<?xml version="1.0"?>
<?xml-stylesheet type="text/css" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/skins/common/feed.css?270"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="el">
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Etairidoukyriaki&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FEtairidoukyriaki</id>
		<title>RemoteSensing Wiki - Συνεισφορές χρήστη [el]</title>
		<link rel="self" type="application/atom+xml" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Etairidoukyriaki&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FEtairidoukyriaki"/>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C:%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82/Etairidoukyriaki"/>
		<updated>2026-05-05T18:33:04Z</updated>
		<subtitle>Από RemoteSensing Wiki</subtitle>
		<generator>MediaWiki 1.16.2</generator>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-25T17:29:35Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
* [[Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία]]&lt;br /&gt;
* [[Εκτίμηση της τρωτότητας με τη χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
* [[Ανάλυση επικυνδηνότητας αρχαιολογικών θέσεων του Ν. Λασιθίου]]&lt;br /&gt;
* [[Αρχαιολογική Έρευνα και Νέες Τεχνολογίες - Αποκωδικοποίηση και Ανασύνθεση του Πολιτισμικού Χώρου Χωρίς Ανασκαφή]]&lt;br /&gt;
* [[Δια-δικτυακή Πύλη των Φυσικών Διαθεσίμων της Κρήτης]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%88%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%9D%CE%AD%CE%B5%CF%82_%CE%A4%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B5%CF%82_-_%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%89%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D_%CE%A7%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%85_%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%AE</id>
		<title>Αρχαιολογική Έρευνα και Νέες Τεχνολογίες - Αποκωδικοποίηση και Ανασύνθεση του Πολιτισμικού Χώρου Χωρίς Ανασκαφή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CE%88%CF%81%CE%B5%CF%85%CE%BD%CE%B1_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%9D%CE%AD%CE%B5%CF%82_%CE%A4%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B5%CF%82_-_%CE%91%CF%80%CE%BF%CE%BA%CF%89%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CF%8D_%CE%A7%CF%8E%CF%81%CE%BF%CF%85_%CE%A7%CF%89%CF%81%CE%AF%CF%82_%CE%91%CE%BD%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%86%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-25T17:28:51Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: New page: Add Your Content Here    category:Αρχαιολογία&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Add Your Content Here &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αρχαιολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Δια-δικτυακή Πύλη των Φυσικών Διαθεσίμων της Κρήτης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2010-02-25T17:24:53Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Η κατασκευή ενός σύνθετου και πολυδιάστατου γεωγραφικού πληροφοριακού συστήματος διαχείρισης &amp;amp; δικτύωσης πληροφοριών που σχετίζονται με τους φυσικούς και περιβαλλοντικούς πόρους της Κρήτης επιβάλλεται από την ανάγκη ανάδειξης, αξιολόγησης και προστασίας του περιβάλλοντος και για τη λήψη αποφάσεων κατά τη διάρκεια κατασκευής και υλοποίησης αναπτυξιακών έργων, συνεισφέροντας με τον τρόπο αυτό στην αειφόρο ανάπτυξη της περιοχής. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία ψηφιακών υποβάθρων που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον και τη δυσκολία άμεσης πρόσβασης σε αυτά από το ευρύτερο κοινό, έγινε μία πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός πληροφοριακού συστήματος που βασίζεται στον συνδυασμό της τεχνολογίας της Πληροφορικής και των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών με πολυμεσικά συστήματα προβολής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα γεωγραφικά δεδομένα προέρχονται από επεξεργασία χαρτογραφικού υλικού, δορυφορικών απεικονίσεων (SPOT, ASTER, LANDSAT &amp;amp; QUICKBIRD), καθώς και πρωτογενών και δευτερογενών γεωφυσικών και περιβαλλοντικών μετρήσεων και μοντέλων και επεκτείνονται τόσο στο αγροτικό όσο και στο δομημένο χώρο της Κρήτης. Tο πληροφοριακό σύστημα αποτελείται από βάσεις δεδομένων (γεωπεριβαλλοντικά, μετεωρολογικά, στατιστικά στοιχεία), τεχνικές εκθέσεις γεωφυσικών ερευνών, μεθοδολογικά εργαλεία και χαρτογραφικά υπόβαθρα όπως δορυφορικές εικόνες, ψηφιακό ανάγλυφο, επίκεντρα σεισμών, κατανομή βλάστησης, ιστορικά στοιχεία πυρκαγιών, χρήσεις γης, ενοποιημένο γεωλογικό χάρτη, ταξινόμηση ρηγμάτων, χάρτες μετεωρολογικών παραμέτρων, ιστορικά πληθυσμιακά στοιχεία, κ.α. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη της πληροφορικής έχει συνεισφέρει στη δημιουργία σχεσιακών και χαρτογραφικών βάσεων γεωπληροφοριών. Οι βάσεις αυτές αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο για την παρακολούθηση, προστασία και διαχείριση των φυσικών και περιβαλλοντικών πόρων. Η οργάνωση του υλικού και η εύκολη πρόσβαση αυτού από εμπλεκόμενους φορείς μπορεί να προσφέρει ένα πλήθος πληροφοριών που συντελούν στην ορθολογική αντιμετώπιση προβλημάτων σε σχέση με τη διεξαγωγή τεχνικών έργων, τη μοντελοποίηση του τοπίου με σκοπό την προστασία του από φυσικούς κινδύνους και τη λήψη αποφάσεων για την αντιμετώπισή τους. Το πρώτο βήμα σε μία τέτοια προσπάθεια αποτελεί η δημιουργία ψηφιακών χαρτογραφικών υποβάθρων και η σύνδεση αυτών με θεματικά, μετρητικά, ποιοτικά, στατιστικά κλπ. δεδομένα που έχουν γεωγραφική συσχέτιση. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. Ανάπτυξη ενημερωμένου χαρτογραφικού υπόβαθρου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έγινε ψηφιοποίηση και ανάλυση της πληροφορίας των χαρτών της ΓΥΣ, του ΙΓΜΕ, του Υπουργείου Γεωργίας, της Περιφέρειας Κρήτης και άλλων φορέων, καθώς και επεξεργασία δορυφορικών τηλεπισκοπικών απεικονίσεων με στόχο την παραγωγή ενημερωμένων θεματικών χαρτογραφικών προϊόντων σχετικών με την τοπογραφία, τη γεωλογία τις χρήσεις / καλύψεις γης, τα ρήγματα και άλλα γεωμορφολογικά στοιχεία της νήσου Κρήτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι τοπογραφικοί χάρτες αφορούν και στους τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Λασίθι) και περιλαμβάνουν τις βασικές χρήσεις / καλύψεις γης όπως πόλεις, χωριά, πρωτεύον και δευτερεύον οδικό δίκτυο, λατομεία, λίμνες, ποτάμια καθώς και ισοϋψείς καμπύλες. Συγχρόνως χρησιμοποιήθηκαν στερεοσκοπικές τηλεπισκοπικές απεικονίσεις SPOT για τη δημιουργία Ψηφιακού Μοντέλου Εδάφους (DEM) καθώς και χαρτών κλίσεων, προσανατολισμού και φωτοσκίασης του αναγλύφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα για τις τέσσερις μεγάλες πόλεις της νήσου συντάχθηκαν ενημερωμένοι θεματικοί χάρτες χρήσεων / καλύψεων γης χρησιμοποιώντας ως βασικό υπόβαθρο ψηφιακές τηλεπισκοπικές απεικονίσεις Quickbird.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
O δορυφόρος Quickbird-2 (DigitalGlobe) παρέχει από το 2000 φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης, 61cm για τις παγχρωματικές απεικονίσεις και 2,4m για τις πολυφασματικές απεικονίσεις (στο nadir). O πολυφασματικός δέκτης του δορυφόρου λαμβάνει απεικονίσεις στα μήκη κύματος του ιώδους (0,49-0,52μm), του πράσινου (0,52-0,60μm), του ερυθρού (0,63-0,69μm) καθώς και του εγγύς υπέρυθρου (0,76-0,90μm. Ο παγχρωματικός δέκτης του δορυφόρου καταγράφει στη φασματική ζώνη των 0,45-0,90μm.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δορυφορικές τηλεπισκοπικές απεικονίσεις Quickbird επεξεργάστηκαν με κατάλληλες μεθοδολογίες και τεχνικές συγχώνευσης με σκοπό τη λεπτομερή χαρτογράφηση των καλύψεων γης των τεσσάρων μεγάλων πόλεων της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Άγιος Νικόλαος). Αναλυτικότερα, στόχος της συγχώνευσης των τηλεπισκοπικών απεικονίσεων είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων των παγχρωματικών δεκτών υψηλής ευκρίνειας με αυτές των καναλιών των αντίστοιχων πολυφασματικών δεκτών των δορυφόρων. Με τον τρόπο αυτό βελτιώνεται η διακριτική ικανότητα των έγχρωμων σύνθετων απεικονίσεων των δορυφόρων στο βαθμό ανάλυσης του παγχρωματικού τους καναλιού με στόχο την αποδοτικότερη φωτοερμηνεία τους. Οι κυριότερες μέθοδοι συγχώνευσης στηρίζονται είτε στην ανάλυση κύριων συνιστωσών, ή στον μετασχηματισμό HIS (Hue-Saturation-Intensity), ή σε φίλτρα ενίσχυσης υψηλών συχνοτήτων ή σε απλές αλγεβρικές πράξεις εικόνων (π.χ. μετασχηματισμός του Brovey). Στο συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα εφαρμόστηκαν τεχνικές που βασίζονται στο διακριτό μετασχηματισμό κυματομορφών (wavelets), οι οποίες έχουν το πλεονέκτημα συγχώνευσης απεικονίσεων διαφορετικής διακριτικής ικανότητας με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διατήρηση της αρχικής φασματικής πληροφορίας των συμμετεχόντων καναλιών (Ioannidou, et al., 2005a, 2005b).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον στις συγχωνευμένες / βελτιωμένες απεικονίσεις προσαρτίστηκαν επίπεδα πληροφορίας των χρήσεων γης των πόλεων όπως Δημόσια κτίρια (Δικαστήρια, Αστυνομικά Τμήματα, Νομαρχία, Περιφέρεια, Πυροσβεστική, Λιμεναρχεία, Τροχαία, ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΤΑ, κ.α.), Νεκροταφεία, Νοσοκομεία, Χώρους Στάθμευσης, Αρχαιολογικά Μουσεία και μνημεία, Αεροδρόμια, Στάδια, Εγκαταστάσεις Βιολογικού καθαρισμού, Σταθμούς λεωφορείων, Πάρκα και Πλατείες, Δρόμους, Τράπεζες, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Ερευνητικά Ιδρύματα, Εκκλησίες, Μαρίνες, κ.α (Εικόνα 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα παραπάνω επίπεδα πληροφορίας συλλέχθηκαν από τοπογραφικούς και πολεοδομικούς χάρτες καθώς και από εργασίες πεδίου. Η σύνθεση των παραπάνω πληροφοριών έγινε στο ArcGIS, ενώ η διάθεση των δεδομένων έγινε μέσω του λογισμικού ARCIMS μέσω ενός HTML viewer. Για την καλύτερη πλοήγηση στο χαρτογραφικό περιβάλλον των πόλεων, οι δορυφορικές εικόνες συμπιέστηκαν με το λογισμικό MrSID και έγινε η τμηματοποίηση αυτών σε tiles.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. Ανάπτυξη βάσης γεωπληροφοριών&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στον διαδικτυακό τόπο του προγράμματος δημιουργήθηκε βάση πληροφοριών σχετικών με γεωτεχνικές μελέτες, γεωστατιστικά στοιχεία, γεωφυσικές έρευνες, υδρολογικές μελέτες, ενεργειακά στοιχεία και άλλες πληροφορίες που αφορούν στον ευρύτερο χώρο της Κρήτης (Soupios et al., 2005). Ο σχεδιασμός των σχεσιακών βάσεων των γεωπληροφοριών υλοποιήθηκε σε MySQL database server, προσφέρει δε δυνατότητες αναζήτησης των πληροφοριών σε σχέση με το έτος, τον φορέα υλοποίησης, τη γεωγραφική περιοχή στην οποία εστιάζεται η κάθε μελέτη και ένα συνοπτικό κατάλογο περιεχομένων των μελετών. Η συλλογή της πλειονότητας των πληροφοριών έγινε από το ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών), το ΤΕΕ (Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος), τον ΟΑΔΥΚ (Οργανισμός Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης), τον ΟΑΝΑΚ (Οργανισμός Ανάπτυξης Ανατολικής Κρήτης), την ΥΕΒ, το Υπουργείο Γεωργίας, την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, την Περιφέρεια Κρήτης, το ΥΠΕΧΩΔΕ, τις Νομαρχίες και τους Δήμους της Κρήτης και άλλους ιδωτικούς και δημόσιους φορείς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε περίπτωση που υπήρχαν παρόμοιες πληροφορίες από περισσότερους από έναν φορέα, οι πληροφορίες ομαδοποιήθηκαν τόσο στην αντίστοιχη βάση δεδομένων όσο και στην αντίστοιχη χαρτοσύνθεση. Για παράδειγμα ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί στατιστικά στοιχεία (σε μορφή πινάκων ή διαγραμμάτων ανά έτος, μήνα, πόλη, δήμο ή νομό) για την βροχόπτωση ή την μέγιστη θερμοκρασία από δεδομένα των σταθμών της ΥΕΒ και της ΕΜΥ (Εικόνα 1). Για τα σεισμολογικά δεδομένα έγινε αποδελτίωση των επικέντρων, του μεγέθους, των συντεταγμένων, του βάθους και άλλων παραμέτρων της σεισμικής ιστορικότητας της Κρήτης από τις αντίστοιχες βάσεις του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του Σεισμολογικού Σταθμού του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Γεωλογίας, Τομέας Γεωφυσικής).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αντίστοιχα δεδομένα είναι διαθέσιμα στους χρήστες με τη μορφή πινάκων των βάσεων πληροφοριών καθώς και μέσω χαρτοσυνθέσεων που απεικονίζουν τα επίκεντρα των σεισμών μεγέθους μεγαλύτερου των 4R (ταξινομημένα σε 8 επιμέρους κατηγορίες 4.5 - 4.9 R, 5 - 5.4 R, 5.5 - 5.9 R, 6 - 6.4 R, 6.5 - 6.9 R, 7 - 7.4 R, 7.5 - 7.9 R and &amp;gt;7.9 R) και την πυκνότητα αυτών (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. Χαρτογράφηση της βλάστησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η δορυφορική τηλεπισκόπηση συμβάλει στην ανάκτηση πληροφοριών που σχετίζονται με την επιφανειακή κάλυψη της γης, την χρήση γης και την κατηγοριοποίηση της βλάστησης. Πολλές φορές όμως η διαδικασία αυτή δυσχεραίνεται από το έντονο ανάγλυφο, την ανομοιογένεια του τοπίου και την υψηλή χωρική διαφοροποίηση που επικρατεί σε διάφορα σημεία, όπως συμβαίνει και με την περίπτωση της Μεσογειακής λεκάνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι μία τυπική απεικόνιση του δορυφόρου Landsat καλύπτει περιοχή έκτασης 180km x 185km, χρειάστηκαν δύο (2) συνολικά απεικονίσεις (ανά φασματικό κανάλι) για τη σύνθεση μωσαϊκού που παρουσιάζει την ευρύτερη περιοχής της Κρήτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη διαχρονική ανάλυση της βλάστησης και των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της Κρήτης απαιτήθηκε η προμήθεια απεικονίσεων σε διαφορετικές περιόδους. Για τη διερεύνηση των αλλαγών της χρήσης γης χρησιμοποιήθηκαν 9 απεικονίσεις Landsat-5 TM και Landsat-7 ETM, περιόδου λήψης 1985-2003. Η γεωαναφορά των απεικονίσεων βασίστηκε σε μία ορθοωτογραφία του SPOT PAN με διακριτική ικανότητα των 10 m.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
H επεξεργασία των απεικονίσεων πραγματοποιήθηκε με φίλτρα εξισορρόπησης του ιστογράμματος, τεχνικές επαναδειγματοληψίας και φίλτρων διέλευσης υψηλών συχνοτήτων. Η πολυπλοκότητα της επιφανειακής κάλυψης της Κρήτης αναλύθηκε μέσω της Θεωρίας των Κλαστικών (fractals), κάνοντας χρήση του λόγου του λογαρίθμου του αθροίσματος των επιφανειών των πολυγώνων ως προς τον λογάριθμο του αθροίσματος των αντίστοιχων περιμέτρων. Ο συντελεστής πολυπλοκότητας που προκύπτει παρουσιάζει μια αυξητική πορεία από το 1988 σε επίπεδο μικρο-κλίμακας, ενώ σε μία πιο γενικευμένη εικόνα (210x210 μέγεθος εικονοστοιχείου) φαίνεται να παρουσιάζει μία σχετικά σταθερή κατανομή των κύριων κατηγοριών χρήσης γης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τεχνικές επιβλεπόμενης ταξινόμησης εικόνας εφαρμόστηκαν σε όλα τα μωσαϊκά των δορυφορικών απεικονίσεων. Η ταξινόμηση βασίστηκε σε πάνω από 1000 θέσεις (στοιχεία εκπαίδευσης) που είχαν επιβεβαιωθεί μέσω επιτόπιας έρευνας με συστήματα GPS και από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών του Υπουργείου Γεωργίας και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Στρατού. Η ταξινόμηση χρησιμοποίησε τη μέθοδο της Ευκλείδειας απόστασης. Επίσης χρησιμοποιήθηκε μία αντικειμενοστρεφής (object-oriented) ταξινόμηση για την ομαδοποίηση της βλάστησης, με τον ταξινομητή της εγγύτερης απόστασης (Benz et al, 2004). Ως σύστημα ταξινόμησης της βλάστησης επελέγη το σύστημα προσδιορισμού των ενδιαιτημάτων σύμφωνα με το Interpretation Manual of European Union Habitats, European Commission (2003), DG Environment Nature and Biodiversity, έτσι ώστε να ικανοποιείται η τυποποίηση των τάξεων και να υπάρχει εναρμόνιση και συμβατότητα με την περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αρχική ταξινόμηση περιλάμβανε τις 24 κατηγορίες ενδιαιτημάτων του NATURA 2000 (European Commission, 2003, Dafis, et al, 1996), καθώς και κάποιες γενικότερες κατηγορίες (καλλιέργειες, αστικό περιβάλλον, υδάτινες μάζες). Για την καλύτερη αποτύπωση των τύπων βλάστησης αποφασίστηκε να διατηρηθούν μόνο 14 τάξεις (AceroCupression, Chesnut woods, Dehesas, Euphorbieto-verbascion phrygana, Garrigues, Mediterranean pine forests, Olea and Ceratonia forests, Oriental plane woods, Oromediterranean phrygana, Pinus reforestations, Quercus ilex forests, Reforestations, Sarcopoterium spinosum phrygana, Tree spurge formations) οι οποίες αποτυπώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την βλάστηση σε μεσοκλίμακα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αλλαγών των χρήσεων / καλύψεων γης πραγματοποιήθηκε με την εφαρμογή φίλτρων χρονικών παραγώγων. Η χωρική φασματική συνοχή των τάξεων χρήσης γης βασισμένη στην ανάλυση της κοινής καταστολής των διαφορετικών συνιστωσών των συντελεστών Fourier, απέδειξε ότι υπάρχει ένας μεγαλύτερος βαθμός συνοχής κατηγοριών στα πεδινά και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Οι αστικές περιοχές παρουσιάζουν μία σταδιακή αύξηση σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές της ενδοχώρας ως αποτέλεσμα της μετακίνησης του πληθυσμού προς τα παράλια και τις περισσότερο τουριστικές ζώνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σχέση αυτή αντιστοιχεί με τη μείωση της βλάστησης εντός των αστικών και ημιαστικών περιοχών. Παρόμοια μείωση επικρατεί σε δασικές εκτάσεις και εκτάσεις με αυτοφυή βλάστηση (Εικόνα 4) (Sarris, et al, 2005a).