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1</id>
		<title>Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1"/>
				<updated>2012-03-04T19:46:13Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η μελέτη στοχεύει στον έλεγχο της καταλληλότητας της τηλεπισκόπησης ως μεθόδου για την ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης υδατικών πόρων και την παραγωγή οικονομικών μεθόδων για τη συλλογή ευρείας κλίμακας δεδομένων που σχετίζονται με το βαθμό εξάπλωσης ζιζανίων και οπτικών παραμέτρων που συνδέονται με την κατάσταση των υδατικών πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά δορυφορικά δεδομένα και βοηθητικά δεδομένα από το επίπεδο του εδάφους για την παραγωγή χαρτών κάλυψης γης, μέσω τεχνικών ταξινόμησης, και χάρτες σύστασης των υδάτων, εφαρμόζοντας μοντέλα ακτινοβολίας. Η συγκεκριμένη εργασία που προτάθηκε μέσα από το πλαίσιο της συνεργασίας του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών (μέσω του Πανεπιστημίου της Ρώμης) και Κενυατικών Αρχών πραγματοποιήθηκε στο Κενυατικό τμήμα της λίμνης Βικτώρια. Η λίμνη αυτή είναι ένας από τους μεγαλύτερους υδροφορείς του κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η ανθρωπογενής δραστηριότητα διατάραξαν την ισορροπία της βιοποικιλότητας.&lt;br /&gt;
Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να οριστούν τα θεματικά προϊόντα που μπορούν να ανακτηθούν από δορυφορικές εικόνες, όπως χάρτες αφθονίας ζιζανίων και συγκεντρώσεων συστατικών των υδάτων. Τα προϊόντα αυτά, όταν παράγονται με την κατάλληλη συχνότητα, είναι χρήσιμα για την αναγνώριση προϋποθέσεων που συνεπάγονται εμφάνιση επικίνδυνων γεγονότων όπως ο ασυνήθης πολλαπλασιασμός μακρόφυτων και για την ανάπτυξη ενός ενημερωμένου συστήματος υποστήριξης το οποίο εφαρμόζεται για μια συνολική διαχείριση περιβαλλοντικών πόρων. &lt;br /&gt;
Η Κένυα αντιμετωπίζει μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση υδατικών πόρων, που περιλαμβάνουν την αύξηση του πληθυσμού, την έλλειψη νερού, τη μεταβλητότητα του κλίματος, την υποβάθμιση και τη μόλυνση των υδροφορέων και την εξαφάνιση ειδών. Ο πολλαπλασιασμός επιδημικών φυτών και ειδών ζώων στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων ειδών ψαριών και υδρόβιων φυτών, αποτελεί ζήτημα ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα προβλήματα που προέρχονται από την υπέρμετρη αύξηση υδρόβιων φυτών είναι ότι:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Παρεμβαίνουν σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία και η ναυτιλία&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν ή παρεμβαίνουν στην ισορροπία του πληθυσμού των ψαριών&lt;br /&gt;
*Συντελούν σε θανάτους ψαριών λόγω δημιουργίας αναερόβιων συνθηκών&lt;br /&gt;
*Συμβάλλουν στη δημιουργία ελών&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν τη ροή των υδάτων σε τάφρους αποστράγγισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση-Ιστορικό'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αξιοποιηθεί πολλοί δορυφορικοί αισθητήρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών για την κάλυψη γης και τη μελέτη της βιολογικής δραστηριότητας που σημειώνεται εντός των υδάτινων μαζών. Τα προϊόντα της τηλεπισκόπησης προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, την εκτίμηση αποθεμάτων (π.χ. ζιζάνια), περιβαλλοντικών κινδύνων, τον χαρακτηρισμό της τοπικής πανίδας, και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού.&lt;br /&gt;
Αρκετοί αισθητήρες χαρακτηρίζονται από φασματική και χωρική ανάλυση οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την εφαρμογή για τη χαρτογράφηση κάλυψης  γης, ενώ μόλις λίγοι προσφέρουν έναν σωστό χωρικό-φασματικό συνδυασμό για να εξασφαλιστεί η φασματική διάκριση των διαφορετικών εδαφών και των ειδών βλάστησης. Διάφορες μελέτες (Cohen και Spies, 1992? Ekstrand, 1994? Gallant et al, 2005?. Wickham et al, 2004a, b?. Giri et al, 2003?.. Huang et al, 2003) ασχολούνται με την μελέτη της κάλυψης γης και τις ιδιότητες των δασών μέσω δορυφορικών δεδομένων με την εφαρμογή συμβατικών αλγορίθμων ταξινόμησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκοπικά δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε αυτή τη μελέτη τα δεδομένα ETM+ χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση και την αναγνώριση ειδών ζιζανίων, ενώ οι εικόνες ASTER (λόγω του μειωμένου αριθμού των διαθέσιμων φασματικών καναλιών) χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την ανίχνευση της έκτασης που καλύπτουν τα φυτά στη λίμνη. Η υψηλή φασματική ανάλυση της εικόνας MERIS χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση των συστατικών του νερού. (Πίνακας 1)&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Χαρακτηριστικά αισθητήρων ]]   &lt;br /&gt;
Η διάκριση των διαφόρων ειδών βλάστησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 2 εικόνων ETM+ (17 Δεκεμβρίου, 1999 και 12 Μαΐου, 2001) οι οποίες διορθώθηκαν ατμοσφαιρικά με εφαρμογή λογισμικού 6S, ενώ οι εικόνες ASTER που ελήφθησαν κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2006 χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της πρόσφατης μεταβολής της έκτασης που καλύπτεται από ζιζάνια. Επειδή το εύρος των εικόνων ASTER δεν αρκεί να καλύψει ολόκληρο τον κόλπο Winan, αναλύθηκαν δύο τμήματα του κόλπου, για τα οποία καλύφθηκαν από τουλάχιστον τέσσερις εικόνες ASTER. Δεδομένα από τον MERIS χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των οπτικών ιδιοτήτων του κόλπου Winam, με σκοπό να καθοριστούν οι συγκεντρώσεις των συστατικών στο νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση υδρόβιων ζιζανίων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι της διαδικασίας χαρτογράφησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη ζιζανίων που πλέουν στην επιφάνεια της λίμνης μέσω των φασματικών τους χαρακτηριστικών. Για αυτόν το σκοπό ορίστηκαν δύο βήματα της διαδικασίας. &lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα αντιπροσωπεύεται από μια απλή παραμετρική ταξινόμηση (αλγόριθμος ελάχιστης απόστασης) , που εφαρμόστηκε στα δεδομένα για να αναγνωριστούν οι μεγάλες καλυμμένες επιφάνειες που αφορούν τον κόλπο Winam. Τα επιλεγμένα είδη επιφάνειας είναι:&lt;br /&gt;