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. Εκτίμηση επικινδυνότητας για πυρκαγιές&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μοντέλα επικινδυνότητας πυρκαγιών αποτελούν ένα δύσκολο πρόβλημα λόγω των διαφορετικών μεταβλητών που υπεισέρχονται στην παραμετροποίηση των μεταβλητών του μοντέλου. Οι παράμετροι αυτοί εξαρτώνται από το μέγεθος εφαρμογής του μοντέλου (τόσο σε τοπική όσο και σε χρονική κλίμακα) και συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις τοπικές κλιματολογικές συνθήκες (π.χ. βροχόπτωση, υγρασία, ανέμους), το ανάγλυφο (υψόμετρο, κλίση, προσανατολισμό εδάφους), τις χρήσεις / καλύψεις γης, τη βλάστηση, τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, κ.α.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προκαταρτική εκτίμηση επικινδυνότητας για πυρκαγιές βλάστησης βασίστηκε σε μη τυποποιημένη (informal) ταξινόμηση του κινδύνου που προέκυπτε από αξιολόγηση συγκεκριμένων κριτηρίων. Στα κριτήρια δεν συμπεριλαμβάνονται εκείνα που αφορούν ανθρωπογενείς δραστηριότητες και που επηρεάζουν τη συχνότητα και την έκταση των πυρκαγιών βλάστησης. Το αποτέλεσμα της μη τυποποιημένης ταξινόμησης του κινδύνου χρησιμοποιήθηκε για την ψηφιακή επεξεργασία δορυφορικής απεικόνισης LANDSAT 5 TM του 1999 με τελικό στόχο τη χωρική αποτύπωση της επικινδυνότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εκτίμηση της επικινδυνότητας των πυρκαγιών βλάστησης σε συγκεκριμένες περιοχές εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκαν σε μη τυποποιημένη ταξινόμηση τα ακόλουθα κριτήρια: η ανακλαστικότητα της βλάστησης στο εγγύς υπέρυθρο από 0,76 – 0,90μm, ο τύπος του ενδιαιτήματος με βάση το αποτέλεσμα της χαρτογράφησης, η ευφλεκτικότητα των κυρίαρχων ειδών με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, τα ιστορικά δεδομένα φωτιάς και το ανάγλυφο της περιοχής. Έτσι προέκυψαν τρεις κατηγορίες κινδύνου. Εκείνες που αντιστοιχούν σε περιοχές χαμηλού (low), ενδιάμεσου (moderate) και υψηλού (high) κινδύνου. Στη συνέχεια οι θέσεις αυτές εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκαν για την ψηφιακή επεξεργασία της δορυφορικής απεικόνισης στο δίαυλο του εγγύς υπέρυθρου με τη μέθοδο της επιβλεπόμενης ταξινόμησης (supervised classification) και συγκεκριμένα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης (object oriented classification).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε μια κλίμακα μακροσκοπικής μοντελοποίησης της επικινδυνότητας των πυρκαγιών, διερευνήθηκαν οι χρονικοί και εποχιακοί συσχετισμοί των παραπάνω μεταβλητών, καθώς και η συγγραμμικότητα αυτών, μέσω στατιστικών τεχνικών όπως Cluster Analysis, Multidimensional Scaling και Pearson Correlation. Αφού προσδιορίστηκε η μεταβλητότητα και συμεταβλητότητα των διαφορετικών συμμετεχόντων παραμέτρων σε σχέση με την ιστορικότητα των πυρκαγιών που αποδελτιώθηκαν από τη Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και την Πυροσβεστική Υπηρεσία, το μακροσκοπικό μοντέλο επικινδυνότητας ορίστηκε μέσω των ακόλουθων μεταβλητών: τη λογαριθμική αύξηση του πληθυσμού, την αύξηση των κατηγοριών της χρήσης γης, τα ποσοστά υγρασίας και θερμοκρασίας εδάφους, το συντελεστή συνδιακύμανσης του υψομέτρου και του μέσου όρου κλίσης του εδάφους. Τα ποσοστά της επικινδυνότητας υπολογίστηκαν με βάση τις παραπάνω μεταβλητές για κάθε ΟΤΑ και είχαν ως αποτέλεσμα το χάρτη της Εικόνας 5, που αποτυπώνει την επικινδυνότητα των πυρκαγιών για το έτος 2006, σε επίπεδο ΟΤΑ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. Γεωμορφομετρικά στοιχεία της Κρήτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη των γεωμορφομετρικών ιδιοτήτων του τοπίου έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνών σε μία προσπάθεια συσχέτισης αυτών με τις ιδιότητες της επιφανείας του εδάφους (Horton, 1945, Coates, 1958). Οι έρευνες αυτές έχουν κυρίως βασιστεί σε αναλύσεις του μοντέλου ψηφιακού εδάφους (DEM) μέσω της κατηγοριοποίησης του αναγλύφου, της κλίσης, των συσχετίσεων αυτών με χρήσεις γης, των λιθολογικών ενοτήτων, κ.ά.(Onorati et al., 1992, Hutchinson και Gallant, 2000, Skidmore 1990, Giles και Franklin,1998, Adediran, et al., 2004). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναλύθηκαν οιμορφομετρικές ιδιοτήτες του DEM με στόχο τη διερεύνηση της συσχέτισης αυτών με τηνγεωλογία της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μοντέλο ψηφιακού εδάφους δημιουργήθηκε από στερεοζεύγη του δορυφόρου SPOT4. Συγχρόνως έγινε ψηφιοποίηση των γεωλογικών φύλλων του ΙΓΜΕ με παράλληλη διόρθωση και ομογενοποίηση των γεωλογικών ορίων στα σημεία συνένωσης των γειτονικών φύλλων (ΙΓΜΕ 1959-2005), καθώς και των χαρτών χρήσης γης και γεωϊκανότητας του Υπουργείου Γεωργίας μέσω του λογισμικού ArcGIS 9.1. Τα λογισμικά ERDAS Imagine 8.7. και Idrisi Killimanjaro χρησιμοποιήθηκαν για την ανάλυση του DEM μέσω της εφαρμογής παραγώγων διευθύνσεων, την δημιουργία χαρτών κλίσης και προσανατολισμού (Εικόνα 6).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι παράγωγοι διευθύνσεων εφαρμόστηκαν σε 8 διαφορετικές διευθύνσεις και τα αποτελέσματα αυτών εισήχθησαν στη διαδικασία μή-επιβλεπόμενης ταξινόμησης (ISODATA), από την οποία προέκυψαν 10 διαφορετικές τάξεις των μορφομετρικών στοιχείων. Για την καλύτερη αποτύπωση των κατηγοριών εφαρμόστηκε φίλτρο γενίκευσης των τάξεων (φίλτρο πλειοψηφίας). Τα τελικά δεδομένα μετασχηματίστηκαν σε πολύγωνα και συνδέθηκαν με τις κατηγορίες του γεωλογικού χάρτη για περαιτέρω στατιστική ανάλυση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τη διαδικασία αυτή προέκυψαν περίπου 21 κατηγορίες μορφομετρικών μονάδων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με το υψόμετρο, την κλίση, τον προσανατολισμό και τους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής. Επίσης, οι συγκεκριμένες μορφομετρικές μονάδες συνδέθηκαν με μια πιο γενικευμένη μορφή των γεωλογικών σχηματισμών μετά από μία ταξινόμηση που έδωσε τρεις κατηγορίες γεωλογικών μονάδων: ιζηματογενείς αποθέσεις, μικτοί ιζηματογενείς και βραχώδεις σχηματισμοί, βραχώδεις σχηματισμοί. Η διάκριση αυτή βοήθησε στην ταξινόμηση των μορφομετρικών μονάδων (Εικόνα 7).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επίσης παρατηρήθηκε μία συσχέτιση μεταξύ της διεπαφής ορισμένων μορφομετρικών μονάδων και των ρηγμάτων όπως αυτά απεικονίζονται στους χάρτες του ΙΓΜΕ. Η συσχέτιση αυτή ήταν αρκετά καλή μεταξύ γεωμορφομετρικών μονάδων που σχετίζονται με αποθέσεις και ασβεστολιθικούς σχηματισμούς (Εικόνα 8). Για την επιβεβαίωση των τεκτονικών χαρακτηριστικών χρησιμοποιήθηκαν γεωφυσικές τεχνικές (ηλεκτρομαγνητικές διασκοπήσεις – VLF) σε επιλεγμένα σημεία (Στέρνες και Μουρνιές) του νομού Χανίων. Τόσο οι γεωφυσικές διασκοπήσεις όσο και μακροσκοπικές γεωλογικές παρατηρήσεις επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των τεκτονικών στοιχείων μεταξύ των συγκεκριμένων μορφομετρικών μονάδων (Εικόνα 9) (Sarris et al., 2005b).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μία παρόμοια προσπάθεια εντοπισμού τεκτονικών χαρακτηριστικών μέσω δορυφορικής τηλεπισκόπησης έγινε μέσω της χρήσης απεικονίσεων ASTER και της συσχέτισης αυτών με τη βλάστηση (συγκράτηση υγρασίας) και τις γραμμώσεις του αναγλύφου. Δεδομένου ότι μία τυπική απεικόνιση του δορυφόρου ASTER καλύπτει περιοχή έκτασης 60km x 60km, χρειάστηκαν δώδεκα (12) συνολικά εικόνες (ανά φασματικό κανάλι) για τη σύνθεση μίας εικόνας (μωσαϊκού) της ευρύτερης περιοχής της Κρήτης. Έμφαση δόθηκε κυρίως στα κανάλια του ορατού και του υπέρυθρου, μέσω της επεξεργασίας με τεχνικές λόγων καναλιών, ανάλυση Βασικών Αξόνων, εφαρμογή φίλτρων ενίσχυσης ακμών (Laplacian firltering) και φωτοερμηνείας μέσω της συσχέτισης των εικόνων με τους ψηφιοποιημένους χάρτες του ΙΓΜΕ (Παπαδάκη, 2005, Sarris et al., 2006a).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα παραπάνω αποτελέσματα χρησιμοποιήθηκαν επίσης για την ταξινόμηση των ρηγμάτων της Κρήτης και τη μοντελοποίηση της επικινδυνότητας των κατολισθήσεων. Ρήγματα εμφανίζονται σε όλη την έκταση της Κρήτης και οφείλονται σε βίαιες γεωδυναμικές διαδικασίες. Τα φαινόμενα αυτά έχουν κατακερματίσει ολόκληρη τη νήσο σχηματίζοντας κοιλάδες και κορυφογραμμές με διαφορετικές διευθύνσεις. Η ταξινόμηση των ρηγμάτων βασίστηκε σε γνωστές πληροφορίες από τους γεωλογικούς χάρτες του ΙΓΜΕ και δημοσιευμένα άρθρα και μελέτες (Angelier et al., 1982, Fassoulas 2001). Αρχικά, έγινε η αξιολόγηση των ρηγμάτων με βάση 2 παράγοντες: την ηλικία τους (από τους γεωλογικούς σχηματισμούς) και το μήκος τους, που αποτελεί σημαντική παράμετρο για το μέγεθος ενδεχόμενου σεισμού. Για την περιοχή του Αιγαίου, χρησιμοποιήθηκε η προτεινόμενη σχέση των Pavlides και Caputo (2003) που συσχετίζει το μήκος των ρηγμάτων με σει- σμούς μεγέθους 6-7,2R. Θέτοντας σαν παράμετρο την πιθανότητα εκδήλωσης σεισμού πάνω από 6R (οι οποίοι έχουν αποδειχθεί πολύ καταστροφικοί στην ελληνική επικράτεια), επελέγησαν τελικά 94 ρήγματα μήκους άνω των 7km. Τα παραπάνω ρήγματα ψηφιοποιήθηκαν και χαρτογραφήθηκαν στα γεωλογικά υπόβαθρα του ΙΓΜΕ. Αυτοψίες που πραγματοποιήθηκαν σε επιλεγμένα σημεία βελτίωσαν την παραπάνω πληροφορία, ενώ στη βάση πληροφοριών έγινε συμπλήρωση του κωδικού των ρηγμάτων, καθώς και άλλων στοιχείων, όπως μήκος ρήγματος, τύπος (κανονικό, ανάστροφο και οριζόντιας μετατόπισης), ηλικία, κ.α. Στο τελικό στάδιο έγινε ταξινόμηση των ρηγμάτων σε ενεργά, πιθανά ενεργά, ανενεργά/γεωλογικά, ανάλογα με τη δυνατότητα αυτών να σχετίζονται με σεισμική δραστηριότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μοντέλο της επικινδυνότητας των κατολισθήσεων έκανε χρήση μιας πολυπαραμετρικής συνάρτησης η οποία συνδύαζε συντελεστές βαρύτητας από τις μεταβλητές των γεωλογικών, υδρολιθολογικών, μορφομετρικών και κλιματολογικών μεταβλητών. Παρόμοιες πολυπαραμετρικές στατιστικές διαδικασίες έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν (Mark &amp;amp; Ellen, 1995, Bernknopf et al. 1988, Neuland, 1976). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάστηκε η ιεραρχία και η συμεταβλητότητα των διαφορετικών παραμέτρων και έγινε ταξινόμηση των μεταβλητών σε διαφορετικές κατηγορίες με βάση την επιρροή κάθε κατηγορίας στην γένεση του φαινόμενου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω του ότι το μοντέλο δεν λαμβάνει υπόψη την ιστορικότητα παρόμοιων συμβάντων κατολισθήσεων, το αποτέλεσμα της διαδικασίας παράγει ένα χάρτη σχετικά με την επιδεκτικότητα των περιοχών σε κατολισθήσεις (Εικόνα 10). Όμως ακόμα και αυτό το αποτέλεσμα είναι σημαντικό ιδιαίτερα για την αποφυγή ασταθών περιοχών οι οποίες μπορεί να προξενήσουν προβλήματα σε τεχνικά έργα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
7. Διερεύνηση των γεωτεχνικών παραμέτρων σε αστικό δομημένο περιβάλλον&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη διενέργεια μετρήσεων για τον καθορισμό των γεωλογικών παραμέτρων των αστικών κέντρων της Κρήτης (Sarris, et al, 2006b), χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές γεωφυσικές τεχνικές με στόχο την διερεύνηση του υπεδάφους και της σεισμικής επιδεκτικότητας των εδαφών. Πιο συγκεκριμένα, έγινε χρήση σεισμικών και ηλεκτρομαγνητικών τεχνικών, ηλεκτρικής τομογραφίας (ERT) και μικροθορύβου. Στόχος των πρώτων ήταν η χαρτογράφηση της στρωματογραφίας του εδάφους σε βάθη 10-50m από την σημερινή επιφάνεια του αναγλύφου. To όργανο Geometrics R-24 Strataview χρησιμοποιήθηκε για την διεξαγωγή των μετρήσεων της σεισμικής διάθλασης. Η ερμηνεία των δεδομένων έγινε σε συνδυασμό με τα διαθέσιμα γεωλογικά στοιχεία της περιοχής. Στόχος των μετρήσεων ήταν η χαρτογράφηση περιοχών με καρστικά χαρακτηριστικά ή σαθρά υπόβαθρα ή ιζηματογενείς αποθέσεις (Εικόνα 11).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι μετρήσεις μικροθορύβου χρησιμοποιήθηκαν για το γεωτεχνικό χαρακτηρισμό θέσεων και την εκτίμηση της συμπεριφοράς της μετάδοσης των σεισμικών κυμάτων με το βάθος, κάνοντας χρήση της μεθόδου συχνότητας-κυματάριθμου (F-k) και της μεθόδου αυτοσυσχέτισης (SPAC) (Aki 1957, Bettig et al., 2001, Wathelet et al., 2004). Τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούνται από καταγραφικά Reftek 130-01/3 και σεισμόμετρα Guralp CMG40T (1Hz). Ο υπολογισμός της ταχύτητας φάσης των επιφανειακών κυμάτων έγινε από το διάγραμμα φάσματος f-k απ’ όπου προέκυψαν οι καμπύλες σκέδασης για κάθε θέση. Μέσω της αντιστροφής δεδομένων καμπύλης σκέδασης έγινε υπολογισμός της μεταβολής της ταχύτητας των ελαστικών κυμάτων με το βάθος για βάθη τουλάχιστον έως 30 μέτρα. Στην Εικόνα 12 δίνεται η μορφή με την οποία παρουσιάζεται το μονοδιάστατο μοντέλο όπου δίνετε η μεταβολή της ταχύτητας των επιμήκων (Vp) και εγκαρσίων (Vs) ελαστικών κυμάτων με το βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρισμού των εδαφικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης και της μη-γραμμικής απόκρισης, είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της επίδρασης των τοπικών εδαφικών συνθηκών στην περαιτέρω εκτίμηση της γεωγραφικής κατανομής της ισχυρής σεισμικής κίνησης από πιθανούς (αναμενόμενους) ισχυρούς σεισμούς. Η χρήση της μεθόδου δικτύου μικροθορύβου τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ιδιαίτερα διεθνώς διότι αποτελεί μία οικονομική παθητική μέθοδο γεωφυσικής διασκόπησης για την εύρεση των γεωφυσικών ιδιοτήτων (ταχύτητες ελαστικών κυμάτων) στα ανώτερα ιζηματογενή στρώματα. Στην Εικόνα 13 παρουσιάζονται οι τιμές της ιδιοσυχνότητας των εδαφικών σχηματισμών για την πόλη των Χανίων όπως αυτή προέκυψε από τους φασματικούς λόγους της οριζόντιας προς την κατακόρυφη συνιστώσα (H/V) δεδομένων μικροθορύβου στις θέσεις που δίνονται με μαύρους ρόμβους στην ίδια εικόνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
8. Tελικές παρατηρήσεις – Συμπεράσματα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στο περιβάλλον (φυσικό και πολιτιστικό) και στους φυσικούς πόρους από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και ένταση των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων αλλά και από την εμφάνιση ακραίων φυσικών φαινομένων, και έχοντας ως κοινό γνώμονα την αξιοβίωτη ανάπτυξη της κοινωνίας, γίνεται αντιληπτό ότι η δημιουργία ενός εργαλείου το οποίο χρησιμεύει ως πόλος καταγραφής, διαχείρισης, επεξεργασίας και ανάλυσης των τιμών των φυσικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών μεταβλητών είναι πλέον απαραίτητο για τη λήψη αποφάσεων και το σχεδιασμό ευρύτερων στρατηγικών στην κατεύθυνση αυτή. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι γεωεπιστήμες, τόσο μέσω επίγειων παρατηρήσεων όσο και μέσω δορυφορικών τηλεπισκοπικών τεχνικών, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ανάπτυξη ευρείας και ισχυρής βάσης δεδομένων η οποία εξάλλου αποτελεί και τη βασική υποδομή τόσο για την υλοποίηση έργων μεγάλης κλίμακας όσο και τη μοντελοποίηση περιοχών επικινδυνότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω αποτελούν αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος EMERIC I («Ανάπτυξη ενός Έμπειρου Συστήματος για την Παρακολούθηση, Διαχείριση και Προστασία του Φυσικού Τοπίου και του Περιβάλλοντος της Κρήτης»), που χρηματοδοτήθηκε από την Περιφέρεια Κρήτης (πρόγραμμα «Κρήτη Καινοτόμος Περιφέρεια CRINNO») και την Ευρωπαϊκή Ένωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www.ims.forth.gr/joint_projects/emeric/emeric-gr.html&lt;br /&gt;
 [[category:Οικολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Δια-δικτυακή Πύλη των Φυσικών Διαθεσίμων της Κρήτης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2010-02-25T17:23:56Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Η κατασκευή ενός σύνθετου και πολυδιάστατου γεωγραφικού πληροφοριακού συστήματος διαχείρισης &amp;amp; δικτύωσης πληροφοριών που σχετίζονται με τους φυσικούς και περιβαλλοντικούς πόρους της Κρήτης επιβάλλεται από την ανάγκη ανάδειξης, αξιολόγησης και προστασίας του περιβάλλοντος και για τη λήψη αποφάσεων κατά τη διάρκεια κατασκευής και υλοποίησης αναπτυξιακών έργων, συνεισφέροντας με τον τρόπο αυτό στην αειφόρο ανάπτυξη της περιοχής. Λαμβάνοντας υπόψη την απουσία ψηφιακών υποβάθρων που σχετίζονται με το φυσικό περιβάλλον και τη δυσκολία άμεσης πρόσβασης σε αυτά από το ευρύτερο κοινό, έγινε μία πρώτη προσπάθεια δημιουργίας ενός πληροφοριακού συστήματος που βασίζεται στον συνδυασμό της τεχνολογίας της Πληροφορικής και των Συστημάτων Γεωγραφικών Πληροφοριών με πολυμεσικά συστήματα προβολής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα γεωγραφικά δεδομένα προέρχονται από επεξεργασία χαρτογραφικού υλικού, δορυφορικών απεικονίσεων (SPOT, ASTER, LANDSAT &amp;amp; QUICKBIRD), καθώς και πρωτογενών και δευτερογενών γεωφυσικών και περιβαλλοντικών μετρήσεων και μοντέλων και επεκτείνονται τόσο στο αγροτικό όσο και στο δομημένο χώρο της Κρήτης. Tο πληροφοριακό σύστημα αποτελείται από βάσεις δεδομένων (γεωπεριβαλλοντικά, μετεωρολογικά, στατιστικά στοιχεία), τεχνικές εκθέσεις γεωφυσικών ερευνών, μεθοδολογικά εργαλεία και χαρτογραφικά υπόβαθρα όπως δορυφορικές εικόνες, ψηφιακό ανάγλυφο, επίκεντρα σεισμών, κατανομή βλάστησης, ιστορικά στοιχεία πυρκαγιών, χρήσεις γης, ενοποιημένο γεωλογικό χάρτη, ταξινόμηση ρηγμάτων, χάρτες μετεωρολογικών παραμέτρων, ιστορικά πληθυσμιακά στοιχεία, κ.α. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάπτυξη της πληροφορικής έχει συνεισφέρει στη δημιουργία σχεσιακών και χαρτογραφικών βάσεων γεωπληροφοριών. Οι βάσεις αυτές αποτελούν ένα πολύτιμο εργαλείο για την παρακολούθηση, προστασία και διαχείριση των φυσικών και περιβαλλοντικών πόρων. Η οργάνωση του υλικού και η εύκολη πρόσβαση αυτού από εμπλεκόμενους φορείς μπορεί να προσφέρει ένα πλήθος πληροφοριών που συντελούν στην ορθολογική αντιμετώπιση προβλημάτων σε σχέση με τη διεξαγωγή τεχνικών έργων, τη μοντελοποίηση του τοπίου με σκοπό την προστασία του από φυσικούς κινδύνους και τη λήψη αποφάσεων για την αντιμετώπισή τους. Το πρώτο βήμα σε μία τέτοια προσπάθεια αποτελεί η δημιουργία ψηφιακών χαρτογραφικών υποβάθρων και η σύνδεση αυτών με θεματικά, μετρητικά, ποιοτικά, στατιστικά κλπ. δεδομένα που έχουν γεωγραφική συσχέτιση. Αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος του προγράμματος EMERIC I. Το πρόγραμμα επικεντρώθηκε στη γεωγραφική ενότητα της Κρήτης προσπαθώντας ταυτόχρονα να διαθέσει τις πολυδιάστατες αυτές πληροφορίες ελεύθερα μέσω του διαδικτύου. Οι παρακάτω παράγραφοι αναπτύσσουν τις κυριότερες διαστάσεις του ερευνητικού προγράμματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. Ανάπτυξη ενημερωμένου χαρτογραφικού υπόβαθρου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Έγινε ψηφιοποίηση και ανάλυση της πληροφορίας των χαρτών της ΓΥΣ, του ΙΓΜΕ, του Υπουργείου Γεωργίας, της Περιφέρειας Κρήτης και άλλων φορέων, καθώς και επεξεργασία δορυφορικών τηλεπισκοπικών απεικονίσεων με στόχο την παραγωγή ενημερωμένων θεματικών χαρτογραφικών προϊόντων σχετικών με την τοπογραφία, τη γεωλογία τις χρήσεις / καλύψεις γης, τα ρήγματα και άλλα γεωμορφολογικά στοιχεία της νήσου Κρήτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι τοπογραφικοί χάρτες αφορούν και στους τέσσερις νομούς της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Λασίθι) και περιλαμβάνουν τις βασικές χρήσεις / καλύψεις γης όπως πόλεις, χωριά, πρωτεύον και δευτερεύον οδικό δίκτυο, λατομεία, λίμνες, ποτάμια καθώς και ισοϋψείς καμπύλες. Συγχρόνως χρησιμοποιήθηκαν στερεοσκοπικές τηλεπισκοπικές απεικονίσεις SPOT για τη δημιουργία Ψηφιακού Μοντέλου Εδάφους (DEM) καθώς και χαρτών κλίσεων, προσανατολισμού και φωτοσκίασης του αναγλύφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ειδικότερα για τις τέσσερις μεγάλες πόλεις της νήσου συντάχθηκαν ενημερωμένοι θεματικοί χάρτες χρήσεων / καλύψεων γης χρησιμοποιώντας ως βασικό υπόβαθρο ψηφιακές τηλεπισκοπικές απεικονίσεις Quickbird.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
O δορυφόρος Quickbird-2 (DigitalGlobe) παρέχει από το 2000 φωτογραφίες υψηλής ανάλυσης, 61cm για τις παγχρωματικές απεικονίσεις και 2,4m για τις πολυφασματικές απεικονίσεις (στο nadir). O πολυφασματικός δέκτης του δορυφόρου λαμβάνει απεικονίσεις στα μήκη κύματος του ιώδους (0,49-0,52μm), του πράσινου (0,52-0,60μm), του ερυθρού (0,63-0,69μm) καθώς και του εγγύς υπέρυθρου (0,76-0,90μm. Ο παγχρωματικός δέκτης του δορυφόρου καταγράφει στη φασματική ζώνη των 0,45-0,90μm.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δορυφορικές τηλεπισκοπικές απεικονίσεις Quickbird επεξεργάστηκαν με κατάλληλες μεθοδολογίες και τεχνικές συγχώνευσης με σκοπό τη λεπτομερή χαρτογράφηση των καλύψεων γης των τεσσάρων μεγάλων πόλεων της Κρήτης (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο και Άγιος Νικόλαος). Αναλυτικότερα, στόχος της συγχώνευσης των τηλεπισκοπικών απεικονίσεων είναι η αξιοποίηση των δυνατοτήτων των παγχρωματικών δεκτών υψηλής ευκρίνειας με αυτές των καναλιών των αντίστοιχων πολυφασματικών δεκτών των δορυφόρων. Με τον τρόπο αυτό βελτιώνεται η διακριτική ικανότητα των έγχρωμων σύνθετων απεικονίσεων των δορυφόρων στο βαθμό ανάλυσης του παγχρωματικού τους καναλιού με στόχο την αποδοτικότερη φωτοερμηνεία τους. Οι κυριότερες μέθοδοι συγχώνευσης στηρίζονται είτε στην ανάλυση κύριων συνιστωσών, ή στον μετασχηματισμό HIS (Hue-Saturation-Intensity), ή σε φίλτρα ενίσχυσης υψηλών συχνοτήτων ή σε απλές αλγεβρικές πράξεις εικόνων (π.χ. μετασχηματισμός του Brovey). Στο συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα εφαρμόστηκαν τεχνικές που βασίζονται στο διακριτό μετασχηματισμό κυματομορφών (wavelets), οι οποίες έχουν το πλεονέκτημα συγχώνευσης απεικονίσεων διαφορετικής διακριτικής ικανότητας με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη διατήρηση της αρχικής φασματικής πληροφορίας των συμμετεχόντων καναλιών (Ioannidou, et al., 2005a, 2005b).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον στις συγχωνευμένες / βελτιωμένες απεικονίσεις προσαρτίστηκαν επίπεδα πληροφορίας των χρήσεων γης των πόλεων όπως Δημόσια κτίρια (Δικαστήρια, Αστυνομικά Τμήματα, Νομαρχία, Περιφέρεια, Πυροσβεστική, Λιμεναρχεία, Τροχαία, ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΛΤΑ, κ.α.), Νεκροταφεία, Νοσοκομεία, Χώρους Στάθμευσης, Αρχαιολογικά Μουσεία και μνημεία, Αεροδρόμια, Στάδια, Εγκαταστάσεις Βιολογικού καθαρισμού, Σταθμούς λεωφορείων, Πάρκα και Πλατείες, Δρόμους, Τράπεζες, Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, Ερευνητικά Ιδρύματα, Εκκλησίες, Μαρίνες, κ.α (Εικόνα 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα παραπάνω επίπεδα πληροφορίας συλλέχθηκαν από τοπογραφικούς και πολεοδομικούς χάρτες καθώς και από εργασίες πεδίου. Η σύνθεση των παραπάνω πληροφοριών έγινε στο ArcGIS, ενώ η διάθεση των δεδομένων έγινε μέσω του λογισμικού ARCIMS μέσω ενός HTML viewer. Για την καλύτερη πλοήγηση στο χαρτογραφικό περιβάλλον των πόλεων, οι δορυφορικές εικόνες συμπιέστηκαν με το λογισμικό MrSID και έγινε η τμηματοποίηση αυτών σε tiles.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. Ανάπτυξη βάσης γεωπληροφοριών&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στον διαδικτυακό τόπο του προγράμματος δημιουργήθηκε βάση πληροφοριών σχετικών με γεωτεχνικές μελέτες, γεωστατιστικά στοιχεία, γεωφυσικές έρευνες, υδρολογικές μελέτες, ενεργειακά στοιχεία και άλλες πληροφορίες που αφορούν στον ευρύτερο χώρο της Κρήτης (Soupios et al., 2005). Ο σχεδιασμός των σχεσιακών βάσεων των γεωπληροφοριών υλοποιήθηκε σε MySQL database server, προσφέρει δε δυνατότητες αναζήτησης των πληροφοριών σε σχέση με το έτος, τον φορέα υλοποίησης, τη γεωγραφική περιοχή στην οποία εστιάζεται η κάθε μελέτη και ένα συνοπτικό κατάλογο περιεχομένων των μελετών. Η συλλογή της πλειονότητας των πληροφοριών έγινε από το ΙΓΜΕ (Ινστιτούτο Γεωλογικών και Μεταλλευτικών Ερευνών), το ΤΕΕ (Τεχνικό Επιμελητήριο της Ελλάδος), τον ΟΑΔΥΚ (Οργανισμός Ανάπτυξης Δυτικής Κρήτης), τον ΟΑΝΑΚ (Οργανισμός Ανάπτυξης Ανατολικής Κρήτης), την ΥΕΒ, το Υπουργείο Γεωργίας, την Εθνική Μετεωρολογική Υπηρεσία, την Περιφέρεια Κρήτης, το ΥΠΕΧΩΔΕ, τις Νομαρχίες και τους Δήμους της Κρήτης και άλλους ιδωτικούς και δημόσιους φορείς.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε περίπτωση που υπήρχαν παρόμοιες πληροφορίες από περισσότερους από έναν φορέα, οι πληροφορίες ομαδοποιήθηκαν τόσο στην αντίστοιχη βάση δεδομένων όσο και στην αντίστοιχη χαρτοσύνθεση. Για παράδειγμα ο χρήστης έχει τη δυνατότητα να παρατηρεί στατιστικά στοιχεία (σε μορφή πινάκων ή διαγραμμάτων ανά έτος, μήνα, πόλη, δήμο ή νομό) για την βροχόπτωση ή την μέγιστη θερμοκρασία από δεδομένα των σταθμών της ΥΕΒ και της ΕΜΥ (Εικόνα 1). Για τα σεισμολογικά δεδομένα έγινε αποδελτίωση των επικέντρων, του μεγέθους, των συντεταγμένων, του βάθους και άλλων παραμέτρων της σεισμικής ιστορικότητας της Κρήτης από τις αντίστοιχες βάσεις του Γεωδυναμικού Ινστιτούτου του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών και του Σεισμολογικού Σταθμού του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Τμήμα Γεωλογίας, Τομέας Γεωφυσικής).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αντίστοιχα δεδομένα είναι διαθέσιμα στους χρήστες με τη μορφή πινάκων των βάσεων πληροφοριών καθώς και μέσω χαρτοσυνθέσεων που απεικονίζουν τα επίκεντρα των σεισμών μεγέθους μεγαλύτερου των 4R (ταξινομημένα σε 8 επιμέρους κατηγορίες 4.5 - 4.9 R, 5 - 5.4 R, 5.5 - 5.9 R, 6 - 6.4 R, 6.5 - 6.9 R, 7 - 7.4 R, 7.5 - 7.9 R and &amp;gt;7.9 R) και την πυκνότητα αυτών (Εικόνα 2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. Χαρτογράφηση της βλάστησης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η δορυφορική τηλεπισκόπηση συμβάλει στην ανάκτηση πληροφοριών που σχετίζονται με την επιφανειακή κάλυψη της γης, την χρήση γης και την κατηγοριοποίηση της βλάστησης. Πολλές φορές όμως η διαδικασία αυτή δυσχεραίνεται από το έντονο ανάγλυφο, την ανομοιογένεια του τοπίου και την υψηλή χωρική διαφοροποίηση που επικρατεί σε διάφορα σημεία, όπως συμβαίνει και με την περίπτωση της Μεσογειακής λεκάνης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Δεδομένου ότι μία τυπική απεικόνιση του δορυφόρου Landsat καλύπτει περιοχή έκτασης 180km x 185km, χρειάστηκαν δύο (2) συνολικά απεικονίσεις (ανά φασματικό κανάλι) για τη σύνθεση μωσαϊκού που παρουσιάζει την ευρύτερη περιοχής της Κρήτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη διαχρονική ανάλυση της βλάστησης και των γεωμορφολογικών χαρακτηριστικών της Κρήτης απαιτήθηκε η προμήθεια απεικονίσεων σε διαφορετικές περιόδους. Για τη διερεύνηση των αλλαγών της χρήσης γης χρησιμοποιήθηκαν 9 απεικονίσεις Landsat-5 TM και Landsat-7 ETM, περιόδου λήψης 1985-2003. Η γεωαναφορά των απεικονίσεων βασίστηκε σε μία ορθοωτογραφία του SPOT PAN με διακριτική ικανότητα των 10 m.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
H επεξεργασία των απεικονίσεων πραγματοποιήθηκε με φίλτρα εξισορρόπησης του ιστογράμματος, τεχνικές επαναδειγματοληψίας και φίλτρων διέλευσης υψηλών συχνοτήτων. Η πολυπλοκότητα της επιφανειακής κάλυψης της Κρήτης αναλύθηκε μέσω της Θεωρίας των Κλαστικών (fractals), κάνοντας χρήση του λόγου του λογαρίθμου του αθροίσματος των επιφανειών των πολυγώνων ως προς τον λογάριθμο του αθροίσματος των αντίστοιχων περιμέτρων. Ο συντελεστής πολυπλοκότητας που προκύπτει παρουσιάζει μια αυξητική πορεία από το 1988 σε επίπεδο μικρο-κλίμακας, ενώ σε μία πιο γενικευμένη εικόνα (210x210 μέγεθος εικονοστοιχείου) φαίνεται να παρουσιάζει μία σχετικά σταθερή κατανομή των κύριων κατηγοριών χρήσης γης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τεχνικές επιβλεπόμενης ταξινόμησης εικόνας εφαρμόστηκαν σε όλα τα μωσαϊκά των δορυφορικών απεικονίσεων. Η ταξινόμηση βασίστηκε σε πάνω από 1000 θέσεις (στοιχεία εκπαίδευσης) που είχαν επιβεβαιωθεί μέσω επιτόπιας έρευνας με συστήματα GPS και από φωτοερμηνεία αεροφωτογραφιών του Υπουργείου Γεωργίας και της Γεωγραφικής Υπηρεσίας του Στρατού. Η ταξινόμηση χρησιμοποίησε τη μέθοδο της Ευκλείδειας απόστασης. Επίσης χρησιμοποιήθηκε μία αντικειμενοστρεφής (object-oriented) ταξινόμηση για την ομαδοποίηση της βλάστησης, με τον ταξινομητή της εγγύτερης απόστασης (Benz et al, 2004). Ως σύστημα ταξινόμησης της βλάστησης επελέγη το σύστημα προσδιορισμού των ενδιαιτημάτων σύμφωνα με το Interpretation Manual of European Union Habitats, European Commission (2003), DG Environment Nature and Biodiversity, έτσι ώστε να ικανοποιείται η τυποποίηση των τάξεων και να υπάρχει εναρμόνιση και συμβατότητα με την περιβαλλοντική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η αρχική ταξινόμηση περιλάμβανε τις 24 κατηγορίες ενδιαιτημάτων του NATURA 2000 (European Commission, 2003, Dafis, et al, 1996), καθώς και κάποιες γενικότερες κατηγορίες (καλλιέργειες, αστικό περιβάλλον, υδάτινες μάζες). Για την καλύτερη αποτύπωση των τύπων βλάστησης αποφασίστηκε να διατηρηθούν μόνο 14 τάξεις (AceroCupression, Chesnut woods, Dehesas, Euphorbieto-verbascion phrygana, Garrigues, Mediterranean pine forests, Olea and Ceratonia forests, Oriental plane woods, Oromediterranean phrygana, Pinus reforestations, Quercus ilex forests, Reforestations, Sarcopoterium spinosum phrygana, Tree spurge formations) οι οποίες αποτυπώνουν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την βλάστηση σε μεσοκλίμακα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ανάλυση των αλλαγών των χρήσεων / καλύψεων γης πραγματοποιήθηκε με την εφαρμογή φίλτρων χρονικών παραγώγων. Η χωρική φασματική συνοχή των τάξεων χρήσης γης βασισμένη στην ανάλυση της κοινής καταστολής των διαφορετικών συνιστωσών των συντελεστών Fourier, απέδειξε ότι υπάρχει ένας μεγαλύτερος βαθμός συνοχής κατηγοριών στα πεδινά και σε καλλιεργήσιμες εκτάσεις. Οι αστικές περιοχές παρουσιάζουν μία σταδιακή αύξηση σε σχέση με τις υπόλοιπες περιοχές της ενδοχώρας ως αποτέλεσμα της μετακίνησης του πληθυσμού προς τα παράλια και τις περισσότερο τουριστικές ζώνες.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σχέση αυτή αντιστοιχεί με τη μείωση της βλάστησης εντός των αστικών και ημιαστικών περιοχών. Παρόμοια μείωση επικρατεί σε δασικές εκτάσεις και εκτάσεις με αυτοφυή βλάστηση (Εικόνα 4) (Sarris, et al, 2005a).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. Εκτίμηση επικινδυνότητας για πυρκαγιές&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μοντέλα επικινδυνότητας πυρκαγιών αποτελούν ένα δύσκολο πρόβλημα λόγω των διαφορετικών μεταβλητών που υπεισέρχονται στην παραμετροποίηση των μεταβλητών του μοντέλου. Οι παράμετροι αυτοί εξαρτώνται από το μέγεθος εφαρμογής του μοντέλου (τόσο σε τοπική όσο και σε χρονική κλίμακα) και συμπεριλαμβάνουν μεταξύ άλλων τις τοπικές κλιματολογικές συνθήκες (π.χ. βροχόπτωση, υγρασία, ανέμους), το ανάγλυφο (υψόμετρο, κλίση, προσανατολισμό εδάφους), τις χρήσεις / καλύψεις γης, τη βλάστηση, τις ανθρωπογενείς δραστηριότητες, κ.α.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η προκαταρτική εκτίμηση επικινδυνότητας για πυρκαγιές βλάστησης βασίστηκε σε μη τυποποιημένη (informal) ταξινόμηση του κινδύνου που προέκυπτε από αξιολόγηση συγκεκριμένων κριτηρίων. Στα κριτήρια δεν συμπεριλαμβάνονται εκείνα που αφορούν ανθρωπογενείς δραστηριότητες και που επηρεάζουν τη συχνότητα και την έκταση των πυρκαγιών βλάστησης. Το αποτέλεσμα της μη τυποποιημένης ταξινόμησης του κινδύνου χρησιμοποιήθηκε για την ψηφιακή επεξεργασία δορυφορικής απεικόνισης LANDSAT 5 TM του 1999 με τελικό στόχο τη χωρική αποτύπωση της επικινδυνότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εκτίμηση της επικινδυνότητας των πυρκαγιών βλάστησης σε συγκεκριμένες περιοχές εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκαν σε μη τυποποιημένη ταξινόμηση τα ακόλουθα κριτήρια: η ανακλαστικότητα της βλάστησης στο εγγύς υπέρυθρο από 0,76 – 0,90μm, ο τύπος του ενδιαιτήματος με βάση το αποτέλεσμα της χαρτογράφησης, η ευφλεκτικότητα των κυρίαρχων ειδών με βάση βιβλιογραφικές αναφορές, τα ιστορικά δεδομένα φωτιάς και το ανάγλυφο της περιοχής. Έτσι προέκυψαν τρεις κατηγορίες κινδύνου. Εκείνες που αντιστοιχούν σε περιοχές χαμηλού (low), ενδιάμεσου (moderate) και υψηλού (high) κινδύνου. Στη συνέχεια οι θέσεις αυτές εκπαίδευσης χρησιμοποιήθηκαν για την ψηφιακή επεξεργασία της δορυφορικής απεικόνισης στο δίαυλο του εγγύς υπέρυθρου με τη μέθοδο της επιβλεπόμενης ταξινόμησης (supervised classification) και συγκεκριμένα της αντικειμενοστραφούς ταξινόμησης (object oriented classification).