*Αναδυόμενη παραποτάμια και πλεούμενη βλάστηση&lt;br /&gt;
*Διάσπαρτα πλεούμενα υλικά&lt;br /&gt;
*Νερό&lt;br /&gt;
*Έδαφος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία κατάτμησης που εφαρμόστηκε στις εικόνες Landsat ETM+ και ASTER βοήθησε στην απομόνωση των πλεούμενων μακρόφυτων με σκοπό την ανάδειξη της εξέλιξης των ζιζανίων κατά τα τελευταία 6 χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά το δεύτερο βήμα οι εικόνες χωρίζονται σε κλάσεις και επιλέγεται η κλάση της πλεούμενης βλάστησης. Η κλάση αυτή αναλύθηκε για να διακριθούν τα διάφορα είδη ανάλογα με τη φασματική συμπεριφορά όπως παρατηρήθηκαν από την επιτόπια μελέτη. Για αυτόν το σκοπό εφαρμόστηκε μια ανάλυση σε υποεικονοστοιχεία για να εκτιμηθεί, για κάθε εικονοστοιχείο, τι ποσοστό του καθενός ανήκει σε διαφορετικά είδη ζιζανίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χάρτες συστατικών των υδάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι χάρτες συγκεντρώσεων των συστατικών του νερού κατασκευάστηκαν με χρήση ενός βίο-οπτικού μοντέλου (καθορίζει τις οπτικές ιδιότητες των βασικών συστατικών του νερού και τις συνδέει με τις οπτικές ιδιότητες του σώματος του νερού) και ενός μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας (το οποίο συνδέει τις οπτικές ιδιότητες του νερού με τη ραδιομετρία). Η ένωση των δύο μοντέλων επιτρέπει την εκτίμηση της ραδιομετρικής ποσότητας σε σχέση με την αφθονία των συστατικών των υδάτων και τις ιδιότητές τους ως προς την απορρόφηση και τη σκέδαση της ακτινοβολίας. Στη συνέχεια, μέσω μιας απλής αντίστροφης διαδικασίας, είναι δυνατό να ανακτηθούν τα ποσά των συγκεντρώσεων των συστατικών από μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis2.gif | thumb | right | Εικόνα 1(α) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis3.gif | thumb | right | Εικόνα 1(β) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]]&lt;br /&gt;
'''Έλεγχος μοντέλου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα διαφορετικά βήματα της επεξεργασίας των δεδομένων (ατμοσφαιρικές διορθώσεις και άλλες προεπεξεργασίες, επιτόπια επεξεργασία δεδομένων, παραμετροποίηση μοντέλου κλπ) δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση της αβεβαιότητας των τελικών αποτελεσμάτων. Για αυτό το λόγο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιμέρους βήματα επικύρωσης-ελέγχου, τα οποία περιλαμβάνουν βιο-οπτικό και θεματικό έλεγχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Έλεγχος προεπεξεργασίας&lt;br /&gt;
Η ατμοσφαιρική διόρθωση της εικόνας MERIS επικυρώθηκε με μέσω σύγκρισης με αντίστοιχες ποσότητες που μετρήθηκαν τοπικά μέσω ASD. Για την πραγματοποίηση της σύγκρισης, εξήχθη η μέση τιμή ένος τετραγώνου 3x3 εικονοστοιχείων, επικεντρωμένου στην περιοχή της επιτόπιας μέτρησης για να ληφθούν υπόψιν πιθανές τοπικές αναμίξεις υδάτων. Η διαφορά ανάμεσα στη μέτρηση από το επίπεδο του εδάφους και στην ένδειξη του δορυφόρου θα μπορούσε πιθανόν να ευθύνεται για &lt;br /&gt;
τη ατελή ταύτιση των συγκρινόμενων φασμάτων.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σύγκριση μεταξύ φασμάτων ]]&lt;br /&gt;
*Βιο-οπτικός έλεγχος&lt;br /&gt;
Επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επιτόπιας μέτρησης των συντελεστών απορρόφησης και σκέδασης, ακολουθήθηκε ένα έμμεσο μοντέλο επικύρωσης, προσομοιώνοντας τις μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες με λογισμικό Hydrolight, χρησιμοποιώντας ως εισόδους τις οπτικές ιδιότητες των συστατικών των υδάτων και τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στο εργαστήριο. Τα προσομοιωμένα φάσματα συγκρίθηκαν με επιτόπιες μετρήσεις ραδιομετρικών ποσοτήτων. Ένας ανάλογος έμμεσος έλεγχος πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας το αντίστροφο μοντέλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis5.gif | thumb | right | Εικόνα 3 Χάρτης συγκεντρώσεων συστατικών ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος που περιγράφηκε εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα τμήμα της λίμνης Βικτώρια της Κένυα (Κόλπος Winam), για την οποία η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται μια σοβαρή πρόκληση λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, της λειψυδρίας, της μεταβλητότητας του κλίματος και της υποβάθμισης των υδατικών πόρων και της ρύπανσης των υδάτων. Ένα κατάλληλο σύστημα ταξινόμησης που εφαρμόστηκε σε ένα ζευγάρι εικόνων ΕΤΜ, λαμβάνοντας υπόψη τα φασματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, επιτρέπει τη διάκριση μερικών από τα υδρόβια φυτά που υπάρχουν στη λίμνη. Το απλοποιημένο μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας του νερού που εφαρμόστηκε σε μια εικόνα MERIS, η οποία ελήφθη κοντά στην περιοχή, επιτρέπει την εκτίμηση για τα συστατικά που υπάρχουν στα ύδατα. Η σύγκριση αυτών των πληροφοριών με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων νερού που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δείχνει μια γενικά καλή αντιστοιχία. Μια χρονοσειρά εικόνων ASTER επιτρέπει την ανάδειξη του πώς ο πολλαπλασιασμός των ζιζανίων στη λίμνη, μετά τις χαμηλές τιμές της περιόδου 2001-2004, ήταν υψηλός και άστατος κατά τα έτη 2005 και 2006. Μια χρονοσειρά εικόνων MERIS απαιτήθηκε επίσης για την ανάλυση της χρονικής διακύμανσης των της συγκέντρωσης των ρύπων του νερού ώστε να αποσαφηνιστεί η συσχέτιση μεταξύ της διάδοσης των ζιζανίων και των συστατικών του νεού. Αυτό θα μπορούσε να να είναι μέρος μιας επόμενης μελέτης. Παρ’όλα αυτά, τα αποτελέσματα, επιβεβαιώνουν ότι οι περιοχές με υψηλή συγκέντρωση των ιζημάτων ταιριάζουν με την εμφάνιση ζιζανίων. Αφότου αποκτηθούν σημαντικά δορυφορικά δεδομένα, γίνεται  σαφές ότι ο ρόλος αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικός στην υποστήριξη ενός συστήματος λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Επιπλέον, η αντανάκλαση στο περιβάλλον οποιασδήποτε δράσης που έχει αναληφθεί για τον περιορισμό της υποβάθμισής του μπορεί να ελεγχθεί με έναν σχετικά απλό και οικονομικό τρόπο.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis5.gif</id>
		<title>Αρχείο:Giannis5.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis5.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:45:04Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1</id>
		<title>Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1"/>
				<updated>2012-03-04T19:44:14Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η μελέτη στοχεύει στον έλεγχο της καταλληλότητας της τηλεπισκόπησης ως μεθόδου για την ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης υδατικών πόρων και την παραγωγή οικονομικών μεθόδων για τη συλλογή ευρείας κλίμακας δεδομένων που σχετίζονται με το βαθμό εξάπλωσης ζιζανίων και οπτικών παραμέτρων που συνδέονται με την κατάσταση των υδατικών πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά δορυφορικά δεδομένα και βοηθητικά δεδομένα από το επίπεδο του εδάφους για την παραγωγή χαρτών κάλυψης γης, μέσω τεχνικών ταξινόμησης, και χάρτες σύστασης των υδάτων, εφαρμόζοντας μοντέλα ακτινοβολίας. Η συγκεκριμένη εργασία που προτάθηκε μέσα από το πλαίσιο της συνεργασίας του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών (μέσω του Πανεπιστημίου της Ρώμης) και Κενυατικών Αρχών πραγματοποιήθηκε στο Κενυατικό τμήμα της λίμνης Βικτώρια. Η λίμνη αυτή είναι ένας από τους μεγαλύτερους υδροφορείς του κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η ανθρωπογενής δραστηριότητα διατάραξαν την ισορροπία της βιοποικιλότητας.&lt;br /&gt;
Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να οριστούν τα θεματικά προϊόντα που μπορούν να ανακτηθούν από δορυφορικές εικόνες, όπως χάρτες αφθονίας ζιζανίων και συγκεντρώσεων συστατικών των υδάτων. Τα προϊόντα αυτά, όταν παράγονται με την κατάλληλη συχνότητα, είναι χρήσιμα για την αναγνώριση προϋποθέσεων που συνεπάγονται εμφάνιση επικίνδυνων γεγονότων όπως ο ασυνήθης πολλαπλασιασμός μακρόφυτων και για την ανάπτυξη ενός ενημερωμένου συστήματος υποστήριξης το οποίο εφαρμόζεται για μια συνολική διαχείριση περιβαλλοντικών πόρων. &lt;br /&gt;
Η Κένυα αντιμετωπίζει μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση υδατικών πόρων, που περιλαμβάνουν την αύξηση του πληθυσμού, την έλλειψη νερού, τη μεταβλητότητα του κλίματος, την υποβάθμιση και τη μόλυνση των υδροφορέων και την εξαφάνιση ειδών. Ο πολλαπλασιασμός επιδημικών φυτών και ειδών ζώων στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων ειδών ψαριών και υδρόβιων φυτών, αποτελεί ζήτημα ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα προβλήματα που προέρχονται από την υπέρμετρη αύξηση υδρόβιων φυτών είναι ότι:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Παρεμβαίνουν σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία και η ναυτιλία&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν ή παρεμβαίνουν στην ισορροπία του πληθυσμού των ψαριών&lt;br /&gt;
*Συντελούν σε θανάτους ψαριών λόγω δημιουργίας αναερόβιων συνθηκών&lt;br /&gt;
*Συμβάλλουν στη δημιουργία ελών&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν τη ροή των υδάτων σε τάφρους αποστράγγισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση-Ιστορικό'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αξιοποιηθεί πολλοί δορυφορικοί αισθητήρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών για την κάλυψη γης και τη μελέτη της βιολογικής δραστηριότητας που σημειώνεται εντός των υδάτινων μαζών. Τα προϊόντα της τηλεπισκόπησης προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, την εκτίμηση αποθεμάτων (π.χ. ζιζάνια), περιβαλλοντικών κινδύνων, τον χαρακτηρισμό της τοπικής πανίδας, και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού.&lt;br /&gt;
Αρκετοί αισθητήρες χαρακτηρίζονται από φασματική και χωρική ανάλυση οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την εφαρμογή για τη χαρτογράφηση κάλυψης  γης, ενώ μόλις λίγοι προσφέρουν έναν σωστό χωρικό-φασματικό συνδυασμό για να εξασφαλιστεί η φασματική διάκριση των διαφορετικών εδαφών και των ειδών βλάστησης. Διάφορες μελέτες (Cohen και Spies, 1992? Ekstrand, 1994? Gallant et al, 2005?. Wickham et al, 2004a, b?. Giri et al, 2003?.. Huang et al, 2003) ασχολούνται με την μελέτη της κάλυψης γης και τις ιδιότητες των δασών μέσω δορυφορικών δεδομένων με την εφαρμογή συμβατικών αλγορίθμων ταξινόμησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκοπικά δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε αυτή τη μελέτη τα δεδομένα ETM+ χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση και την αναγνώριση ειδών ζιζανίων, ενώ οι εικόνες ASTER (λόγω του μειωμένου αριθμού των διαθέσιμων φασματικών καναλιών) χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την ανίχνευση της έκτασης που καλύπτουν τα φυτά στη λίμνη. Η υψηλή φασματική ανάλυση της εικόνας MERIS χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση των συστατικών του νερού. (Πίνακας 1)&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Χαρακτηριστικά αισθητήρων ]]   &lt;br /&gt;
Η διάκριση των διαφόρων ειδών βλάστησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 2 εικόνων ETM+ (17 Δεκεμβρίου, 1999 και 12 Μαΐου, 2001) οι οποίες διορθώθηκαν ατμοσφαιρικά με εφαρμογή λογισμικού 6S, ενώ οι εικόνες ASTER που ελήφθησαν κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2006 χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της πρόσφατης μεταβολής της έκτασης που καλύπτεται από ζιζάνια. Επειδή το εύρος των εικόνων ASTER δεν αρκεί να καλύψει ολόκληρο τον κόλπο Winan, αναλύθηκαν δύο τμήματα του κόλπου, για τα οποία καλύφθηκαν από τουλάχιστον τέσσερις εικόνες ASTER. Δεδομένα από τον MERIS χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των οπτικών ιδιοτήτων του κόλπου Winam, με σκοπό να καθοριστούν οι συγκεντρώσεις των συστατικών στο νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση υδρόβιων ζιζανίων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι της διαδικασίας χαρτογράφησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη ζιζανίων που πλέουν στην επιφάνεια της λίμνης μέσω των φασματικών τους χαρακτηριστικών. Για αυτόν το σκοπό ορίστηκαν δύο βήματα της διαδικασίας. &lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα αντιπροσωπεύεται από μια απλή παραμετρική ταξινόμηση (αλγόριθμος ελάχιστης απόστασης) , που εφαρμόστηκε στα δεδομένα για να αναγνωριστούν οι μεγάλες καλυμμένες επιφάνειες που αφορούν τον κόλπο Winam. Τα επιλεγμένα είδη επιφάνειας είναι:&lt;br /&gt;
*Αναδυόμενη παραποτάμια και πλεούμενη βλάστηση&lt;br /&gt;