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Σε μια κλίμακα μακροσκοπικής μοντελοποίησης της επικινδυνότητας των πυρκαγιών, διερευνήθηκαν οι χρονικοί και εποχιακοί συσχετισμοί των παραπάνω μεταβλητών, καθώς και η συγγραμμικότητα αυτών, μέσω στατιστικών τεχνικών όπως Cluster Analysis, Multidimensional Scaling και Pearson Correlation. Αφού προσδιορίστηκε η μεταβλητότητα και συμεταβλητότητα των διαφορετικών συμμετεχόντων παραμέτρων σε σχέση με την ιστορικότητα των πυρκαγιών που αποδελτιώθηκαν από τη Διεύθυνση Δασών του Υπουργείου Γεωργίας και την Πυροσβεστική Υπηρεσία, το μακροσκοπικό μοντέλο επικινδυνότητας ορίστηκε μέσω των ακόλουθων μεταβλητών: τη λογαριθμική αύξηση του πληθυσμού, την αύξηση των κατηγοριών της χρήσης γης, τα ποσοστά υγρασίας και θερμοκρασίας εδάφους, το συντελεστή συνδιακύμανσης του υψομέτρου και του μέσου όρου κλίσης του εδάφους. Τα ποσοστά της επικινδυνότητας υπολογίστηκαν με βάση τις παραπάνω μεταβλητές για κάθε ΟΤΑ και είχαν ως αποτέλεσμα το χάρτη της Εικόνας 5, που αποτυπώνει την επικινδυνότητα των πυρκαγιών για το έτος 2006, σε επίπεδο ΟΤΑ.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. Γεωμορφομετρικά στοιχεία της Κρήτης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μελέτη των γεωμορφομετρικών ιδιοτήτων του τοπίου έχει αποτελέσει αντικείμενο ερευνών σε μία προσπάθεια συσχέτισης αυτών με τις ιδιότητες της επιφανείας του εδάφους (Horton, 1945, Coates, 1958). Οι έρευνες αυτές έχουν κυρίως βασιστεί σε αναλύσεις του μοντέλου ψηφιακού εδάφους (DEM) μέσω της κατηγοριοποίησης του αναγλύφου, της κλίσης, των συσχετίσεων αυτών με χρήσεις γης, των λιθολογικών ενοτήτων, κ.ά.(Onorati et al., 1992, Hutchinson και Gallant, 2000, Skidmore 1990, Giles και Franklin,1998, Adediran, et al., 2004). Στη συγκεκριμένη περίπτωση αναλύθηκαν οιμορφομετρικές ιδιοτήτες του DEM με στόχο τη διερεύνηση της συσχέτισης αυτών με τηνγεωλογία της περιοχής.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μοντέλο ψηφιακού εδάφους δημιουργήθηκε από στερεοζεύγη του δορυφόρου SPOT4. Συγχρόνως έγινε ψηφιοποίηση των γεωλογικών φύλλων του ΙΓΜΕ με παράλληλη διόρθωση και ομογενοποίηση των γεωλογικών ορίων στα σημεία συνένωσης των γειτονικών φύλλων (ΙΓΜΕ 1959-2005), καθώς και των χαρτών χρήσης γης και γεωϊκανότητας του Υπουργείου Γεωργίας μέσω του λογισμικού ArcGIS 9.1. Τα λογισμικά ERDAS Imagine 8.7. και Idrisi Killimanjaro χρησιμοποιήθηκαν για την ανάλυση του DEM μέσω της εφαρμογής παραγώγων διευθύνσεων, την δημιουργία χαρτών κλίσης και προσανατολισμού (Εικόνα 6).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι παράγωγοι διευθύνσεων εφαρμόστηκαν σε 8 διαφορετικές διευθύνσεις και τα αποτελέσματα αυτών εισήχθησαν στη διαδικασία μή-επιβλεπόμενης ταξινόμησης (ISODATA), από την οποία προέκυψαν 10 διαφορετικές τάξεις των μορφομετρικών στοιχείων. Για την καλύτερη αποτύπωση των κατηγοριών εφαρμόστηκε φίλτρο γενίκευσης των τάξεων (φίλτρο πλειοψηφίας). Τα τελικά δεδομένα μετασχηματίστηκαν σε πολύγωνα και συνδέθηκαν με τις κατηγορίες του γεωλογικού χάρτη για περαιτέρω στατιστική ανάλυση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τη διαδικασία αυτή προέκυψαν περίπου 21 κατηγορίες μορφομετρικών μονάδων με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά σε σχέση με το υψόμετρο, την κλίση, τον προσανατολισμό και τους γεωλογικούς σχηματισμούς της περιοχής. Επίσης, οι συγκεκριμένες μορφομετρικές μονάδες συνδέθηκαν με μια πιο γενικευμένη μορφή των γεωλογικών σχηματισμών μετά από μία ταξινόμηση που έδωσε τρεις κατηγορίες γεωλογικών μονάδων: ιζηματογενείς αποθέσεις, μικτοί ιζηματογενείς και βραχώδεις σχηματισμοί, βραχώδεις σχηματισμοί. Η διάκριση αυτή βοήθησε στην ταξινόμηση των μορφομετρικών μονάδων (Εικόνα 7).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επίσης παρατηρήθηκε μία συσχέτιση μεταξύ της διεπαφής ορισμένων μορφομετρικών μονάδων και των ρηγμάτων όπως αυτά απεικονίζονται στους χάρτες του ΙΓΜΕ. Η συσχέτιση αυτή ήταν αρκετά καλή μεταξύ γεωμορφομετρικών μονάδων που σχετίζονται με αποθέσεις και ασβεστολιθικούς σχηματισμούς (Εικόνα 8). Για την επιβεβαίωση των τεκτονικών χαρακτηριστικών χρησιμοποιήθηκαν γεωφυσικές τεχνικές (ηλεκτρομαγνητικές διασκοπήσεις – VLF) σε επιλεγμένα σημεία (Στέρνες και Μουρνιές) του νομού Χανίων. Τόσο οι γεωφυσικές διασκοπήσεις όσο και μακροσκοπικές γεωλογικές παρατηρήσεις επιβεβαίωσαν την ύπαρξη των τεκτονικών στοιχείων μεταξύ των συγκεκριμένων μορφομετρικών μονάδων (Εικόνα 9) (Sarris et al., 2005b).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μία παρόμοια προσπάθεια εντοπισμού τεκτονικών χαρακτηριστικών μέσω δορυφορικής τηλεπισκόπησης έγινε μέσω της χρήσης απεικονίσεων ASTER και της συσχέτισης αυτών με τη βλάστηση (συγκράτηση υγρασίας) και τις γραμμώσεις του αναγλύφου. Δεδομένου ότι μία τυπική απεικόνιση του δορυφόρου ASTER καλύπτει περιοχή έκτασης 60km x 60km, χρειάστηκαν δώδεκα (12) συνολικά εικόνες (ανά φασματικό κανάλι) για τη σύνθεση μίας εικόνας (μωσαϊκού) της ευρύτερης περιοχής της Κρήτης. Έμφαση δόθηκε κυρίως στα κανάλια του ορατού και του υπέρυθρου, μέσω της επεξεργασίας με τεχνικές λόγων καναλιών, ανάλυση Βασικών Αξόνων, εφαρμογή φίλτρων ενίσχυσης ακμών (Laplacian firltering) και φωτοερμηνείας μέσω της συσχέτισης των εικόνων με τους ψηφιοποιημένους χάρτες του ΙΓΜΕ (Παπαδάκη, 2005, Sarris et al., 2006a).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα παραπάνω αποτελέσματα χρησιμοποιήθηκαν επίσης για την ταξινόμηση των ρηγμάτων της Κρήτης και τη μοντελοποίηση της επικινδυνότητας των κατολισθήσεων. Ρήγματα εμφανίζονται σε όλη την έκταση της Κρήτης και οφείλονται σε βίαιες γεωδυναμικές διαδικασίες. Τα φαινόμενα αυτά έχουν κατακερματίσει ολόκληρη τη νήσο σχηματίζοντας κοιλάδες και κορυφογραμμές με διαφορετικές διευθύνσεις. Η ταξινόμηση των ρηγμάτων βασίστηκε σε γνωστές πληροφορίες από τους γεωλογικούς χάρτες του ΙΓΜΕ και δημοσιευμένα άρθρα και μελέτες (Angelier et al., 1982, Fassoulas 2001). Αρχικά, έγινε η αξιολόγηση των ρηγμάτων με βάση 2 παράγοντες: την ηλικία τους (από τους γεωλογικούς σχηματισμούς) και το μήκος τους, που αποτελεί σημαντική παράμετρο για το μέγεθος ενδεχόμενου σεισμού. Για την περιοχή του Αιγαίου, χρησιμοποιήθηκε η προτεινόμενη σχέση των Pavlides και Caputo (2003) που συσχετίζει το μήκος των ρηγμάτων με σει- σμούς μεγέθους 6-7,2R. Θέτοντας σαν παράμετρο την πιθανότητα εκδήλωσης σεισμού πάνω από 6R (οι οποίοι έχουν αποδειχθεί πολύ καταστροφικοί στην ελληνική επικράτεια), επελέγησαν τελικά 94 ρήγματα μήκους άνω των 7km. Τα παραπάνω ρήγματα ψηφιοποιήθηκαν και χαρτογραφήθηκαν στα γεωλογικά υπόβαθρα του ΙΓΜΕ. Αυτοψίες που πραγματοποιήθηκαν σε επιλεγμένα σημεία βελτίωσαν την παραπάνω πληροφορία, ενώ στη βάση πληροφοριών έγινε συμπλήρωση του κωδικού των ρηγμάτων, καθώς και άλλων στοιχείων, όπως μήκος ρήγματος, τύπος (κανονικό, ανάστροφο και οριζόντιας μετατόπισης), ηλικία, κ.α. Στο τελικό στάδιο έγινε ταξινόμηση των ρηγμάτων σε ενεργά, πιθανά ενεργά, ανενεργά/γεωλογικά, ανάλογα με τη δυνατότητα αυτών να σχετίζονται με σεισμική δραστηριότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το μοντέλο της επικινδυνότητας των κατολισθήσεων έκανε χρήση μιας πολυπαραμετρικής συνάρτησης η οποία συνδύαζε συντελεστές βαρύτητας από τις μεταβλητές των γεωλογικών, υδρολιθολογικών, μορφομετρικών και κλιματολογικών μεταβλητών. Παρόμοιες πολυπαραμετρικές στατιστικές διαδικασίες έχουν χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν (Mark &amp;amp; Ellen, 1995, Bernknopf et al. 1988, Neuland, 1976). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, εξετάστηκε η ιεραρχία και η συμεταβλητότητα των διαφορετικών παραμέτρων και έγινε ταξινόμηση των μεταβλητών σε διαφορετικές κατηγορίες με βάση την επιρροή κάθε κατηγορίας στην γένεση του φαινόμενου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λόγω του ότι το μοντέλο δεν λαμβάνει υπόψη την ιστορικότητα παρόμοιων συμβάντων κατολισθήσεων, το αποτέλεσμα της διαδικασίας παράγει ένα χάρτη σχετικά με την επιδεκτικότητα των περιοχών σε κατολισθήσεις (Εικόνα 10). Όμως ακόμα και αυτό το αποτέλεσμα είναι σημαντικό ιδιαίτερα για την αποφυγή ασταθών περιοχών οι οποίες μπορεί να προξενήσουν προβλήματα σε τεχνικά έργα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
7. Διερεύνηση των γεωτεχνικών παραμέτρων σε αστικό δομημένο περιβάλλον&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη διενέργεια μετρήσεων για τον καθορισμό των γεωλογικών παραμέτρων των αστικών κέντρων της Κρήτης (Sarris, et al, 2006b), χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικές γεωφυσικές τεχνικές με στόχο την διερεύνηση του υπεδάφους και της σεισμικής επιδεκτικότητας των εδαφών. Πιο συγκεκριμένα, έγινε χρήση σεισμικών και ηλεκτρομαγνητικών τεχνικών, ηλεκτρικής τομογραφίας (ERT) και μικροθορύβου. Στόχος των πρώτων ήταν η χαρτογράφηση της στρωματογραφίας του εδάφους σε βάθη 10-50m από την σημερινή επιφάνεια του αναγλύφου. To όργανο Geometrics R-24 Strataview χρησιμοποιήθηκε για την διεξαγωγή των μετρήσεων της σεισμικής διάθλασης. Η ερμηνεία των δεδομένων έγινε σε συνδυασμό με τα διαθέσιμα γεωλογικά στοιχεία της περιοχής. Στόχος των μετρήσεων ήταν η χαρτογράφηση περιοχών με καρστικά χαρακτηριστικά ή σαθρά υπόβαθρα ή ιζηματογενείς αποθέσεις (Εικόνα 11).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι μετρήσεις μικροθορύβου χρησιμοποιήθηκαν για το γεωτεχνικό χαρακτηρισμό θέσεων και την εκτίμηση της συμπεριφοράς της μετάδοσης των σεισμικών κυμάτων με το βάθος, κάνοντας χρήση της μεθόδου συχνότητας-κυματάριθμου (F-k) και της μεθόδου αυτοσυσχέτισης (SPAC) (Aki 1957, Bettig et al., 2001, Wathelet et al., 2004). Τα όργανα που χρησιμοποιήθηκαν αποτελούνται από καταγραφικά Reftek 130-01/3 και σεισμόμετρα Guralp CMG40T (1Hz). Ο υπολογισμός της ταχύτητας φάσης των επιφανειακών κυμάτων έγινε από το διάγραμμα φάσματος f-k απ’ όπου προέκυψαν οι καμπύλες σκέδασης για κάθε θέση. Μέσω της αντιστροφής δεδομένων καμπύλης σκέδασης έγινε υπολογισμός της μεταβολής της ταχύτητας των ελαστικών κυμάτων με το βάθος για βάθη τουλάχιστον έως 30 μέτρα. Στην Εικόνα 12 δίνεται η μορφή με την οποία παρουσιάζεται το μονοδιάστατο μοντέλο όπου δίνετε η μεταβολή της ταχύτητας των επιμήκων (Vp) και εγκαρσίων (Vs) ελαστικών κυμάτων με το βάθος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρισμού των εδαφικών συνθηκών, συμπεριλαμβανομένης και της μη-γραμμικής απόκρισης, είναι απαραίτητα για την ενσωμάτωση της επίδρασης των τοπικών εδαφικών συνθηκών στην περαιτέρω εκτίμηση της γεωγραφικής κατανομής της ισχυρής σεισμικής κίνησης από πιθανούς (αναμενόμενους) ισχυρούς σεισμούς. Η χρήση της μεθόδου δικτύου μικροθορύβου τα τελευταία χρόνια αναπτύσσεται ιδιαίτερα διεθνώς διότι αποτελεί μία οικονομική παθητική μέθοδο γεωφυσικής διασκόπησης για την εύρεση των γεωφυσικών ιδιοτήτων (ταχύτητες ελαστικών κυμάτων) στα ανώτερα ιζηματογενή στρώματα. Στην Εικόνα 13 παρουσιάζονται οι τιμές της ιδιοσυχνότητας των εδαφικών σχηματισμών για την πόλη των Χανίων όπως αυτή προέκυψε από τους φασματικούς λόγους της οριζόντιας προς την κατακόρυφη συνιστώσα (H/V) δεδομένων μικροθορύβου στις θέσεις που δίνονται με μαύρους ρόμβους στην ίδια εικόνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
8. Tελικές παρατηρήσεις – Συμπεράσματα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Λαμβάνοντας υπόψη τις επιπτώσεις στο περιβάλλον (φυσικό και πολιτιστικό) και στους φυσικούς πόρους από την ανεξέλεγκτη ανάπτυξη και ένταση των ανθρωπογενών δραστηριοτήτων αλλά και από την εμφάνιση ακραίων φυσικών φαινομένων, και έχοντας ως κοινό γνώμονα την αξιοβίωτη ανάπτυξη της κοινωνίας, γίνεται αντιληπτό ότι η δημιουργία ενός εργαλείου το οποίο χρησιμεύει ως πόλος καταγραφής, διαχείρισης, επεξεργασίας και ανάλυσης των τιμών των φυσικών, περιβαλλοντικών και κοινωνικών μεταβλητών είναι πλέον απαραίτητο για τη λήψη αποφάσεων και το σχεδιασμό ευρύτερων στρατηγικών στην κατεύθυνση αυτή. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι οι γεωεπιστήμες, τόσο μέσω επίγειων παρατηρήσεων όσο και μέσω δορυφορικών τηλεπισκοπικών τεχνικών, μπορούν να συμβάλουν σημαντικά στην ανάπτυξη ευρείας και ισχυρής βάσης δεδομένων η οποία εξάλλου αποτελεί και τη βασική υποδομή τόσο για την υλοποίηση έργων μεγάλης κλίμακας όσο και τη μοντελοποίηση περιοχών επικινδυνότητας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* Θα πρέπει να σημειωθεί ότι τα παραπάνω αποτελούν αποτελέσματα του ερευνητικού προγράμματος EMERIC I («Ανάπτυξη ενός Έμπειρου Συστήματος για την Παρακολούθηση, Διαχείριση και Προστασία του Φυσικού Τοπίου και του Περιβάλλοντος της Κρήτης»), που χρηματοδοτήθηκε από την Περιφέρεια Κρήτης (πρόγραμμα «Κρήτη Καινοτόμος Περιφέρεια CRINNO») και την Ευρωπαϊκή Ένωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www.ims.forth.gr/joint_projects/emeric/emeric-gr.html&lt;br /&gt;
 [[category:Οικολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Δια-δικτυακή Πύλη των Φυσικών Διαθεσίμων της Κρήτης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%94%CE%B9%CE%B1-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%84%CF%85%CE%B1%CE%BA%CE%AE_%CE%A0%CF%8D%CE%BB%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CE%B5%CF%83%CE%AF%CE%BC%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%9A%CF%81%CE%AE%CF%84%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2010-02-25T17:13:47Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: New page: Add Your Content Here    category:Οικολογία&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Add Your Content Here &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Οικολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-25T17:11:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
* [[Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία]]&lt;br /&gt;
* [[Εκτίμηση της τρωτότητας με τη χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
* [[Ανάλυση επικυνδηνότητας αρχαιολογικών θέσεων του Ν. Λασιθίου]]&lt;br /&gt;
* [[Δια-δικτυακή Πύλη των Φυσικών Διαθεσίμων της Κρήτης]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-23T23:10:24Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
* [[Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία]]&lt;br /&gt;
* [[Εκτίμηση της τρωτότητας με τη χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
* [[Ανάλυση επικυνδηνότητας αρχαιολογικών θέσεων του Ν. Λασιθίου]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9D._%CE%9B%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B8%CE%AF%CE%BF%CF%85</id>
		<title>Ανάλυση επικινδυνότητας αρχαιολογικών θέσεων του Ν. Λασιθίου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%BD%CE%AC%CE%BB%CF%85%CF%83%CE%B7_%CE%B5%CF%80%CE%B9%CE%BA%CE%B9%CE%BD%CE%B4%CF%85%CE%BD%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B8%CE%AD%CF%83%CE%B5%CF%89%CE%BD_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9D._%CE%9B%CE%B1%CF%83%CE%B9%CE%B8%CE%AF%CE%BF%CF%85"/>
				<updated>2010-02-23T23:09:56Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: New page: Add Your Content Here    category:Αρχαιολογία&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Add Your Content Here &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Αρχαιολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-23T23:07:12Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
* [[Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία]]&lt;br /&gt;
* [[Εκτίμηση της τρωτότητας με τη χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
* [[Ανάλυση επικυνδηνότητας αρχαιολογικών θέσεων του Ν. Λασιθίου από περιβαλλοντικά φαινόμενα με τη χρήση Γεωγραφικών συστημάτων πληροφοριών και Τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-23T22:18:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
* [[Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία]]&lt;br /&gt;
* [[Εκτίμηση της τρωτότητας με τη χρήση της τηλεπισκόπησης]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82</id>