*Διάσπαρτα πλεούμενα υλικά&lt;br /&gt;
*Νερό&lt;br /&gt;
*Έδαφος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία κατάτμησης που εφαρμόστηκε στις εικόνες Landsat ETM+ και ASTER βοήθησε στην απομόνωση των πλεούμενων μακρόφυτων με σκοπό την ανάδειξη της εξέλιξης των ζιζανίων κατά τα τελευταία 6 χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά το δεύτερο βήμα οι εικόνες χωρίζονται σε κλάσεις και επιλέγεται η κλάση της πλεούμενης βλάστησης. Η κλάση αυτή αναλύθηκε για να διακριθούν τα διάφορα είδη ανάλογα με τη φασματική συμπεριφορά όπως παρατηρήθηκαν από την επιτόπια μελέτη. Για αυτόν το σκοπό εφαρμόστηκε μια ανάλυση σε υποεικονοστοιχεία για να εκτιμηθεί, για κάθε εικονοστοιχείο, τι ποσοστό του καθενός ανήκει σε διαφορετικά είδη ζιζανίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χάρτες συστατικών των υδάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι χάρτες συγκεντρώσεων των συστατικών του νερού κατασκευάστηκαν με χρήση ενός βίο-οπτικού μοντέλου (καθορίζει τις οπτικές ιδιότητες των βασικών συστατικών του νερού και τις συνδέει με τις οπτικές ιδιότητες του σώματος του νερού) και ενός μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας (το οποίο συνδέει τις οπτικές ιδιότητες του νερού με τη ραδιομετρία). Η ένωση των δύο μοντέλων επιτρέπει την εκτίμηση της ραδιομετρικής ποσότητας σε σχέση με την αφθονία των συστατικών των υδάτων και τις ιδιότητές τους ως προς την απορρόφηση και τη σκέδαση της ακτινοβολίας. Στη συνέχεια, μέσω μιας απλής αντίστροφης διαδικασίας, είναι δυνατό να ανακτηθούν τα ποσά των συγκεντρώσεων των συστατικών από μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis2.gif | thumb | right | Εικόνα 1(α) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis3.gif | thumb | right | Εικόνα 1(β) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]]&lt;br /&gt;
'''Έλεγχος μοντέλου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα διαφορετικά βήματα της επεξεργασίας των δεδομένων (ατμοσφαιρικές διορθώσεις και άλλες προεπεξεργασίες, επιτόπια επεξεργασία δεδομένων, παραμετροποίηση μοντέλου κλπ) δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση της αβεβαιότητας των τελικών αποτελεσμάτων. Για αυτό το λόγο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιμέρους βήματα επικύρωσης-ελέγχου, τα οποία περιλαμβάνουν βιο-οπτικό και θεματικό έλεγχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Έλεγχος προεπεξεργασίας&lt;br /&gt;
Η ατμοσφαιρική διόρθωση της εικόνας MERIS επικυρώθηκε με μέσω σύγκρισης με αντίστοιχες ποσότητες που μετρήθηκαν τοπικά μέσω ASD. Για την πραγματοποίηση της σύγκρισης, εξήχθη η μέση τιμή ένος τετραγώνου 3x3 εικονοστοιχείων, επικεντρωμένου στην περιοχή της επιτόπιας μέτρησης για να ληφθούν υπόψιν πιθανές τοπικές αναμίξεις υδάτων. Η διαφορά ανάμεσα στη μέτρηση από το επίπεδο του εδάφους και στην ένδειξη του δορυφόρου θα μπορούσε πιθανόν να ευθύνεται για &lt;br /&gt;
τη ατελή ταύτιση των συγκρινόμενων φασμάτων.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis4.gif | thumb | left | Εικόνα 2 Σύγκριση μεταξύ φασμάτων ]]&lt;br /&gt;
*Βιο-οπτικός έλεγχος&lt;br /&gt;
Επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επιτόπιας μέτρησης των συντελεστών απορρόφησης και σκέδασης, ακολουθήθηκε ένα έμμεσο μοντέλο επικύρωσης, προσομοιώνοντας τις μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες με λογισμικό Hydrolight, χρησιμοποιώντας ως εισόδους τις οπτικές ιδιότητες των συστατικών των υδάτων και τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στο εργαστήριο. Τα προσομοιωμένα φάσματα συγκρίθηκαν με επιτόπιες μετρήσεις ραδιομετρικών ποσοτήτων. Ένας ανάλογος έμμεσος έλεγχος πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας το αντίστροφο μοντέλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος που περιγράφηκε εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα τμήμα της λίμνης Βικτώρια της Κένυα (Κόλπος Winam), για την οποία η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται μια σοβαρή πρόκληση λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, της λειψυδρίας, της μεταβλητότητας του κλίματος και της υποβάθμισης των υδατικών πόρων και της ρύπανσης των υδάτων. Ένα κατάλληλο σύστημα ταξινόμησης που εφαρμόστηκε σε ένα ζευγάρι εικόνων ΕΤΜ, λαμβάνοντας υπόψη τα φασματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, επιτρέπει τη διάκριση μερικών από τα υδρόβια φυτά που υπάρχουν στη λίμνη. Το απλοποιημένο μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας του νερού που εφαρμόστηκε σε μια εικόνα MERIS, η οποία ελήφθη κοντά στην περιοχή, επιτρέπει την εκτίμηση για τα συστατικά που υπάρχουν στα ύδατα. Η σύγκριση αυτών των πληροφοριών με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων νερού που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δείχνει μια γενικά καλή αντιστοιχία. Μια χρονοσειρά εικόνων ASTER επιτρέπει την ανάδειξη του πώς ο πολλαπλασιασμός των ζιζανίων στη λίμνη, μετά τις χαμηλές τιμές της περιόδου 2001-2004, ήταν υψηλός και άστατος κατά τα έτη 2005 και 2006. Μια χρονοσειρά εικόνων MERIS απαιτήθηκε επίσης για την ανάλυση της χρονικής διακύμανσης των της συγκέντρωσης των ρύπων του νερού ώστε να αποσαφηνιστεί η συσχέτιση μεταξύ της διάδοσης των ζιζανίων και των συστατικών του νεού. Αυτό θα μπορούσε να να είναι μέρος μιας επόμενης μελέτης. Παρ’όλα αυτά, τα αποτελέσματα, επιβεβαιώνουν ότι οι περιοχές με υψηλή συγκέντρωση των ιζημάτων ταιριάζουν με την εμφάνιση ζιζανίων. Αφότου αποκτηθούν σημαντικά δορυφορικά δεδομένα, γίνεται  σαφές ότι ο ρόλος αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικός στην υποστήριξη ενός συστήματος λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Επιπλέον, η αντανάκλαση στο περιβάλλον οποιασδήποτε δράσης που έχει αναληφθεί για τον περιορισμό της υποβάθμισής του μπορεί να ελεγχθεί με έναν σχετικά απλό και οικονομικό τρόπο.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis4.gif</id>
		<title>Αρχείο:Giannis4.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis4.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:43:12Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1</id>
		<title>Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1"/>
				<updated>2012-03-04T19:41:02Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η μελέτη στοχεύει στον έλεγχο της καταλληλότητας της τηλεπισκόπησης ως μεθόδου για την ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης υδατικών πόρων και την παραγωγή οικονομικών μεθόδων για τη συλλογή ευρείας κλίμακας δεδομένων που σχετίζονται με το βαθμό εξάπλωσης ζιζανίων και οπτικών παραμέτρων που συνδέονται με την κατάσταση των υδατικών πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά δορυφορικά δεδομένα και βοηθητικά δεδομένα από το επίπεδο του εδάφους για την παραγωγή χαρτών κάλυψης γης, μέσω τεχνικών ταξινόμησης, και χάρτες σύστασης των υδάτων, εφαρμόζοντας μοντέλα ακτινοβολίας. Η συγκεκριμένη εργασία που προτάθηκε μέσα από το πλαίσιο της συνεργασίας του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών (μέσω του Πανεπιστημίου της Ρώμης) και Κενυατικών Αρχών πραγματοποιήθηκε στο Κενυατικό τμήμα της λίμνης Βικτώρια. Η λίμνη αυτή είναι ένας από τους μεγαλύτερους υδροφορείς του κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η ανθρωπογενής δραστηριότητα διατάραξαν την ισορροπία της βιοποικιλότητας.&lt;br /&gt;
Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να οριστούν τα θεματικά προϊόντα που μπορούν να ανακτηθούν από δορυφορικές εικόνες, όπως χάρτες αφθονίας ζιζανίων και συγκεντρώσεων συστατικών των υδάτων. Τα προϊόντα αυτά, όταν παράγονται με την κατάλληλη συχνότητα, είναι χρήσιμα για την αναγνώριση προϋποθέσεων που συνεπάγονται εμφάνιση επικίνδυνων γεγονότων όπως ο ασυνήθης πολλαπλασιασμός μακρόφυτων και για την ανάπτυξη ενός ενημερωμένου συστήματος υποστήριξης το οποίο εφαρμόζεται για μια συνολική διαχείριση περιβαλλοντικών πόρων. &lt;br /&gt;
Η Κένυα αντιμετωπίζει μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση υδατικών πόρων, που περιλαμβάνουν την αύξηση του πληθυσμού, την έλλειψη νερού, τη μεταβλητότητα του κλίματος, την υποβάθμιση και τη μόλυνση των υδροφορέων και την εξαφάνιση ειδών. Ο πολλαπλασιασμός επιδημικών φυτών και ειδών ζώων στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων ειδών ψαριών και υδρόβιων φυτών, αποτελεί ζήτημα ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα προβλήματα που προέρχονται από την υπέρμετρη αύξηση υδρόβιων φυτών είναι ότι:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Παρεμβαίνουν σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία και η ναυτιλία&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν ή παρεμβαίνουν στην ισορροπία του πληθυσμού των ψαριών&lt;br /&gt;
*Συντελούν σε θανάτους ψαριών λόγω δημιουργίας αναερόβιων συνθηκών&lt;br /&gt;
*Συμβάλλουν στη δημιουργία ελών&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν τη ροή των υδάτων σε τάφρους αποστράγγισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση-Ιστορικό'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αξιοποιηθεί πολλοί δορυφορικοί αισθητήρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών για την κάλυψη γης και τη μελέτη της βιολογικής δραστηριότητας που σημειώνεται εντός των υδάτινων μαζών. Τα προϊόντα της τηλεπισκόπησης προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, την εκτίμηση αποθεμάτων (π.χ. ζιζάνια), περιβαλλοντικών κινδύνων, τον χαρακτηρισμό της τοπικής πανίδας, και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού.&lt;br /&gt;
Αρκετοί αισθητήρες χαρακτηρίζονται από φασματική και χωρική ανάλυση οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την εφαρμογή για τη χαρτογράφηση κάλυψης  γης, ενώ μόλις λίγοι προσφέρουν έναν σωστό χωρικό-φασματικό συνδυασμό για να εξασφαλιστεί η φασματική διάκριση των διαφορετικών εδαφών και των ειδών βλάστησης. Διάφορες μελέτες (Cohen και Spies, 1992? Ekstrand, 1994? Gallant et al, 2005?. Wickham et al, 2004a, b?. Giri et al, 2003?.. Huang et al, 2003) ασχολούνται με την μελέτη της κάλυψης γης και τις ιδιότητες των δασών μέσω δορυφορικών δεδομένων με την εφαρμογή συμβατικών αλγορίθμων ταξινόμησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκοπικά δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε αυτή τη μελέτη τα δεδομένα ETM+ χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση και την αναγνώριση ειδών ζιζανίων, ενώ οι εικόνες ASTER (λόγω του μειωμένου αριθμού των διαθέσιμων φασματικών καναλιών) χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την ανίχνευση της έκτασης που καλύπτουν τα φυτά στη λίμνη. Η υψηλή φασματική ανάλυση της εικόνας MERIS χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση των συστατικών του νερού. (Πίνακας 1)&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Χαρακτηριστικά αισθητήρων ]]   &lt;br /&gt;
Η διάκριση των διαφόρων ειδών βλάστησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 2 εικόνων ETM+ (17 Δεκεμβρίου, 1999 και 12 Μαΐου, 2001) οι οποίες διορθώθηκαν ατμοσφαιρικά με εφαρμογή λογισμικού 6S, ενώ οι εικόνες ASTER που ελήφθησαν κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2006 χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της πρόσφατης μεταβολής της έκτασης που καλύπτεται από ζιζάνια. Επειδή το εύρος των εικόνων ASTER δεν αρκεί να καλύψει ολόκληρο τον κόλπο Winan, αναλύθηκαν δύο τμήματα του κόλπου, για τα οποία καλύφθηκαν από τουλάχιστον τέσσερις εικόνες ASTER. Δεδομένα από τον MERIS χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των οπτικών ιδιοτήτων του κόλπου Winam, με σκοπό να καθοριστούν οι συγκεντρώσεις των συστατικών στο νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση υδρόβιων ζιζανίων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι της διαδικασίας χαρτογράφησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη ζιζανίων που πλέουν στην επιφάνεια της λίμνης μέσω των φασματικών τους χαρακτηριστικών. Για αυτόν το σκοπό ορίστηκαν δύο βήματα της διαδικασίας. &lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα αντιπροσωπεύεται από μια απλή παραμετρική ταξινόμηση (αλγόριθμος ελάχιστης απόστασης) , που εφαρμόστηκε στα δεδομένα για να αναγνωριστούν οι μεγάλες καλυμμένες επιφάνειες που αφορούν τον κόλπο Winam. Τα επιλεγμένα είδη επιφάνειας είναι:&lt;br /&gt;
*Αναδυόμενη παραποτάμια και πλεούμενη βλάστηση&lt;br /&gt;
*Διάσπαρτα πλεούμενα υλικά&lt;br /&gt;
*Νερό&lt;br /&gt;