		<title>Εκτίμηση της τρωτότητας με τη χρήση της τηλεπισκόπησης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CF%81%CF%89%CF%84%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1%CF%82_%CE%BC%CE%B5_%CF%84%CE%B7_%CF%87%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T22:17:21Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: New page: Κίνδυνοι όπως οι σεισμοί είναι φυσικά φαινόμενα, σε αντίθεση με τις καταστροφές που δεν είναι. Οι κατασ...&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Κίνδυνοι όπως οι σεισμοί είναι φυσικά φαινόμενα, σε αντίθεση με τις καταστροφές που δεν είναι. Οι καταστροφές προέρχονται από την επίδραση ενός κινδύνου σε ένα ευπαθές σύστημα ή κοινωνία σε μια συγκεκριμένη τοποθεσία. Το πλαίσια της τρωτότητας στοχεύει σε μια ολιστική αντίληψη λαμβάνοντας υπόψη τις φυσικές, περιβαλλοντικές, κοινωνικό – οικονομικές ή πολιτικές συνιστώσες. Η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στις δυνατότητες της τηλεπισκόπησης να συνεισφέρει σύγχρονες πληροφορίες για την φυσική διάσταση της τρωτότητας στο πολύπλοκο αστικό σύστημα της Κωνσταντινούπολης. Μια ταξινόμηση της αστικής γης βασισμένη σε υψηλής ανάλυσης δεδομένα από τον δορυφόρο αποτελεί τη βάση για ανάλυση της χωροταξικής κατανομής διαφόρων τύπων κτιρίων, την χωρητικότητα του οδικού δικτύου ή την αναγνώριση των ανοιχτών χώρων. Επιπλέον ένα DEM (ψηφιακό μοντέλο) επιτρέπει τον εντοπισμό των πιθανών περιοχών κατολίσθησης. Η μεθοδολογία σε συνδυασμό με αυτά τα χαρακτηριστικά που συνδέονται με τη φυσική διάσταση της τρωτότητας παρουσιάζεται. Σε αυτή τη διαδικασία ένα σύστημα ν -  συντεταγμένων συντονίζει τις μεταβλητές που περιγράφουν τρωτότητα μεταξύ τους. Αυτό επιτρέπει την αναγνώριση του βαθμού τρωτότητας και των παραγόντων που την ορίζουν, σε σχέση με μια συγκεκριμένη περιοχή. Αυτή η εκτίμηση της τρωτότητας δίνει τη βάση δεδομένων/ πληροφοριών σε αυτούς που αποφασίζουν στρατηγικές μετριασμού.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια δεκαετία πριν, μια ανάλυση των 100 πιο πολυπληθών πόλεων του κόσμου έδειξε ότι το 78% είχε εκτεθεί σε τουλάχιστον ένα από τους 4 μεγαλύτερους φυσικούς κινδύνους (σεισμό, τσουνάμι, ηφαιστειακή έκρηξη και τυφώνα) και το 45% αυτών είχε πληγεί από περισσότερο από ένα. Στις αναπτυσσόμενες χώρες το 86% είχε αντιμετωπίσει περισσότερα από μια απειλή. Αλλά η φύση δεν προκαλεί φυσικέ καταστροφές: ο κίνδυνος στην πόλη είναι αποτέλεσμα ενός δυναμικού συστήματος. Δεν είναι μια απλή γραμμή των αιτιατών για την παραγωγή των ανθρώπινων και περιβαλλοντικών καταστάσεων. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η διαχείριση καταστροφών είναι τόσο σωστή όσο οι πληροφορίες γι’ αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις. Ειδικά οι μεγαλουπόλεις που χαρακτηρίζονται από τις δυναμικές τους, την πολυπλοκότητά και την ποικιλομορφία τους κάνουν δύσκολη την ευρεία και σύγχρονη γνώση, αλλά είναι απαραίτητα στοιχεία για τον σχεδιασμό των πόλεων και τη διαχείριση των κρίσεων. Οι εκτιμήσεις της ευστάθειας που διενεργούνται ολιστικά αποτελούν ένα σημαντικό οδηγό για τον σχεδιασμό και τις αποφάσεις σχετικά με την κατανομή των πόρων σε διάφορα επίπεδα και βοηθά στο να αναγνωρίζει στο κοινό τους κινδύνους από μια επικείμενη καταστροφή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ολιστική άποψη της τρωτότητας παρουσιάζεται συσσωματωμένη στο πλαίσιο του κινδύνου. Βασισμένη σε αυτό, η παρούσα εργασία επικεντρώνεται στις δυνατότητες της τηλεπισκόπησης με σύγχρονες πληροφορίες στην φυσική διάσταση της τρωτότητας για το πολύπλοκο αστικό σύστημα της Κωνσταντινούπολης. Τα παράγωγα χαρακτηριστικά των κτιρίων χρησιμοποιούνται για τον υπολογισμό των ζημιών από ένα σεισμό. Επιπλέον, ένα ψηφιακό μοντέλο DEM, είναι η βάση για τον υπολογισμό/ κατασκευή ενός χάρτη με κλίσεις για τον εντοπισμό πιθανόν περιοχών με κατολισθήσεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Η τρωτότητα στο πλαίσιο του κινδύνου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ακόμα ασχολούμαστε με ένα παράδοξο: στοχεύουμε να μετρήσουμε την τρωτότητα, ενώ δεν μπορούμε να την ορίσουμε ακριβώς (BIRKMANN 2006). “Τρωτότητα” σημαίνει διαφορετικά πράγματα σε διαφορετικά επιστημονικά πεδία . Σε ένα καταστροφικό πλαίσιο η “τρωτότητα” εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με συγκεκριμένους κινδύνους και τις αλληλεπιδράσεις τους και έχει δύο βασικά στοιχεία: έκθεση και ευαισθησία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η έκθεση ορίζεται από το πώς και το που ζουν και δουλεύουν οι άνθρωποι σε σχέση με τον κίνδυνο. Η ευαισθησία λαμβάνει υπόψη τις κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές ψυχολογικές και περιβαλλοντικές μεταβλητές που παρεμβαίνουν στο να παράγουν διαφορετικούς αντίκτυπους σε ανθρώπους που εκτίθενται το ίδιο στον κίνδυνο. Επίσης και οι παρεμποδίσεις πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Η ονομαζόμενη «ικανότητα αντιμετώπισης» ανακουφίζει πιθανές επιπτώσεις των δυνάμεων της φύσης που καθοδηγούνται από την έκθεση και την ευαισθησία (WHITE, 2006)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τρωτότητα = (έκθεση * ευαισθησία) / ικανότητα αντιμετώπισης			(1)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η βιβλιογραφία για την τρωτότητα αποτελεί μια ευρεία περιοχή που στοχεύει σε ένα θεωρητικό και εννοιολογικό υπόβαθρο. Η τρωτότητα είναι η κατάσταση που ορίζεται από φυσικούς, κοινωνικούς, οικονομικού και περιβαλλοντικούς παράγοντες και διαδικασίες που αυξάνουν την ευαισθησία μιας κοινωνίας στον αντίκτυπο των κινδύνων. Συγκεκριμένα στον αστικό χώρο ο Rached την τρωτότητα στους φυσικού κινδύνους όπως ο σεισμός σε μια λειτουργία ανθρώπινης συμπεριφοράς.&lt;br /&gt;
 &lt;br /&gt;
Η τρωτότητα βρίσκεται ως μέρος του πλαισίου κινδύνου. Ο ΟΗΕ καθορίζει ότι ο κίνδυνος σε ένα συγκεκριμένο σύστημα, έχει δύο παράγοντες: α)τον ίδιο τον κίνδυνο που είναι πιθανόν ένα καταστροφικό γεγονός, φαινόμενο ή ανθρώπινη δραστηριότητα που χαρακτηρίζεται από την περιοχή, την ένταση, τη συχνότητα και την πιθανότητα και β) από την τρωτότητα που υποδηλώνει τη σχέση ανάμεσα στην σοβαρότητα του κινδύνου και του βαθμού της ζημιάς που προκαλείται:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Risk = Hazard * Vulnerability							(2)&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το επίπεδο του κινδύνου προέρχεται από την πιθανή μελλοντική αλληλεπίδραση των κινδύνων και τους πολλούς δείκτες που περιγράφουν την τρωτότητα. Ο Πίνακας 1 δείχνει τις συνιστώσες του πλαισίου κινδύνου που φαίνεται στην εξίσωση 2. Στον Πίνακα φαίνεται το πλήρες πλαίσιο και τονίζεται πως οι αφηρημένοι όροι όπως η τρωτότητα είναι πιο συγκεκριμένη και συστηματοποιημένη από τις συνιστώσες της εξίσωσης 1. Κάθε διάσταση περιγράφεται ως ο κίνδυνος διαφόρων μεταβλητών. Έτσι οι μεταβλητές όπως το ύψος των κτιρίων ή η πρόσβαση είναι μετρήσιμες πτυχές της τρωτότητας, η πυκνότητα του πληθυσμού συμβάλει στη δημογραφική διάσταση και κάθε διάσταση συνεισφέρει σε μια πιο ολιστική εκτίμηση της κατάστασης. Ο Πίνακας 1 παρουσιάζει ένα μέρος μόνο του ολοκληρωμένου πλαισίου που εστιάζει στις δυνατότητες της τηλεπισκόπησης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως παρατηρείται στον Πίνακα 1 υπάρχουν πολλές διαστάσεις που συνεισφέρουν στην ολιστική άποψη για την τρωτότητα. Η εστίαση γίνεται στη φυσική διάσταση ως παράδειγμα για τη συνεισφορά της τηλεπισκόπησης. Η εκτίμηση της τρωτότητας βοηθά στο να δίνει απαντήσεις στις ερωτήσεις όπως τι είναι ευπαθές, που και γιατί, απαντήσεις σημαντικές γι’ αυτούς που λαμβάνουν αποφάσεις για τη διαδικασία του σχεδιασμού και της ανάπτυξης στρατηγικών για να πολεμήσουμε την τρωτότητα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Περιοχή έρευνας και δεδομένα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο αστικός πληθυσμός του κόσμου αναπτύσσεται πιο γρήγορα από το γενικό πληθυσμό. Τα 3 δις. Των ανθρώπων που ζούσαν σε αστικές περιοχές το 2003 υπολογίζεται να φτάσουν στα 5,5 δις. το 2030. Ο αριθμός, των μεγαλουπόλεων που έχουν από 10 εκατομ. και πάνω πληθυσμό αυξάνεται παγκοσμίως. Οι μεγαλουπόλεις ενέχουν πολλές πιθανότητες για καταστροφές εξαιτίας του ρυθμού ανάπτυξης που αψηφά τον έλεγχο στις επικίνδυνες περιοχές και στις επιπτώσεις που έχει η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού πάνω στα αστικά συστήματα τα οποία σπρώχνει προς τα άκρα. Λαμβάνοντας υπόψη την πυκνότητα του πληθυσμού, τον αριθμό των κατοίκων και τη συνεχή ανάπτυξη, οι μεγαλουπόλεις κινδυνεύουν πολύ από φυσικές  και τεχνητές καταστροφές. Η εκτίμηση της τρωτότητας είναι σημαντική για την αναγνώριση, μέτρηση, κατανόηση και προνόηση του κινδύνου ως η βάση για τις στρατηγικές μετρίασης και πρόληψης. Απειλούμενες μεγαλουπόλεις από σεισμό είναι το Μεξικό, το Λος Άντζελες, το Τόκιο, η Τεχεράνη, η Τζακάρτα, η Μανίλα και η Κωνσταντινούπολη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η Κωνσταντινούπολη είναι μια δυναμική και αναπτυσσόμενη μεγαλούπολη στην μεταβατική περιοχή μεταξύ Ασίας και Ευρώπης με 14 εκτατομ. κατοίκους. Το μεγάλο κίνδυνο της Κωνσταντινούπολης δείχνει ο σεισμός έντασης 7.4 R στις 7 Αυγούστου 1999 στο Kocalli, 150 km ΝΑ της Κωνσταντινούπολης. Η περιοχή έρευνα είναι η εργατική περιοχή Zaytiuburm στην Ευρωπαϊκή πλευρά. Πρόκειται για μια περιοχή με ετερογενή δομή και τοπικές διαφορές στην αστική μορφολογία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την επαρκή ανάλυση χρειάστηκαν δορυφορικές εικόνες υψηλής ανάλυσης του δορυφόρου IKONOS.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4.	   Τηλεπισκόπηση και εκτίμηση τρωτότητας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι δυνατότητες της τηλεπισκόπησης είναι η σύγχρονη και ευρεία μέθοδος του αστικού τοπίου. Μια ταξινόμηση με αντικείμενο την κάλυψη της αστικής γης δίνει πληροφορίες για εφτά (7) τάξεις γης – κτίρια, δρόμους, πράσινο, δέντρα, χώμα, σκιές και νερό – και να χαρτογραφήσει αρχικά που είναι τι. Οι φασματικές και οι δομικές πληροφορίες στα κτίρια χρησιμοποιήθηκαν για να ξεχωρίσουν τα διαφορετικά χαρακτηριστικά των κτιρίων. Τα μήκη των σκιών των κτιρίων χρησιμοποιήθηκαν για να δείξουν τρεις (3) τάξεις υψών των κτιρίων. Μια επιπλέον παράμετρος είναι οι σκεπές. Εάν είναι μονόρριχτες ή απουσιάζουν τελείως επηρεάζεται η στατικότητα του κτιρίου. Η ηλικία των κτιρίων εκτιμήθηκε από την ανίχνευση αλλαγής χρησιμοποιώντας μια σειρά από εικόνες του δορυφόρου Landsat 1975, 1987 και 2000. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στο σχήμα 1 φαίνεται η χωρική κατανομή των κτιρίων, υποδομών και ανοιχτών χώρων στην περιοχή. Με τις επιπλέον πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά των κτιρίων η Munich Et Al προσάρμοσε τις υπάρχουσες βλάβες στις παραμέτρους δόμησης από την τηλεπισκόπηση. Το αποτέλεσμα στο σχήμα 2 παρουσιάζει την συμπεριφορά των διαφόρων κτιρίων στην εκάστοτε ένταση σεισμού. Αυτό επιτρέπει μια χωροταξική διαμόρφωση της πληροφορίας για την τρωτότητα των διαφόρων κτιρίων στην περιοχή.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η ταξινόμηση της αστικής γης επιτρέπει επιπλέον ανάλυση του αστικού χώρου για να ανιχνεύσει την χωροταξική διαμοίραση της τρωτότητας. Το οδικό δίκτυο χωρίστηκε σε τρεις (3) κατηγορίες ανάλογα με το μέσο πλάτος του. Με την τηλεπισκόπηση υπήρξε η δυνατότητα πλήρους καταγραφής των βασικού δικτύου ενώ το περιφερειακό οδικό δίκτυο καταγράφηκε μερικώς εξαιτίας σκιών και στενοτήτων. Το πράσινο καταγράφηκε για πιθανή χρήση του ως κατασκήνωση σε περίπτωση καταστροφής (σχήμα 3α).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Επιπλέον το ψηφιακό μοντέλο DEM βοηθάει στη χαρτογράφηση των κλίσεων. Ο υπολογισμός των κλίσεων δείχνει τη χωρική κατανομή για το απόκρημνο των πλαγιών, το οποίο βοηθάει να προσδιοριστούν οι περιοχές με μεγάλο κίνδυνο για κατολισθήσεις. Τα διαφορετικά στρώματα της περιοχής δίνουν πληροφορίες για τις διάφορες πλευρές της τρωτότητας μέσα στη φυσική διάσταση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτά τα στρώματα στη φυσική διάσταση επεξηγούν πιθανή συνεισφορά της τηλεπισκόπησης στην εκτίμηση της τρωτότητας. Όμως αυτές είναι μόνο τρεις (3) πλευρές που εξηγούν τις δυνατότητες της τηλεπισκόπησης, ενώ επιπλέον δείκτες όπως ο αριθμός των κτιρίων, η τάση αστικοποίησης ή μια έμμεση εκτίμηση των δημογραφικών παραμέτρων επιτρέπουν επιπλέον προοπτικές στην τρωτότητα. Το σημαντικό προϊόν είναι ο συνδυασμός των δεδομένων για σημαντικές πληροφορίες προς αυτούς που λαμβάνουν αποφάσεις.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5.	Ανάλυση της χωρικής τρωτότητας&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το αστικό τοπίο δείχνει μια πολύπλοκη χωρική μορφολογία. Σύμφωνα με αυτό η τρωτότητα αλλάζει χωρικά ανάλογα με την ποικιλομορφία των παραγόντων τοποθεσίας ή τους δείκτες του Πίνακα 1. Η χαρτογράφηση της χωρικής τρωτότητας απαιτεί το συνδυασμό των διαθέσιμων δεικτών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα μελέτη παρουσιάζει μια μεθοδολογία για να δείξει την τρωτότητα μέσω ενός n- διαστάσεων σύστημα συντεταγμένων. Οι άξονες περιγράφονται από τις διαθέσιμες μεταβλητές ανάλογα με την τοποθεσία. Κάθε μεταβλητή πρέπει να αλλάξει από τις αρχικές πληροφορίες σε τιμές που περιγράφουν τρωτότητα. Για τον σκοπό αυτό οι απόλυτες τιμές μεταφέρονται σε ένα σκοπ όπου με Ο είναι «όχι τρωτές» και με 1 «υψηλά τρωτές». Γι’ αυτή τη μελέτη η συνεισφορά κάθε μεταβλητής θεωρείται ίση αλλά σε κάποια μπορεί να δοθεί άλλη βαρύτητα επηρεάζοντας τους άξονες και συνεπώς αλλάζοντας την κατεύθυνση και το μήκος του ανύσματος.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το σχήμα 4 δείχνει τρεις (3) διαφορετικές τοποθεσίες στην περιοχή. Μια χωρική ανάλυση με πολλά επίπεδα επιτρέπει το συνδυασμό διαφόρων επιπέδων πληροφοριών. Λαμβάνοντας υπόψη τις 3 μεταβλητές – τρωτότητα κτιρίων, κλίση πλαγιών  &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%86%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%89%CE%BD_%CE%96%CF%8E%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%86%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%89%CE%BD_%CE%96%CF%8E%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2010-02-23T22:09:40Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Η βελτίωση στην ακρίβεια των μεθόδων εντοπισμού και παρακολούθησης των άγριων ζώων από δορυφόρους έχει συμβάλει σημαντικά στην ποσοτικοποίηση βιογεωγραφικών  προτύπων σε μια σειρά από κατηγορίες ζώων. Το γεγονός αυτό έχει σημαντικό θετικό αντίκτυπο στη διατήρηση και την διαχείριση των φυσικών πόρων. Το άρθρο αυτό κάνει μια αναδρομή στην έρευνα που διεξήχθη από το 1995 έως το 1999 με σκοπό να παρουσιάσει την πρόοδο στις μεθόδους Τηλεπισκόπησης των άγριων ζώων σε χερσαίο αλλά και σε θαλάσσιο περιβάλλον και να εντοπίσει ενδιαφέρουσες τάσεις στην βιογεωγραφική έρευνα του 21ου αιώνα. Η Τηλεπισκόπηση των ζώων από δορυφόρους  παρέχει μια νέα μέθοδο για:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
•	να εξετάσει κανείς μια σειρά από βιογεωγραφικές υποθέσεις που σχετίζονται με τις μεταναστεύσεις,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