*Έδαφος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία κατάτμησης που εφαρμόστηκε στις εικόνες Landsat ETM+ και ASTER βοήθησε στην απομόνωση των πλεούμενων μακρόφυτων με σκοπό την ανάδειξη της εξέλιξης των ζιζανίων κατά τα τελευταία 6 χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά το δεύτερο βήμα οι εικόνες χωρίζονται σε κλάσεις και επιλέγεται η κλάση της πλεούμενης βλάστησης. Η κλάση αυτή αναλύθηκε για να διακριθούν τα διάφορα είδη ανάλογα με τη φασματική συμπεριφορά όπως παρατηρήθηκαν από την επιτόπια μελέτη. Για αυτόν το σκοπό εφαρμόστηκε μια ανάλυση σε υποεικονοστοιχεία για να εκτιμηθεί, για κάθε εικονοστοιχείο, τι ποσοστό του καθενός ανήκει σε διαφορετικά είδη ζιζανίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χάρτες συστατικών των υδάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι χάρτες συγκεντρώσεων των συστατικών του νερού κατασκευάστηκαν με χρήση ενός βίο-οπτικού μοντέλου (καθορίζει τις οπτικές ιδιότητες των βασικών συστατικών του νερού και τις συνδέει με τις οπτικές ιδιότητες του σώματος του νερού) και ενός μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας (το οποίο συνδέει τις οπτικές ιδιότητες του νερού με τη ραδιομετρία). Η ένωση των δύο μοντέλων επιτρέπει την εκτίμηση της ραδιομετρικής ποσότητας σε σχέση με την αφθονία των συστατικών των υδάτων και τις ιδιότητές τους ως προς την απορρόφηση και τη σκέδαση της ακτινοβολίας. Στη συνέχεια, μέσω μιας απλής αντίστροφης διαδικασίας, είναι δυνατό να ανακτηθούν τα ποσά των συγκεντρώσεων των συστατικών από μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis2.gif | thumb | right | Εικόνα 1(α) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]] &lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis3.gif | thumb | right | Εικόνα 1(β) Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]]&lt;br /&gt;
'''Έλεγχος μοντέλου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα διαφορετικά βήματα της επεξεργασίας των δεδομένων (ατμοσφαιρικές διορθώσεις και άλλες προεπεξεργασίες, επιτόπια επεξεργασία δεδομένων, παραμετροποίηση μοντέλου κλπ) δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση της αβεβαιότητας των τελικών αποτελεσμάτων. Για αυτό το λόγο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιμέρους βήματα επικύρωσης-ελέγχου, τα οποία περιλαμβάνουν βιο-οπτικό και θεματικό έλεγχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Έλεγχος προεπεξεργασίας&lt;br /&gt;
Η ατμοσφαιρική διόρθωση της εικόνας MERIS επικυρώθηκε με μέσω σύγκρισης με αντίστοιχες ποσότητες που μετρήθηκαν τοπικά μέσω ASD. Για την πραγματοποίηση της σύγκρισης, εξήχθη η μέση τιμή ένος τετραγώνου 3x3 εικονοστοιχείων, επικεντρωμένου στην περιοχή της επιτόπιας μέτρησης για να ληφθούν υπόψιν πιθανές τοπικές αναμίξεις υδάτων. Η διαφορά ανάμεσα στη μέτρηση από το επίπεδο του εδάφους και στην ένδειξη του δορυφόρου θα μπορούσε πιθανόν να ευθύνεται για &lt;br /&gt;
τη ατελή ταύτιση των συγκρινόμενων φασμάτων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Βιο-οπτικός έλεγχος&lt;br /&gt;
Επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επιτόπιας μέτρησης των συντελεστών απορρόφησης και σκέδασης, ακολουθήθηκε ένα έμμεσο μοντέλο επικύρωσης, προσομοιώνοντας τις μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες με λογισμικό Hydrolight, χρησιμοποιώντας ως εισόδους τις οπτικές ιδιότητες των συστατικών των υδάτων και τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στο εργαστήριο. Τα προσομοιωμένα φάσματα συγκρίθηκαν με επιτόπιες μετρήσεις ραδιομετρικών ποσοτήτων. Ένας ανάλογος έμμεσος έλεγχος πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας το αντίστροφο μοντέλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος που περιγράφηκε εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα τμήμα της λίμνης Βικτώρια της Κένυα (Κόλπος Winam), για την οποία η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται μια σοβαρή πρόκληση λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, της λειψυδρίας, της μεταβλητότητας του κλίματος και της υποβάθμισης των υδατικών πόρων και της ρύπανσης των υδάτων. Ένα κατάλληλο σύστημα ταξινόμησης που εφαρμόστηκε σε ένα ζευγάρι εικόνων ΕΤΜ, λαμβάνοντας υπόψη τα φασματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, επιτρέπει τη διάκριση μερικών από τα υδρόβια φυτά που υπάρχουν στη λίμνη. Το απλοποιημένο μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας του νερού που εφαρμόστηκε σε μια εικόνα MERIS, η οποία ελήφθη κοντά στην περιοχή, επιτρέπει την εκτίμηση για τα συστατικά που υπάρχουν στα ύδατα. Η σύγκριση αυτών των πληροφοριών με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων νερού που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δείχνει μια γενικά καλή αντιστοιχία. Μια χρονοσειρά εικόνων ASTER επιτρέπει την ανάδειξη του πώς ο πολλαπλασιασμός των ζιζανίων στη λίμνη, μετά τις χαμηλές τιμές της περιόδου 2001-2004, ήταν υψηλός και άστατος κατά τα έτη 2005 και 2006. Μια χρονοσειρά εικόνων MERIS απαιτήθηκε επίσης για την ανάλυση της χρονικής διακύμανσης των της συγκέντρωσης των ρύπων του νερού ώστε να αποσαφηνιστεί η συσχέτιση μεταξύ της διάδοσης των ζιζανίων και των συστατικών του νεού. Αυτό θα μπορούσε να να είναι μέρος μιας επόμενης μελέτης. Παρ’όλα αυτά, τα αποτελέσματα, επιβεβαιώνουν ότι οι περιοχές με υψηλή συγκέντρωση των ιζημάτων ταιριάζουν με την εμφάνιση ζιζανίων. Αφότου αποκτηθούν σημαντικά δορυφορικά δεδομένα, γίνεται  σαφές ότι ο ρόλος αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικός στην υποστήριξη ενός συστήματος λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Επιπλέον, η αντανάκλαση στο περιβάλλον οποιασδήποτε δράσης που έχει αναληφθεί για τον περιορισμό της υποβάθμισής του μπορεί να ελεγχθεί με έναν σχετικά απλό και οικονομικό τρόπο.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1</id>
		<title>Παρακολούθηση υδάτων με χρήση τηλεπισκόπησης για την υποστήριξη διαχείρισης έκτασης ζιζανίων στη λίμνη Βικτόρια</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A0%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CF%8D%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%85%CE%B4%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BC%CE%B5_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CF%85%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B9%CE%BE%CE%B7_%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CF%87%CE%B5%CE%AF%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%AD%CE%BA%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B6%CE%B9%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CE%AF%CF%89%CE%BD_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BB%CE%AF%CE%BC%CE%BD%CE%B7_%CE%92%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%8C%CF%81%CE%B9%CE%B1"/>
				<updated>2012-03-04T19:38:10Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Αντικείμενο – Στόχος'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτή η μελέτη στοχεύει στον έλεγχο της καταλληλότητας της τηλεπισκόπησης ως μεθόδου για την ενίσχυση της διαδικασίας διαχείρισης υδατικών πόρων και την παραγωγή οικονομικών μεθόδων για τη συλλογή ευρείας κλίμακας δεδομένων που σχετίζονται με το βαθμό εξάπλωσης ζιζανίων και οπτικών παραμέτρων που συνδέονται με την κατάσταση των υδατικών πόρων. Χρησιμοποιήθηκαν τηλεπισκοπικά δορυφορικά δεδομένα και βοηθητικά δεδομένα από το επίπεδο του εδάφους για την παραγωγή χαρτών κάλυψης γης, μέσω τεχνικών ταξινόμησης, και χάρτες σύστασης των υδάτων, εφαρμόζοντας μοντέλα ακτινοβολίας. Η συγκεκριμένη εργασία που προτάθηκε μέσα από το πλαίσιο της συνεργασίας του Ιταλικού Υπουργείου Εξωτερικών (μέσω του Πανεπιστημίου της Ρώμης) και Κενυατικών Αρχών πραγματοποιήθηκε στο Κενυατικό τμήμα της λίμνης Βικτώρια. Η λίμνη αυτή είναι ένας από τους μεγαλύτερους υδροφορείς του κόσμου, όπου κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, οι περιβαλλοντικές μεταβολές και η ανθρωπογενής δραστηριότητα διατάραξαν την ισορροπία της βιοποικιλότητας.&lt;br /&gt;
Ο στόχος αυτής της έρευνας είναι να οριστούν τα θεματικά προϊόντα που μπορούν να ανακτηθούν από δορυφορικές εικόνες, όπως χάρτες αφθονίας ζιζανίων και συγκεντρώσεων συστατικών των υδάτων. Τα προϊόντα αυτά, όταν παράγονται με την κατάλληλη συχνότητα, είναι χρήσιμα για την αναγνώριση προϋποθέσεων που συνεπάγονται εμφάνιση επικίνδυνων γεγονότων όπως ο ασυνήθης πολλαπλασιασμός μακρόφυτων και για την ανάπτυξη ενός ενημερωμένου συστήματος υποστήριξης το οποίο εφαρμόζεται για μια συνολική διαχείριση περιβαλλοντικών πόρων. &lt;br /&gt;
Η Κένυα αντιμετωπίζει μία σειρά από κρίσιμα ζητήματα σχετιζόμενα με τη διαχείριση υδατικών πόρων, που περιλαμβάνουν την αύξηση του πληθυσμού, την έλλειψη νερού, τη μεταβλητότητα του κλίματος, την υποβάθμιση και τη μόλυνση των υδροφορέων και την εξαφάνιση ειδών. Ο πολλαπλασιασμός επιδημικών φυτών και ειδών ζώων στην επικράτεια, συμπεριλαμβανομένων ειδών ψαριών και υδρόβιων φυτών, αποτελεί ζήτημα ολοένα αυξανόμενης ανησυχίας. Πιο συγκεκριμένα, κάποια από τα προβλήματα που προέρχονται από την υπέρμετρη αύξηση υδρόβιων φυτών είναι ότι:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Παρεμβαίνουν σε ανθρώπινες δραστηριότητες, όπως η αλιεία και η ναυτιλία&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν ή παρεμβαίνουν στην ισορροπία του πληθυσμού των ψαριών&lt;br /&gt;
*Συντελούν σε θανάτους ψαριών λόγω δημιουργίας αναερόβιων συνθηκών&lt;br /&gt;
*Συμβάλλουν στη δημιουργία ελών&lt;br /&gt;
*Εμποδίζουν τη ροή των υδάτων σε τάφρους αποστράγγισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκόπηση-Ιστορικό'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά τα τελευταία 30 χρόνια, έχουν αξιοποιηθεί πολλοί δορυφορικοί αισθητήρες για τη συγκέντρωση πληροφοριών για την κάλυψη γης και τη μελέτη της βιολογικής δραστηριότητας που σημειώνεται εντός των υδάτινων μαζών. Τα προϊόντα της τηλεπισκόπησης προσφέρουν πολλές νέες δυνατότητες σε μια ευρεία ποικιλία εφαρμογών, συμπεριλαμβανομένης της διαχείρισης των φυσικών πόρων, την εκτίμηση αποθεμάτων (π.χ. ζιζάνια), περιβαλλοντικών κινδύνων, τον χαρακτηρισμό της τοπικής πανίδας, και την παρακολούθηση της ποιότητας του νερού.&lt;br /&gt;
Αρκετοί αισθητήρες χαρακτηρίζονται από φασματική και χωρική ανάλυση οι οποίες κατά κύριο λόγο αφορούν την εφαρμογή για τη χαρτογράφηση κάλυψης  γης, ενώ μόλις λίγοι προσφέρουν έναν σωστό χωρικό-φασματικό συνδυασμό για να εξασφαλιστεί η φασματική διάκριση των διαφορετικών εδαφών και των ειδών βλάστησης. Διάφορες μελέτες (Cohen και Spies, 1992? Ekstrand, 1994? Gallant et al, 2005?. Wickham et al, 2004a, b?. Giri et al, 2003?.. Huang et al, 2003) ασχολούνται με την μελέτη της κάλυψης γης και τις ιδιότητες των δασών μέσω δορυφορικών δεδομένων με την εφαρμογή συμβατικών αλγορίθμων ταξινόμησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Τηλεπισκοπικά δεδομένα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε αυτή τη μελέτη τα δεδομένα ETM+ χρησιμοποιήθηκαν για την ανίχνευση και την αναγνώριση ειδών ζιζανίων, ενώ οι εικόνες ASTER (λόγω του μειωμένου αριθμού των διαθέσιμων φασματικών καναλιών) χρησιμοποιήθηκαν μόνο για την ανίχνευση της έκτασης που καλύπτουν τα φυτά στη λίμνη. Η υψηλή φασματική ανάλυση της εικόνας MERIS χρησιμοποιήθηκε για την ανάκτηση των συστατικών του νερού. (Πίνακας 1)&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis1.gif | thumb | right | Πίνακας 1 Χαρακτηριστικά αισθητήρων ]]   &lt;br /&gt;
Η διάκριση των διαφόρων ειδών βλάστησης πραγματοποιήθηκε με τη χρήση 2 εικόνων ETM+ (17 Δεκεμβρίου, 1999 και 12 Μαΐου, 2001) οι οποίες διορθώθηκαν ατμοσφαιρικά με εφαρμογή λογισμικού 6S, ενώ οι εικόνες ASTER που ελήφθησαν κατά το διάστημα Σεπτεμβρίου 2002-Δεκεμβρίου 2006 χρησιμοποιήθηκαν για την παρακολούθηση της πρόσφατης μεταβολής της έκτασης που καλύπτεται από ζιζάνια. Επειδή το εύρος των εικόνων ASTER δεν αρκεί να καλύψει ολόκληρο τον κόλπο Winan, αναλύθηκαν δύο τμήματα του κόλπου, για τα οποία καλύφθηκαν από τουλάχιστον τέσσερις εικόνες ASTER. Δεδομένα από τον MERIS χρησιμοποιήθηκαν για τη μελέτη των οπτικών ιδιοτήτων του κόλπου Winam, με σκοπό να καθοριστούν οι συγκεντρώσεις των συστατικών στο νερό.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χαρτογράφηση υδρόβιων ζιζανίων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι στόχοι της διαδικασίας χαρτογράφησης είναι η διάκριση ανάμεσα στα διάφορα είδη ζιζανίων που πλέουν στην επιφάνεια της λίμνης μέσω των φασματικών τους χαρακτηριστικών. Για αυτόν το σκοπό ορίστηκαν δύο βήματα της διαδικασίας. &lt;br /&gt;