•	να αναγνωρίσει διάφορους περιβαλλοντικούς συσχετισμούς  που έχουν να κάνουν με την διανομή των ζώων στο χώρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο προσπάθεια για εντοπισμό μικρότερων ζώων, και η μεγέθυνση των δειγμάτων είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα εμφανισθούν όσο η τεχνολογία βελτιώνεται και το κόστος της διαδικασίας πέφτει. Η συνεισφορά των Γεωγράφων μπορεί να είναι σημαντική στην κατανόηση της διασποράς των ζώων και των προτύπων διανομής τους στον χώρο συνδυάζοντας δεδομένα πραγματικού χρόνου και αρχειακά δεδομένα παγκόσμιας και τοπικής κλίμακας με υπαρκτά δεδομένα παλιότερων ερευνών. Σε αυτήν την ανασκόπηση, μόνο τέσσερις έρευνες χρησιμοποιούν Τηλεπισκόπηση και ΓΣΠ ενώ οι υπόλοιπες χρησιμοποιούν απλά γραμμικά γραφήματα των χωρών, της τοπογραφίας και των ορίων μεταξύ ξηράς και θάλασσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο οικολόγος και βιογεωγράφος James Brown έχει πει « Φανταστείτε όλα τα άτομα του πληθυσμού ενός είδος να ακτινοβολούσαν τόσο ώστε να είναι ορατά από το διάστημα. Τότε θα παίρναμε μια φωτογραφία από το διάστημα ολόκληρου του γεωγραφικού εύρους που βρίσκονται τα άτομα τα οποία θα φαίνονται ως μικρές κουκίδες φωτός. Μια τέτοια φωτογραφία θα ήταν πολύ σημαντική και θα αποκάλυπτε πολλά ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά για την αφθονία του πληθυσμού και την διανομή του (Brown, 1995) ». Αν και δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσει κανείς ολόκληρο το πληθυσμό με αυτό τον τρόπο, η παρακολούθηση βάσει δειγματοληψίας σε τοπικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να μην είναι και τόσο αδύνατη στο κοντινό μέλλον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εντοπισμός των άγριων ζώων από δορυφόρους είχε ήδη ξεκινήσει από τις αρχές του 1970, όταν πομποί ακρίβειας 5 χλμ που ζύγιζαν 5-11 κιλά τοποθετούνταν σε μεγάλα ζώα (Kenward, 1987). Στα τέλη της δεκαετίας του 80, Κατασκευάστηκαν μικρότεροι πομποί οι οποίοι μπορούσαν πλέον να τοποθετούνται σε μικρότερα θηλαστικά αλλά και πτηνά. Σήματα από τέτοιους πομπούς συλλέγονταν από δορυφορικούς δέκτες της σειράς N TIROS της Εθνικής Ωκεάνιας και Ατμοσφαιρικής Διεύθυνσης (NOAA) της Αμερικής και επαναπροωθούνταν  σε επίγειους σταθμούς σε πραγματικό χρόνο (Seegar et al., 1996). Εξελιγμένοι πομποί στα τέλη τις δεκαετίας του 80 και στις αρχές του 90 ζύγιζαν 1,5 με 1,7 κιλά με ακρίβεια της τάξης του ενός χιλιομέτρου (Messier et al., 1992). Πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις, στις μπαταρίες αλλά και το μέγεθος των πομπών μαζί με αύξηση των σχετιζόμενων δορυφόρων και των επίγειων σταθμών έχουν συντελέσει σε πομπούς που ζυγίζουν 20 με 30 γραμ. με ακρίβεια εντοπισμού τα 150 μ. (Argos, 2000). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χερσαίο Περιβάλλον&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι παραδοσιακές μέθοδοι παρακολούθησης χερσαίων ζώων έχουν περιλαμβάνουν εντοπισμό με ραντάρ και πολύ υψηλής συχνότητας τηλεμετρία. Τα ραντάρ Doppler έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη από το 1950 για να ερευνηθούν οι μεταναστευτικές κινήσεις των πουλιών και από αυτές τις έρευνες έχουν εξαχθεί συμπεράσματα για την ταχύτητα, το υψόμετρο και την διεύθυνση πτήσης (Eastwood, 1967). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair animals pic1.JPG |thumb|450px|center | Εικόνα 1 . Η μεταναστευτικές κινήσεις προς Βορρά και Νότο του γερακιού Swainson όπως αυτές καταγράφηκαν από δορυφορική τηλεμετρία. (Πηγή: Fuller et al. (1998))]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρολαυτά, τα ραντάρ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποφανθούμε για το είδος του πουλιού και συνήθως οι υπολογισμοί γίνονται πολύ δύσκολοι από την υγρασία, την σκόνη και τον καπνό στην ατμόσφαιρα (Cohn, 1999). Το μεγάλο όφελος της δορυφορικής τηλεμετρίας από την άλλη, είναι ότι αφού ο πομπός έχει τοποθετηθεί στο ζώο, δεν χρειάζονται περαιτέρω ενέργειες από τον μελετητή και είναι ευκολότερο να ακολουθηθούν ζώα με μεγάλο χωρικό εύρος μετανάστευσης. Η τεχνική της Τηλεπισκόπησης στον εντοπισμό των ζώων αρχικά έχει χρησιμοποιηθεί για τους απειλούμενους γύπες,  διάφορα πουλιά των υγροτόπων και θηλαστικά. Η παρακολούθηση 2 ειδών γερανού (white-naped και red-crowned) στην Ανατολική Ασία πάνω από 3 χρόνια έδωσε σημαντικές πληροφορίες για την ζωή αυτών των ζώων που προηγουμένως δεν ήταν γνωστές όπως ενδιάμεσες στάσεις στο μεταναστευτικό τους ταξίδι. Στο ίδιο πλαίσιο η παρακολούθηση των χηνών Lesser, έδειξε μεγάλη κυνηγετική πίεση κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής πορείας τους προς τα ανατολικά πάνω από τη Ρωσία σε σχέση με την πορεία τους προς τα Δυτικά πάνω από την Ευρώπη (Lorensten et al.,1998).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η δορυφορική παρακολούθηση των ελεφάντων ανέδειξε ότι οι ελέφαντες δραστηριοποιούνται σε περιοχές πολύ μεγαλύτερες από αυτές που οι ερευνητές γνώριζαν και σε πολλές περιπτώσεις οι περιοχές που χρησιμοποιούσαν οι ελέφαντες έβγαινε έξω από τα όρια των πάρκων που είχαν δημιουργηθεί για αυτούς (Tchamba et al., 1995). Ανέδειξε ακόμα τις διαφορετικές εκτάσεις των ενδιαιτημάτων μεταξύ των ελεφάντων της σαβάνας και των δασών. Οι Verlinden και Gavor (1998) παρακολούθησαν τις κινήσεις 47 θηλυκών ελεφάντων και σύγκριναν τα δεδομένα τους με πρότυπα μετανάστευσης, χρησιμοποιώντας επίπεδα πληροφορίας (GIS) των ενδιαιτημάτων και τις περιοχές με νερό. Βρήκαν ότι εκτός από μεταναστευτικά κοπάδια που ταξιδεύουν ως και 200 χλμ. για να βρουν νερό υπάρχουν και ομάδες που δεν μεταναστεύουν καθόλου αλλά διαβιούν γύρω από νερόλακκους. Επίσης, βρήκαν ότι οι ντόπιοι ελέφαντες προτιμούν άλλα φυτά ως τροφή (λιγότερο θρεπτικά), σε σχέση με τους ελέφαντες που μεταναστεύουν.   &lt;br /&gt;
              &lt;br /&gt;
Θαλάσσιο Περιβάλλον&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρακολούθηση ζώων σε θαλάσσιο περιβάλλον ήταν ανέκαθεν προβληματική πριν την έλευση της δορυφορικής τηλεμετρίας και περιλάμβανε καταγραφή θεάσεων από παρατηρητές που βρίσκονταν στην ακτή, σε βάρκα ή σε εναέρια μέσα (Garner et al., 1999). Πράγματι οι παρακολουθήσεις από βάρκα ή εναέρια μέσα παρείχαν πολύτιμα δεδομένα σχετικά με τον αριθμό μερικών ειδών και την διανομή τους αλλά πάντα σε τοπικό επίπεδο. Η μεγαλύτερες έρευνες από αέρος πραγματοποιούνταν μόνο καλοκαίρι και πρόσφεραν δεδομένα στη γραμμή πτήσης και συνολικά κάλυπταν περιοχές 1000 χλμ2  (Sagar and Weimerskirch, 1996). Εξάλλου, η παρακολούθηση θαλασσίων πτηνών πριν την έλευση της δορυφορικής τηλεμετρίας πραγματοποιούνταν από επιτόπιες έρευνες κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρακολούθηση διάφορων θαλασσοπουλιών έχει παράγει νέα δεδομένα για τα πρότυπα της βιογεωγραφίας τους (Georges et al., 1997). Ειδικότερα η παρακολούθηση των Άλμπατρος Buller στην Νέα Ζηλανδία αλλά και των περιπλανώμενων Άλμπατρος  αποκάλυψαν τεχνικές κυνηγιού μοναδικές για κάθε είδος, διαφορετικής έκτασης κυνηγετικές περιοχές για τα θηλυκά και τα αρσενικά του ίδιους είδους αλλά και διαφορετικές κυνηγετικές περιοχές για τα θηλυκά που κυοφορούν και αυτά που όχι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια σειρά ερευνών έχουν γίνει για τους πιγκουίνους. Για τους μαγγελανικούς πιγκουίνους στις ακτές της Αργεντινής (Stokes et al., 1998), για τους πιγκουίνους Humbolt στη Βόρεια Χιλή (Culik and Luna-Jorquera,1997) και για τους πιγκουίνους Adelie στην Ανταρκτική (Davis et al., 1996). Συγκεκριμένα, οι Stokes et al. (1998) ανακάλυψαν ότι οι πιγκουίνοι του Μαγγελάνου αρχικά ταξιδεύουν ταχύτατα και κάνουν ρηχές βουτιές και αργότερα χαμηλώνουν ταχύτητα και κάνουν βαθύτερες βουτιές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι μελέτες των θαλάσσιων θηλαστικών είναι εφικτές γιατί αυτά τα πλάσματα περνούν ένα σημαντικό κομμάτι του χρόνου τους στην επιφάνεια της θάλασσας με αποτέλεσμα να στέλνουν πολλά σήματα στους δορυφόρους. Δορυφορικός εντοπισμός έχει πραγματοποιηθεί σε 5 είδη φάλαινας και έχει αποκαλύψει πολλά άγνωστα στοιχεία για τις μεταναστευτικές τους συνήθειες (Mate et al., 1998; Richards et al., 1998). Οι Mate et al., (1998) ήταν οι πρώτοι που συνέλλεξαν δεδομένα για την μεταναστευτική πορεία της καμπουροφάλαινας από την Χαβάη προς την Αλάσκα και βρήκαν ότι οι φάλαινες κινούνται πολύ πιο γρήγορα από νησί σε νησί στα νερά της Χαβάης από ότι νόμιζαν πιο πριν. Μια παρόμοια έρευνα για τις φάλαινες Muller στη Νέα Σκωτία έδειξε ότι μεγάλες συγκεντρώσεις φαλαινών συνέπιπταν με περιοχές έντονης αλιείας, ναυσιπλοΐας και αναψυχής, γεγονός που έχει μεγάλη σημασία ίσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης των φυσικών πόρων (Mate et al., 1997). Οι Deutsch et al., (1998) παρακολούθησαν 83 Μανάτους Δυτικών Ινδιών κατά μήκους της ακτής της Φλόριντα και του Πουέρτο Ρίκο και σε συνδυασμό με επίπεδα πληροφορίας σχετικά με τα βεθνικά οικοσυστήματα  βρήκαν ότι τα ζώα προτιμούν να βρίσκονται σε μεγάλες περιοχές με πυκνά φύκια παρά σε περιοχές με διάσπαρτες περιοχές φυκιών. Επίσης, βρήκαν ότι τα ζώα αυτά χρησιμοποιούν συγκεκριμένους διαδρόμους για τα ταξίδια τους γεγονός που βοήθησε τις αρχές να διαχειριστούν τις εν λόγω περιοχές κατάλληλα. Τέλος οι Block et al. (1998), τοποθέτησαν πομπούς σε Γαλαζόπτερους Τόνους για να εκτιμήσουν τις κινήσεις αλλά και την βιωσιμότητα τους  ανεξάρτητα από τα δεδομένα που δίνουν κατά καιρούς τα αλιευτικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair animals pic2.JPG |thumb|450px|center | Εικόνα 2 . ΗΗ διανομή των 60ήμερων και 90ήμερων αποκολλώμενων πομπών για 15 γαλαζόπτερους τόνους (Πηγή: Block et al., 1998)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συμπεράσματα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρακολούθηση ζώων από δορυφόρους παρέχει μια νέα μέθοδο για να εξεταστούν μια σειρά από βιογεωγραφικές υποθέσεις σχετιζόμενες με την μετανάστευση αλλά και να αναδειχθούν οι περιβαλλοντικές συνθήκες που επηρεάζουν την διανομή των πληθυσμών τους. Η παρακολούθηση ολοένα και μικρότερων ζώων, αλλά και ή αύξηση του αριθμού των δειγμάτων θα πραγματοποιηθούν τα επόμενα χρόνια καθώς οι πομποί θα γίνονται μικρότεροι και το κόστος χαμηλότερο. Η συνεισφορά των Γεωγράφων μπορεί να είναι σημαντική στην κατανόηση της διασποράς των ζώων και των προτύπων διανομής τους στον χώρο συνδυάζοντας δεδομένα πραγματικού χρόνου και αρχειακά δεδομένα παγκόσμιας και τοπικής κλίμακας με υπαρκτά δεδομένα παλιότερων ερευνών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Remote sensing of animals,Thomas W. Gillespie,Department of Geography, 140 Seventh Avenue South, University of South Florida,St Petersburg, FL 33701-5016, USA&lt;br /&gt;
 [[category:Οικολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%86%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%89%CE%BD_%CE%96%CF%8E%CF%89%CE%BD</id>
		<title>Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%86%CE%B3%CF%81%CE%B9%CF%89%CE%BD_%CE%96%CF%8E%CF%89%CE%BD"/>
				<updated>2010-02-23T22:08:54Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Remote sensing of animals,Thomas W. Gillespie,Department of Geography, 140 Seventh Avenue South, University of South Florida,St Petersburg, FL 33701-5016, USA&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η βελτίωση στην ακρίβεια των μεθόδων εντοπισμού και παρακολούθησης των άγριων ζώων από δορυφόρους έχει συμβάλει σημαντικά στην ποσοτικοποίηση βιογεωγραφικών  προτύπων σε μια σειρά από κατηγορίες ζώων. Το γεγονός αυτό έχει σημαντικό θετικό αντίκτυπο στη διατήρηση και την διαχείριση των φυσικών πόρων. Το άρθρο αυτό κάνει μια αναδρομή στην έρευνα που διεξήχθη από το 1995 έως το 1999 με σκοπό να παρουσιάσει την πρόοδο στις μεθόδους Τηλεπισκόπησης των άγριων ζώων σε χερσαίο αλλά και σε θαλάσσιο περιβάλλον και να εντοπίσει ενδιαφέρουσες τάσεις στην βιογεωγραφική έρευνα του 21ου αιώνα. Η Τηλεπισκόπηση των ζώων από δορυφόρους  παρέχει μια νέα μέθοδο για:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
•	να εξετάσει κανείς μια σειρά από βιογεωγραφικές υποθέσεις που σχετίζονται με τις μεταναστεύσεις,&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
•	να αναγνωρίσει διάφορους περιβαλλοντικούς συσχετισμούς  που έχουν να κάνουν με την διανομή των ζώων στο χώρο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο προσπάθεια για εντοπισμό μικρότερων ζώων, και η μεγέθυνση των δειγμάτων είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα εμφανισθούν όσο η τεχνολογία βελτιώνεται και το κόστος της διαδικασίας πέφτει. Η συνεισφορά των Γεωγράφων μπορεί να είναι σημαντική στην κατανόηση της διασποράς των ζώων και των προτύπων διανομής τους στον χώρο συνδυάζοντας δεδομένα πραγματικού χρόνου και αρχειακά δεδομένα παγκόσμιας και τοπικής κλίμακας με υπαρκτά δεδομένα παλιότερων ερευνών. Σε αυτήν την ανασκόπηση, μόνο τέσσερις έρευνες χρησιμοποιούν Τηλεπισκόπηση και ΓΣΠ ενώ οι υπόλοιπες χρησιμοποιούν απλά γραμμικά γραφήματα των χωρών, της τοπογραφίας και των ορίων μεταξύ ξηράς και θάλασσας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο οικολόγος και βιογεωγράφος James Brown έχει πει « Φανταστείτε όλα τα άτομα του πληθυσμού ενός είδος να ακτινοβολούσαν τόσο ώστε να είναι ορατά από το διάστημα. Τότε θα παίρναμε μια φωτογραφία από το διάστημα ολόκληρου του γεωγραφικού εύρους που βρίσκονται τα άτομα τα οποία θα φαίνονται ως μικρές κουκίδες φωτός. Μια τέτοια φωτογραφία θα ήταν πολύ σημαντική και θα αποκάλυπτε πολλά ενδιαφέροντα χαρακτηριστικά για την αφθονία του πληθυσμού και την διανομή του (Brown, 1995) ». Αν και δεν είναι δυνατόν να παρακολουθήσει κανείς ολόκληρο το πληθυσμό με αυτό τον τρόπο, η παρακολούθηση βάσει δειγματοληψίας σε τοπικό αλλά και παγκόσμιο επίπεδο μπορεί να μην είναι και τόσο αδύνατη στο κοντινό μέλλον.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο εντοπισμός των άγριων ζώων από δορυφόρους είχε ήδη ξεκινήσει από τις αρχές του 1970, όταν πομποί ακρίβειας 5 χλμ που ζύγιζαν 5-11 κιλά τοποθετούνταν σε μεγάλα ζώα (Kenward, 1987). Στα τέλη της δεκαετίας του 80, Κατασκευάστηκαν μικρότεροι πομποί οι οποίοι μπορούσαν πλέον να τοποθετούνται σε μικρότερα θηλαστικά αλλά και πτηνά. Σήματα από τέτοιους πομπούς συλλέγονταν από δορυφορικούς δέκτες της σειράς N TIROS της Εθνικής Ωκεάνιας και Ατμοσφαιρικής Διεύθυνσης (NOAA) της Αμερικής και επαναπροωθούνταν  σε επίγειους σταθμούς σε πραγματικό χρόνο (Seegar et al., 1996). Εξελιγμένοι πομποί στα τέλη τις δεκαετίας του 80 και στις αρχές του 90 ζύγιζαν 1,5 με 1,7 κιλά με ακρίβεια της τάξης του ενός χιλιομέτρου (Messier et al., 1992). Πρόσφατες τεχνολογικές εξελίξεις, στις μπαταρίες αλλά και το μέγεθος των πομπών μαζί με αύξηση των σχετιζόμενων δορυφόρων και των επίγειων σταθμών έχουν συντελέσει σε πομπούς που ζυγίζουν 20 με 30 γραμ. με ακρίβεια εντοπισμού τα 150 μ. (Argos, 2000). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Χερσαίο Περιβάλλον&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι παραδοσιακές μέθοδοι παρακολούθησης χερσαίων ζώων έχουν περιλαμβάνουν εντοπισμό με ραντάρ και πολύ υψηλής συχνότητας τηλεμετρία. Τα ραντάρ Doppler έχουν χρησιμοποιηθεί ήδη από το 1950 για να ερευνηθούν οι μεταναστευτικές κινήσεις των πουλιών και από αυτές τις έρευνες έχουν εξαχθεί συμπεράσματα για την ταχύτητα, το υψόμετρο και την διεύθυνση πτήσης (Eastwood, 1967). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair animals pic1.JPG |thumb|450px|center | Εικόνα 1 . Η μεταναστευτικές κινήσεις προς Βορρά και Νότο του γερακιού Swainson όπως αυτές καταγράφηκαν από δορυφορική τηλεμετρία. (Πηγή: Fuller et al. (1998))]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παρολαυτά, τα ραντάρ δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να αποφανθούμε για το είδος του πουλιού και συνήθως οι υπολογισμοί γίνονται πολύ δύσκολοι από την υγρασία, την σκόνη και τον καπνό στην ατμόσφαιρα (Cohn, 1999). Το μεγάλο όφελος της δορυφορικής τηλεμετρίας από την άλλη, είναι ότι αφού ο πομπός έχει τοποθετηθεί στο ζώο, δεν χρειάζονται περαιτέρω ενέργειες από τον μελετητή και είναι ευκολότερο να ακολουθηθούν ζώα με μεγάλο χωρικό εύρος μετανάστευσης. Η τεχνική της Τηλεπισκόπησης στον εντοπισμό των ζώων αρχικά έχει χρησιμοποιηθεί για τους απειλούμενους γύπες,  διάφορα πουλιά των υγροτόπων και θηλαστικά. Η παρακολούθηση 2 ειδών γερανού (white-naped και red-crowned) στην Ανατολική Ασία πάνω από 3 χρόνια έδωσε σημαντικές πληροφορίες για την ζωή αυτών των ζώων που προηγουμένως δεν ήταν γνωστές όπως ενδιάμεσες στάσεις στο μεταναστευτικό τους ταξίδι. Στο ίδιο πλαίσιο η παρακολούθηση των χηνών Lesser, έδειξε μεγάλη κυνηγετική πίεση κατά τη διάρκεια της μεταναστευτικής πορείας τους προς τα ανατολικά πάνω από τη Ρωσία σε σχέση με την πορεία τους προς τα Δυτικά πάνω από την Ευρώπη (Lorensten et al.,1998).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η δορυφορική παρακολούθηση των ελεφάντων ανέδειξε ότι οι ελέφαντες δραστηριοποιούνται σε περιοχές πολύ μεγαλύτερες από αυτές που οι ερευνητές γνώριζαν και σε πολλές περιπτώσεις οι περιοχές που χρησιμοποιούσαν οι ελέφαντες έβγαινε έξω από τα όρια των πάρκων που είχαν δημιουργηθεί για αυτούς (Tchamba et al., 1995). Ανέδειξε ακόμα τις διαφορετικές εκτάσεις των ενδιαιτημάτων μεταξύ των ελεφάντων της σαβάνας και των δασών. Οι Verlinden και Gavor (1998) παρακολούθησαν τις κινήσεις 47 θηλυκών ελεφάντων και σύγκριναν τα δεδομένα τους με πρότυπα μετανάστευσης, χρησιμοποιώντας επίπεδα πληροφορίας (GIS) των ενδιαιτημάτων και τις περιοχές με νερό. Βρήκαν ότι εκτός από μεταναστευτικά κοπάδια που ταξιδεύουν ως και 200 χλμ. για να βρουν νερό υπάρχουν και ομάδες που δεν μεταναστεύουν καθόλου αλλά διαβιούν γύρω από νερόλακκους. Επίσης, βρήκαν ότι οι ντόπιοι ελέφαντες προτιμούν άλλα φυτά ως τροφή (λιγότερο θρεπτικά), σε σχέση με τους ελέφαντες που μεταναστεύουν.   &lt;br /&gt;