Το πρώτο βήμα αντιπροσωπεύεται από μια απλή παραμετρική ταξινόμηση (αλγόριθμος ελάχιστης απόστασης) , που εφαρμόστηκε στα δεδομένα για να αναγνωριστούν οι μεγάλες καλυμμένες επιφάνειες που αφορούν τον κόλπο Winam. Τα επιλεγμένα είδη επιφάνειας είναι:&lt;br /&gt;
*Αναδυόμενη παραποτάμια και πλεούμενη βλάστηση&lt;br /&gt;
*Διάσπαρτα πλεούμενα υλικά&lt;br /&gt;
*Νερό&lt;br /&gt;
*Έδαφος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαδικασία κατάτμησης που εφαρμόστηκε στις εικόνες Landsat ETM+ και ASTER βοήθησε στην απομόνωση των πλεούμενων μακρόφυτων με σκοπό την ανάδειξη της εξέλιξης των ζιζανίων κατά τα τελευταία 6 χρόνια.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Κατά το δεύτερο βήμα οι εικόνες χωρίζονται σε κλάσεις και επιλέγεται η κλάση της πλεούμενης βλάστησης. Η κλάση αυτή αναλύθηκε για να διακριθούν τα διάφορα είδη ανάλογα με τη φασματική συμπεριφορά όπως παρατηρήθηκαν από την επιτόπια μελέτη. Για αυτόν το σκοπό εφαρμόστηκε μια ανάλυση σε υποεικονοστοιχεία για να εκτιμηθεί, για κάθε εικονοστοιχείο, τι ποσοστό του καθενός ανήκει σε διαφορετικά είδη ζιζανίων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Χάρτες συστατικών των υδάτων'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι χάρτες συγκεντρώσεων των συστατικών του νερού κατασκευάστηκαν με χρήση ενός βίο-οπτικού μοντέλου (καθορίζει τις οπτικές ιδιότητες των βασικών συστατικών του νερού και τις συνδέει με τις οπτικές ιδιότητες του σώματος του νερού) και ενός μοντέλου μεταφοράς ακτινοβολίας (το οποίο συνδέει τις οπτικές ιδιότητες του νερού με τη ραδιομετρία). Η ένωση των δύο μοντέλων επιτρέπει την εκτίμηση της ραδιομετρικής ποσότητας σε σχέση με την αφθονία των συστατικών των υδάτων και τις ιδιότητές τους ως προς την απορρόφηση και τη σκέδαση της ακτινοβολίας. Στη συνέχεια, μέσω μιας απλής αντίστροφης διαδικασίας, είναι δυνατό να ανακτηθούν τα ποσά των συγκεντρώσεων των συστατικών από μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis2.gif | thumb | right | Εικόνα 1 Οπτικό μοντέλο σε τμήμα του Κόλπου ]] &lt;br /&gt;
'''Έλεγχος μοντέλου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα διαφορετικά βήματα της επεξεργασίας των δεδομένων (ατμοσφαιρικές διορθώσεις και άλλες προεπεξεργασίες, επιτόπια επεξεργασία δεδομένων, παραμετροποίηση μοντέλου κλπ) δυσχεραίνουν την ανάπτυξη μιας μεθοδολογίας για την εκτίμηση της αβεβαιότητας των τελικών αποτελεσμάτων. Για αυτό το λόγο, πραγματοποιήθηκε μια σειρά από επιμέρους βήματα επικύρωσης-ελέγχου, τα οποία περιλαμβάνουν βιο-οπτικό και θεματικό έλεγχο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
*Έλεγχος προεπεξεργασίας&lt;br /&gt;
Η ατμοσφαιρική διόρθωση της εικόνας MERIS επικυρώθηκε με μέσω σύγκρισης με αντίστοιχες ποσότητες που μετρήθηκαν τοπικά μέσω ASD. Για την πραγματοποίηση της σύγκρισης, εξήχθη η μέση τιμή ένος τετραγώνου 3x3 εικονοστοιχείων, επικεντρωμένου στην περιοχή της επιτόπιας μέτρησης για να ληφθούν υπόψιν πιθανές τοπικές αναμίξεις υδάτων. Η διαφορά ανάμεσα στη μέτρηση από το επίπεδο του εδάφους και στην ένδειξη του δορυφόρου θα μπορούσε πιθανόν να ευθύνεται για &lt;br /&gt;
τη ατελή ταύτιση των συγκρινόμενων φασμάτων.&lt;br /&gt;
[[ Εικόνα: giannis3.gif | thumb | right | Εικόνα 2 Σύγκριση μεταξύ φασμάτων ]]&lt;br /&gt;
*Βιο-οπτικός έλεγχος&lt;br /&gt;
Επειδή δεν υπήρχε η δυνατότητα επιτόπιας μέτρησης των συντελεστών απορρόφησης και σκέδασης, ακολουθήθηκε ένα έμμεσο μοντέλο επικύρωσης, προσομοιώνοντας τις μετρούμενες ραδιομετρικές ποσότητες με λογισμικό Hydrolight, χρησιμοποιώντας ως εισόδους τις οπτικές ιδιότητες των συστατικών των υδάτων και τις συγκεντρώσεις που μετρήθηκαν στο εργαστήριο. Τα προσομοιωμένα φάσματα συγκρίθηκαν με επιτόπιες μετρήσεις ραδιομετρικών ποσοτήτων. Ένας ανάλογος έμμεσος έλεγχος πραγματοποιήθηκε εφαρμόζοντας το αντίστροφο μοντέλο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συμπεράσματα'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος που περιγράφηκε εφαρμόστηκε, όπως προαναφέρθηκε, σε ένα τμήμα της λίμνης Βικτώρια της Κένυα (Κόλπος Winam), για την οποία η διαχείριση των υδατικών πόρων γίνεται μια σοβαρή πρόκληση λόγω της πληθυσμιακής αύξησης, της λειψυδρίας, της μεταβλητότητας του κλίματος και της υποβάθμισης των υδατικών πόρων και της ρύπανσης των υδάτων. Ένα κατάλληλο σύστημα ταξινόμησης που εφαρμόστηκε σε ένα ζευγάρι εικόνων ΕΤΜ, λαμβάνοντας υπόψη τα φασματικά δεδομένα που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του 2004, επιτρέπει τη διάκριση μερικών από τα υδρόβια φυτά που υπάρχουν στη λίμνη. Το απλοποιημένο μοντέλο μεταφοράς ακτινοβολίας του νερού που εφαρμόστηκε σε μια εικόνα MERIS, η οποία ελήφθη κοντά στην περιοχή, επιτρέπει την εκτίμηση για τα συστατικά που υπάρχουν στα ύδατα. Η σύγκριση αυτών των πληροφοριών με τα αποτελέσματα από την ανάλυση των δειγμάτων νερού που συνελέγησαν κατά τη διάρκεια της εκστρατείας δείχνει μια γενικά καλή αντιστοιχία. Μια χρονοσειρά εικόνων ASTER επιτρέπει την ανάδειξη του πώς ο πολλαπλασιασμός των ζιζανίων στη λίμνη, μετά τις χαμηλές τιμές της περιόδου 2001-2004, ήταν υψηλός και άστατος κατά τα έτη 2005 και 2006. Μια χρονοσειρά εικόνων MERIS απαιτήθηκε επίσης για την ανάλυση της χρονικής διακύμανσης των της συγκέντρωσης των ρύπων του νερού ώστε να αποσαφηνιστεί η συσχέτιση μεταξύ της διάδοσης των ζιζανίων και των συστατικών του νεού. Αυτό θα μπορούσε να να είναι μέρος μιας επόμενης μελέτης. Παρ’όλα αυτά, τα αποτελέσματα, επιβεβαιώνουν ότι οι περιοχές με υψηλή συγκέντρωση των ιζημάτων ταιριάζουν με την εμφάνιση ζιζανίων. Αφότου αποκτηθούν σημαντικά δορυφορικά δεδομένα, γίνεται  σαφές ότι ο ρόλος αυτών των πληροφοριών μπορεί να είναι εξαιρετικά σημαντικός στην υποστήριξη ενός συστήματος λήψης αποφάσεων για τη διαχείριση των υδατικών πόρων. Επιπλέον, η αντανάκλαση στο περιβάλλον οποιασδήποτε δράσης που έχει αναληφθεί για τον περιορισμό της υποβάθμισής του μπορεί να ελεγχθεί με έναν σχετικά απλό και οικονομικό τρόπο.&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis3.gif</id>
		<title>Αρχείο:Giannis3.gif</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Giannis3.gif"/>
				<updated>2012-03-04T19:37:13Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Giannismichal: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Giannismichal</name></author>	</entry>

	</feed>