              &lt;br /&gt;
Θαλάσσιο Περιβάλλον&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρακολούθηση ζώων σε θαλάσσιο περιβάλλον ήταν ανέκαθεν προβληματική πριν την έλευση της δορυφορικής τηλεμετρίας και περιλάμβανε καταγραφή θεάσεων από παρατηρητές που βρίσκονταν στην ακτή, σε βάρκα ή σε εναέρια μέσα (Garner et al., 1999). Πράγματι οι παρακολουθήσεις από βάρκα ή εναέρια μέσα παρείχαν πολύτιμα δεδομένα σχετικά με τον αριθμό μερικών ειδών και την διανομή τους αλλά πάντα σε τοπικό επίπεδο. Η μεγαλύτερες έρευνες από αέρος πραγματοποιούνταν μόνο καλοκαίρι και πρόσφεραν δεδομένα στη γραμμή πτήσης και συνολικά κάλυπταν περιοχές 1000 χλμ2  (Sagar and Weimerskirch, 1996). Εξάλλου, η παρακολούθηση θαλασσίων πτηνών πριν την έλευση της δορυφορικής τηλεμετρίας πραγματοποιούνταν από επιτόπιες έρευνες κατά τη διάρκεια της ωοτοκίας τους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρακολούθηση διάφορων θαλασσοπουλιών έχει παράγει νέα δεδομένα για τα πρότυπα της βιογεωγραφίας τους (Georges et al., 1997). Ειδικότερα η παρακολούθηση των Άλμπατρος Buller στην Νέα Ζηλανδία αλλά και των περιπλανώμενων Άλμπατρος  αποκάλυψαν τεχνικές κυνηγιού μοναδικές για κάθε είδος, διαφορετικής έκτασης κυνηγετικές περιοχές για τα θηλυκά και τα αρσενικά του ίδιους είδους αλλά και διαφορετικές κυνηγετικές περιοχές για τα θηλυκά που κυοφορούν και αυτά που όχι.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μια σειρά ερευνών έχουν γίνει για τους πιγκουίνους. Για τους μαγγελανικούς πιγκουίνους στις ακτές της Αργεντινής (Stokes et al., 1998), για τους πιγκουίνους Humbolt στη Βόρεια Χιλή (Culik and Luna-Jorquera,1997) και για τους πιγκουίνους Adelie στην Ανταρκτική (Davis et al., 1996). Συγκεκριμένα, οι Stokes et al. (1998) ανακάλυψαν ότι οι πιγκουίνοι του Μαγγελάνου αρχικά ταξιδεύουν ταχύτατα και κάνουν ρηχές βουτιές και αργότερα χαμηλώνουν ταχύτητα και κάνουν βαθύτερες βουτιές. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι μελέτες των θαλάσσιων θηλαστικών είναι εφικτές γιατί αυτά τα πλάσματα περνούν ένα σημαντικό κομμάτι του χρόνου τους στην επιφάνεια της θάλασσας με αποτέλεσμα να στέλνουν πολλά σήματα στους δορυφόρους. Δορυφορικός εντοπισμός έχει πραγματοποιηθεί σε 5 είδη φάλαινας και έχει αποκαλύψει πολλά άγνωστα στοιχεία για τις μεταναστευτικές τους συνήθειες (Mate et al., 1998; Richards et al., 1998). Οι Mate et al., (1998) ήταν οι πρώτοι που συνέλλεξαν δεδομένα για την μεταναστευτική πορεία της καμπουροφάλαινας από την Χαβάη προς την Αλάσκα και βρήκαν ότι οι φάλαινες κινούνται πολύ πιο γρήγορα από νησί σε νησί στα νερά της Χαβάης από ότι νόμιζαν πιο πριν. Μια παρόμοια έρευνα για τις φάλαινες Muller στη Νέα Σκωτία έδειξε ότι μεγάλες συγκεντρώσεις φαλαινών συνέπιπταν με περιοχές έντονης αλιείας, ναυσιπλοΐας και αναψυχής, γεγονός που έχει μεγάλη σημασία ίσον αφορά τον τρόπο διαχείρισης των φυσικών πόρων (Mate et al., 1997). Οι Deutsch et al., (1998) παρακολούθησαν 83 Μανάτους Δυτικών Ινδιών κατά μήκους της ακτής της Φλόριντα και του Πουέρτο Ρίκο και σε συνδυασμό με επίπεδα πληροφορίας σχετικά με τα βεθνικά οικοσυστήματα  βρήκαν ότι τα ζώα προτιμούν να βρίσκονται σε μεγάλες περιοχές με πυκνά φύκια παρά σε περιοχές με διάσπαρτες περιοχές φυκιών. Επίσης, βρήκαν ότι τα ζώα αυτά χρησιμοποιούν συγκεκριμένους διαδρόμους για τα ταξίδια τους γεγονός που βοήθησε τις αρχές να διαχειριστούν τις εν λόγω περιοχές κατάλληλα. Τέλος οι Block et al. (1998), τοποθέτησαν πομπούς σε Γαλαζόπτερους Τόνους για να εκτιμήσουν τις κινήσεις αλλά και την βιωσιμότητα τους  ανεξάρτητα από τα δεδομένα που δίνουν κατά καιρούς τα αλιευτικά. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair animals pic2.JPG |thumb|450px|center | Εικόνα 2 . ΗΗ διανομή των 60ήμερων και 90ήμερων αποκολλώμενων πομπών για 15 γαλαζόπτερους τόνους (Πηγή: Block et al., 1998)]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συμπεράσματα&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρακολούθηση ζώων από δορυφόρους παρέχει μια νέα μέθοδο για να εξεταστούν μια σειρά από βιογεωγραφικές υποθέσεις σχετιζόμενες με την μετανάστευση αλλά και να αναδειχθούν οι περιβαλλοντικές συνθήκες που επηρεάζουν την διανομή των πληθυσμών τους. Η παρακολούθηση ολοένα και μικρότερων ζώων, αλλά και ή αύξηση του αριθμού των δειγμάτων θα πραγματοποιηθούν τα επόμενα χρόνια καθώς οι πομποί θα γίνονται μικρότεροι και το κόστος χαμηλότερο. Η συνεισφορά των Γεωγράφων μπορεί να είναι σημαντική στην κατανόηση της διασποράς των ζώων και των προτύπων διανομής τους στον χώρο συνδυάζοντας δεδομένα πραγματικού χρόνου και αρχειακά δεδομένα παγκόσμιας και τοπικής κλίμακας με υπαρκτά δεδομένα παλιότερων ερευνών. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Οικολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_animals_pic2.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair animals pic2.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_animals_pic2.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T22:03:26Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_animals_pic1.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair animals pic1.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_animals_pic1.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T22:03:14Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:59:15Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig2.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 2. Μέσοι όροι συγκέντρωσης χλωροφύλλης ανά μεταχείρηση στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig3.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 3. Μέσοι όροι συγκέντρωσης αζώτου ανά μεταχείρηση&lt;br /&gt;
στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig4.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 4. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στην&lt;br /&gt;
περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig5.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 5. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στο&lt;br /&gt;
θερμοκήπιο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table1.JPG |thumb|620px|center | ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table2.JPG |thumb|620px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table3.JPG |thumb|620px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή : Χ. ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗΣ, S. J. M. CAPORN M. and E. J. CUTLER (2005). Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους, 5o Εθνικό συνέδριο «Ολοκληρωμένη διαχείριση υδατικών πόρων με βάση τη λεκάνη απορροής», Ξάνθη 6-9 Απριλίου 2005. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:49:17Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig2.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 2. Μέσοι όροι συγκέντρωσης χλωροφύλλης ανά μεταχείρηση στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig3.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 3. Μέσοι όροι συγκέντρωσης αζώτου ανά μεταχείρηση&lt;br /&gt;
στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig4.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 4. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στην&lt;br /&gt;
περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig5.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 5. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στο&lt;br /&gt;
θερμοκήπιο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table1.JPG |thumb|620px|center | ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table2.JPG |thumb|620px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table3.JPG |thumb|620px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:48:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig2.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 2. Μέσοι όροι συγκέντρωσης χλωροφύλλης ανά μεταχείρηση στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig3.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 3. Μέσοι όροι συγκέντρωσης αζώτου ανά μεταχείρηση&lt;br /&gt;
στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig4.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 4. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στην&lt;br /&gt;
περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig5.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 5. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στο&lt;br /&gt;
θερμοκήπιο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table1.JPG |thumb|620px|center | ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table2.JPG |thumb|620px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table3.JPG |thumb|620px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:46:47Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig2.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 2. Μέσοι όροι συγκέντρωσης χλωροφύλλης ανά μεταχείρηση στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig3.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 3. Μέσοι όροι συγκέντρωσης αζώτου ανά μεταχείρηση&lt;br /&gt;
στο θερμοκήπιο και στο Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig4.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 4. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στην&lt;br /&gt;
περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig5.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 5. Συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου για τα φυτά στο&lt;br /&gt;
θερμοκήπιο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table1.JPG |thumb|550px|center | ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table2.JPG |thumb|550px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table3.JPG |thumb|550px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:42:16Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig2.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 2. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig3.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 3. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig4.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 4. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig5.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 5. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table1.JPG |thumb|550px|center | ]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table2.JPG |thumb|550px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table3.JPG |thumb|550px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:40:56Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 2. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 3. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|left | Σχήμα 4. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right|Σχήμα 5. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table1.JPG |thumb|380px|center | Σχήμα 2. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table2.JPG |thumb|380px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N table3.JPG |thumb|380px|center |]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:36:34Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Σχήμα1. Διάταξη των τεμαχίων φυτών Calluna vulgaris στην&lt;br /&gt;
περιοχή Ruabon.]]&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-23T21:35:07Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair N fig1.JPG |thumb|380px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_table3.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N table3.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_table3.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:32:59Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_table2.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N table2.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_table2.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:32:44Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_table1.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N table1.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_table1.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:32:14Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig5.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N fig5.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig5.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:31:19Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig4.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N fig4.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig4.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:31:06Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig3.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N fig3.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig3.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:30:54Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig2.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N fig2.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig2.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:30:29Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig1.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair N fig1.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_N_fig1.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:30:13Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:19:45Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1a.JPG |thumb|380px|left | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1b.JPG |thumb|380px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair thermal figa&amp;amp;b.JPG |thumb|380px|center | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:17:38Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1a.JPG |thumb|500px|left | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1b.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair thermal figa&amp;amp;b.JPG |thumb|500px|center | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:14:32Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1a.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1b.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair thermal figa&amp;amp;b.JPG |thumb|500px|right | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:12:45Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1a.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic2b.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair thermal figa&amp;amp;b.JPG |thumb|500px|right | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:11:10Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1a.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic2a.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair thermal figa&amp;amp;b.JPG |thumb|500px|right | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:09:58Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic1a.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:Ketair thermal pic2a.JPG |thumb|500px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair thermal figa&amp;amp;b.JPG |thumb|500px|right | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T21:06:16Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair_thermal_pic1a.jpg |thumb|500px|right | Εικόνα 1α : Χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους χρονικής σειράς (LST) πριν από το σεισμό της 26ης Ιανουαρίου 2001 σε Bhuj, Ινδία. Η θερμική ανωμαλία πέρα από την περιοχή εμφανίστηκε στις 14 Ιανουαρίου 2001 και είδε για να είναι μέγιστη στις 23 Ιανουαρίου 2001.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair_thermal_pic2a.jpg |thumb|500px|right | Εικόνα 1β Οι χάρτες θερμοκρασίας επιφάνειας εδάφους (LST) του έτους 2003 πέρα από το Gujarat παρουσιάζουν κανονικό θερμικό σενάριο.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
[[Εικόνα:ketair_thermal_figa&amp;amp;b.jpg |thumb|500px|right | Σχήμα 2. (α) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική τάση θερμοκρασίας σε 30 έτη (1951-1980) παρουσιάζει συνηθισμένο χαμηλό στην τρίτη εβδομάδα του έτους και (β) η εβδομαδιαία μέση μετεωρολογική θερμοκρασία στο έτος 2001 παρουσιάζει έναν υψηλό στην τρίτη εβδομάδα.]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_thermal_figa%26b.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair thermal figa&amp;b.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_thermal_figa%26b.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:02:53Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_thermal_pic1b.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair thermal pic1b.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_thermal_pic1b.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:02:30Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_thermal_pic1a.JPG</id>
		<title>Αρχείο:Ketair thermal pic1a.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:Ketair_thermal_pic1a.JPG"/>
				<updated>2010-02-23T21:02:01Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T20:26:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1α). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1β).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Σχήμα 1α). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Σχήμα 1β) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T20:10:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Οι προ και μετα LST εικόνες αποκάλυψαν θετική θερμική συγκέντρωση στις 14 Ιανουαρίου 2001 στο νοτιοδυτικό Gujarat όσον αφορά να περιβάλουν. Η θερμοκρασία αυξήθηκε σε ένα μέγιστο στις 23 Ιανουαρίου 2001, ακριβώς τρεις ημέρες πριν από το χτύπημα του σεισμού στο Gujarat (Εικόνα.1a). Αυτήν την ημέρα το LST καταγράφηκε μεταξύ  28ºC - 31ºC. Αυτή η άνοδος στη θερμοκρασία ήταν για 5-7ºC υψηλότερο από τη συνηθισμένη θερμοκρασία της περιοχής. Μετά από αυτήν την ώθηση η θερμοκρασία άρχισε να μειώνεται [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Οι σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR του έτους 2003 της ίδιας περιοχής και των ίδιων ημερομηνιών χρησιμοποιήθηκαν για να μελετήσουν το LST σενάριο. Παρατηρήθηκε ότι το  έτος 2003, υπήρξε ένα απολύτως κανονικό θερμικό σενάριο  γύρω από το επίκεντρο (Εικόνα 1b).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για την εξακριβώσει ότι αυτή η άνοδος οφειλόταν στο σεισμό στις 26 Ιανουαρίου 2001, αναλύθηκαν τα διαθέσιμα εβδομαδιαία στοιχεία μέσης θερμοκρασίας (1951-1980) μερικών μετεωρολογικών σταθμών της Ινδίας (IMD). Χρησιμοποιώντας αυτό το εβδομαδιαίο στοιχείο μέσης θερμοκρασίας ως βάση, συγκρίθηκαν η μέση εβδομαδιαία θερμοκρασία για την περίοδο από τις Δεκεμβρίου 1999 έως τις Φεβρουαρίου 2001 (3 μήνες) σταθμών γύρω από το επίκεντρο. Η τάση περιόδου βάσεων δείχνει ότι στην τρίτη εβδομάδα του έτους, η θερμοκρασία για εκείνα τα έτη από το 1951 ως το 1980 είναι η χαμηλότερη σε σύγκριση με τις δεύτερες και τέταρτες εβδομάδες εκείνων των ετών (Εικόνα 2a). Αλλά στο έτος 2001 υπήρξε μια αιχμή της αύξησης θερμοκρασίας στην τρίτη εβδομάδα (Εικόνα 2b) [Saraf &amp;amp; Choudhury 2003 και Saraf &amp;amp; Choudhury 2005]. Αυτό είναι στο αντίθετο στην παρατηρηθείσα τάση για τα προηγούμενα τριάντα έτη. Αυτή η επίγεια παρατήρηση είναι σύμφωνα με την παρατηρηθείσα δορυφορική θερμική ανίχνευση κατά τη διάρκεια Ιανουαρίου 2001.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T00:19:34Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Thermal Remote Sensing Technique in the Study of Pre-Earthquake Thermal Anomalies, J. Ind. Geophys. Union( July 2005 )Vol.9, No.3, pp.197-207,Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email:saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T00:17:24Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: Arun K. Saraf and Swapnamita Choudhury, Department of Earth Sciences, Indian Institute of Technology Roorkee, Roorkee .247 667,Email: saraffes@iitr.ernet.in&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-23T00:12:01Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
* [[Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1</id>
		<title>Θερμική τεχνική τηλεπισκόπησης στη μελέτη των θερμικών ανωμαλιών πριν το σεισμό : Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%98%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AE_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CF%83%CF%84%CE%B7_%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%B8%CE%B5%CF%81%CE%BC%CE%B9%CE%BA%CF%8E%CE%BD_%CE%B1%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%BD_%CF%84%CE%BF_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C_:_%CE%9F_%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82_BHUJ_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%99%CE%BD%CE%B4%CE%AF%CE%B1"/>
				<updated>2010-02-23T00:11:00Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: New page: Περίληψη  Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπό...&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Περίληψη&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η πίεση που δημιουργείται από τις τεκτονικές δραστηριότητες και επίσης συνδέεται με την υπόγεια εκπομπή αερίων μπορεί να προκαλέσει αλλαγές στο θερμικό βασίλειο. Πριν από ένα σεισμό και αν με κάποια τεχνική αυτή η αλλαγή μπορεί να ανιχνευθεί αυτό μπορεί να μας δώσει πολύ σημαντικά στοιχεία για της μελλοντικές σεισμικές δραστηριότητες. Θερμική δορυφορική τηλεπισκόπηση, η οποία μπορεί να μετρήσει την ικανότητα εκπομπής της επιφάνειας της γης. Σε τακτά διαστήματα εισάγει έναν καινούργιο τρόπο ανάλυσης του φαινομένου. Χρησιμοποιώντας NOAA-AVHRR θερμικές σειρές δεδομένων λίγοι παλιοί μεγάλοι σεισμοί αναλύθηκαν για την μελέτη των θερμικών αλλαγών πριν και μετά τους σεισμούς. Η μελέτη ήταν επιτυχής στον εντοπισμό προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών. Σημαντικές θερμικές ανωμαλίες με αύξηση της θερμοκρασίας περιπου 5 με 10 βαθμούς κελσίου παρατηρήθηκε κοντά στα επίκεντρα των σεισμών. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με το σεισμό. Επιπλέον χρησιμοποιώντας παθητικές σειρές δεδομένων από αισθητήρες μικροκυμάτων SSM/I μέσω δορυφόρων DMSP παρατηρήθηκε η ύπαρξη του φαινόμενου των προσεισμικών θερμικών ανωμαλιών για μερικούς ακόμη σεισμούς στον κόσμο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η τεχνολογία τηλεπισκόπησης υπήρξε αντικειμενικός καταγραφέας, παρατηρητής της επιφάνειας της γης. Η χρήση της θερμικής τηλεπισκόπησης έφερε νέες τάσεις στην έρευνα των σεισμών. Η θερμοκρασία επιφάνειας της γης (LST) μπορεί να υπολογιστεί με τη βοήθεια θερμικών αισθητήρων όπως AVHRR, πάνω σε NOAA,MVISR, πάνω σε FY κινεζικούς δορυφόρους, MODIS πάνω σε ASTER πάνω σε δορυφόρο Terra και άλλους θερμικούς αισθητήρες. Το παθητικό ραδιόμετρο μικροκυμάτων SSM/I πάνω σε DMSP αυτό έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο διαφανές στα σύννεφα και έχει το πλεονέκτημα να μετράει τις θερμικές εκπομπές από την επιφάνεια της γης σε κάθε καιρό.&lt;br /&gt;
Τρεις σεισμοί αναλύθηκαν χρησιμοποιώντας σειρές δεδομένων NOAA- AVHRR στην Ινδία, Αλγερία και Ιράν. Η παρουσία θερμικών ανωμαλιών στις περιοχές γύρω από το επίκεντρο του σεισμού πριν αυτού παρατηρείται σε όλες αυτές τις περιπτώσεις. Οι ανωμαλίες εξαφανίστηκαν μαζί με τους σεισμούς. Έπειτα SSM/I σειρά δεδομένων χρησιμοποιήθηκαν να αναλύσουν λίγους σεισμούς στον κόσμο μεταξύ των οποίων ο σεισμός Bhujστην Ινδία.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Ο σεισμός BHUJ στην Ινδία&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ο δυνατός σεισμός του Bhuj χτύπησε το Gujarat στις 26/1/2001 στις 3.16 με ένταση 7.9. Η τοποθεσία του επίκεντρου ήταν 23.40 no πλάτος και 70.31Εο μήκος. Ο σεισμός είναι αποτέλεσμα ανατολοδυτικών ωθήσεων οφείλονται σε πιέσεις από Ινδική πλάκα που σπρώχνει βόρεια την Ευρασιατική πλάκα. Ωστόσο δεν παρατηρήθηκε επιφανειακό ρήγμα μετά το σεισμό&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Παρατηρήσεις&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το θερμικό κανάλι 4 από τα δεδομένα του δορυφόρου NOAA-AVHRR χρησιμοποιήθηκε για να υπολογίσει το LST της περιοχής μελέτης. Η κάλυψη σύννεφων σκιαγραφικέ και αποφεύχθηκε. Τα στοιχεία των ημερών που ήταν νεφελώδη δεν θα μπορούσαν να μελετηθούν για τις θερμικές αλλαγές δεδομένου ότι AVHRR δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Σεισμοί]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82</id>
		<title>Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπησης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%97_%CE%A7%CF%81%CE%AE%CF%83%CE%B7_%CE%94%CE%B5%CE%B4%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CF%89%CE%BD_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%95%CE%BA%CF%84%CE%AF%CE%BC%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%80%CE%AD%CE%B4%CF%89%CE%BD_%CE%91%CE%B6%CF%8E%CF%84%CE%BF%CF%85_%CF%83%CF%84%CE%B1_%CE%95%CF%80%CE%B9%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AC_%CE%A3%CF%84%CF%81%CF%8E%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%B1_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%95%CE%B4%CE%AC%CF%86%CE%BF%CF%85%CF%82"/>
				<updated>2010-02-22T23:54:30Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η εναπόθεση υπερβολικών ποσοτήτων αζώτου στο έδαφος αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς παράγοντες ρύπανσης του περιβάλλοντος. Οι παραγόμενοι από κινητήρες και βιομηχανίες ρύποι που περιέχουν άζωτο σε διάφορες μορφές, καταλήγουν στο&lt;br /&gt;
έδαφος μέσω των βροχοπτώσεων, ενώ η υπερβολική χρήση νιτρικών λιπασμάτων στη γεωργία, οδηγεί στην άμεση εναπόθεση νιτρικών ενώσεων στα ανώτερα στρώματα του εδάφους. Περαιτέρω βροχοπτώσεις προκαλούν διήθηση των νιτρικών ενώσεων (ΝΟ3&lt;br /&gt;
-, ΝΟ2, ΝΗ3, ΝΗ4 +) σε βαθύτερα στρώματα του εδάφους και υπόγεια νερά, μέσω των οποίων είναι δυνατό να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Οι αυξημένες ποσότητες νιτρικών ενώσεων έχουν ως αποτέλεσμα τη διατάραξη της χημικής ισορροπίας και προκαλούν την έναρξη μιας αλυσίδας επιδράσεων στο περιβάλλον, οδηγώντας στην περαιτέρω διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ των ειδών φυτών και ζώων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το άζωτο αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία για την διαβίωση των φυτών και περιέχεται σε μεγάλο αριθμό οργανικών ενώσεων. Μία ομάδα ενώσεων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία είναι και η ομάδα των χρωστικών της χλωροφύλλης. Οι πιο συνήθεις&lt;br /&gt;
χλωροφύλλες στα ανώτερα φυτά είναι η χλωροφύλλη α και β, υπεύθυνες για την διεκπεραίωση της φωτοσύνθεσης. Η αφθονία ποσοτήτων αζώτου ευνοεί την παραγωγή φυτομάζας και χλωροφύλλης και έχει επισημανθεί η συσχέτιση μεταξύ συγκέντρωσης αζώτου και χλωροφύλλης στα φυτά. Πρόσφατες έρευνες έχουν αναδείξει συγκεκριμένες περιοχές του Ηνωμένου Βασιλείου στις οποίες η εναπόθεση αζώτου μέσω βροχοπτώσεων ξεπερνά τα όρια που έχουν θεσπιστεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Μία από αυτές της περιοχές είναι η περιοχή Ρουάμπον (Ruabon) της Ουαλίας, μεγάλες εκτάσεις της οποίας καλύπτονται από το φυτό Calluna vulgaris L. (κοινή ονομασία: ρείκι).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η σπουδαιότητα της εναπόθεσης αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του εδάφους, χρίζει απαραίτητη την παρακολούθηση του φαινομένου. Προς το παρόν, η υπάρχουσα μέθοδος συνίσταται από τη συλλογή και κατόπιν εργαστηριακή ανάλυση δειγμάτων εδάφους, μέθοδος η οποία είναι τόσο χρονοβόρα, όσο και πολυδάπανη. Η παρούσα εργασία μελετά την πιθανότητα της χρήσης τηλεπισκόπισης ως πηγή δεδομένων, εκ των οποίων μπορούν να γίνουν εκτιμήσεις για τα επίπεδα αζώτου στα ανώτερα στρώματα του εδάφους χρησιμοποιώντας την επιφανειακή βλάστηση ως δείκτη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.1. Μελέτη χημικών ενώσεων μέσω τηλεπισκόπισης&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συγκεκριμένη έρευνα, μελετά το φυτό Calluna vulgaris L. και προσπαθεί να αναγνωρίσει τις περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος που συσχετίζονται με τη συγκέντρωση αζώτου. Στο παρελθόν, η μελέτη της φασματικής ανάκλασης αποξηραμένων και κονιορτοποιημένων φυτικών ιστών, έχει αποκαλύψει συγκεκριμένα μήκη κύματος στα οποία η απορρόφηση της ενέργειας οφείλεται στον αριθμό των δεσμών αζώτου – υδρογόνου, και συνεπώς στην ποσότητα αζώτου στο δείγμα. Τέτοιοι δεσμοί βρίσκονται συνήθως σε μόρια πρωτεϊνών και οι χαρακτηριστικές τους απορροφήσεις εμφανίζονται στην περιοχή του μέσου υπέρυθρου μεταξύ 1500 και 2400 nm. Η χρήση αυτών των περιοχών του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες όταν οι υπό μελέτη ιστοί είναι ακέραιοι και ενυδατωμένοι και ακόμη περισσότερες όταν παρακολουθούνται ολόκληρα φυλλώματα φυτών στη φυσική τους κατάσταση. Συγκεκριμένα οι περιοχές 1360 – 1550 nm και 1850 – 2000 nm χαρακτηρίζονται από έντονη απορρόφηση της ενέργειας από τα μόρια νερού στην ατμόσφαιρα και στους φυτικούς ιστούς. Παρ’ όλα αυτά, η έντονη συσχέτιση χλωροφύλλης – αζώτου επιτρέπει την εκτίμηση της συγκέντρωσης αζώτου στα φύλλα μέσω της χλωροφύλλης. Η χλωροφύλλη απορροφά έντονα την ακτινοβολία στο ορατό φάσμα και χρησιμοποιεί αυτή την ενέργεια για την φωτοσύνθεση. Επιπλέον, η έλλειψη απορρόφησης στο κοντινό υπέρυθρο προκαλεί την απότομη αύξηση της ανάκλασης στην περιοχή 670 – 770 nm του φάσματος (γνωστή ως red edge) και το σημείο της μέγιστης κλίσης αυτής, έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με τη συγκέντρωση χλωροφύλλης. Η συγκέντρωση της χρωστικής αυτής παρουσιάζει θετική συσχέτιση με την ποσότητα ενέργειας που απορροφάται στο ορατό φάσμα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Υπάρχοντες δείκτες χρησιμοποιούν αυτά τα μήκη κύμματος και παρουσιάζουν πολύ στενή σχέση με την ποσότητα χλωροφύλλης. Οι δείκτες αυτοί μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την εκτίμηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης, όμως η ακριβής αριθμητική σχέση πρέπει να εξακριβωθεί σε κάθε ειδική περίπτωση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2. ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΜΕΛΕΤΗΣ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα εργασία μελετά την περίπτωση του φυτού Calluna vulgaris L. τόσο στο φυσικό του περιβάλλον, όσο και σε συνθήκες θερμοκηπίου. Στην περιοχή Ruabon της Ουαλίας (53ο 03’ Βόρεια, 3ο 09’ Δυτικά) η οποία καλύπτεται από το συγκεκριμένο φυτό σε μεγάλες εκτάσεις, δημιουργήθηκαν 20 τεμάχια διαστάσεων 2x2 μέτρων. Τα φυτά δέχτηκαν διαφορετικές ποσότητες νιτρικού αμμωνίου κατά μηνιαία διαστήματα, για πέντε έτη. Το νιτρικό αμμώνιο ψεκάστηκε με μορφή διαλύματος στα ανώτερα στρώματα του φυλλώματος. Πέντε διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν (120, 40, 20, 10 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε τέσσερις φορές. Ο σχεδιασμός των τεμαχίων έγινε με τον πλήρη τυχαιοποιημένο σχεδιασμό κατά block (randomised complete block design) (Σχήμα 1).&lt;br /&gt;
Τα φυτά του θερμοκηπίου προήλθαν από νεαρούς βλαστούς φυτών από την περιοχή Ruabon, τα οποία φυτεύτηκαν σε μικρά γλαστράκια μέχρις ότου παράγουν ρίζες και κατόπιν μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες στο θερμοκήπιο. Ως έδαφος χρησιμοποιήθηκε τύρφη που δεν περιείχε σημαντικές ποσότητες ανόργανων θρεπτικών συστατικών. Κατά τη διάρκεια των επομένων 18 μηνών, τα φυτά τροφοδοτήθηκαν με διάλυμα νιτρικού αμμωνίου σε εβδομαδιαία διαστήματα. Τέσσερις διαφορετικές συγκεντρώσεις νιτρικού αμμωνίου χρησιμοποιήθηκαν σε αυτή την περίπτωση (120, 40, 20 και 0 κιλά αζώτου/εκτάριο/έτος) και η κάθε μεταχείριση επαναλήφθηκε 36 φορές. Τα 144 φυτά μεγάλωσαν στο θερμοκήπιο υπό ελεγχόμενες συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού με τη χρήση συστήματος θέρμανσης και ειδικών λυχνίων που εκπέμπουν φως σε μήκη κύματος που ευνοεί την ανάπτυξη των φυτών. Μετά την πάροδο 15 μηνών, τα φυτά μεταφέρθηκαν σε μεγαλύτερες γλάστρες για να μην περιοριστεί η ανάπτυξη του ριζικού συστήματος. Στο τέλος της 18-μηνης περιόδου, τα φυτά είχαν αναπτύξει αρκετή φυτομάζα ώστε να καλύπτουν οπτικά σχεδόν όλη την επιφάνεια των γλαστρών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3. ΜΕΘΟΔΟΛΟΓΙΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η συλλογή των δεδομένων αντανάκλασης έγινε με τη χρήση του spectroradiometer ASD FieldSpec Pro. Η συγκεκριμένη συσκευή καταγράφει την ένταση της ακτινοβολίας στο εύρος 350 – 2500 nm χρησιμοποιώντας τρεις αισθητήρες, έναν για το ορατό και κοντινό&lt;br /&gt;
υπέρυθρο φάσμα (350 – 1000 nm), με διακριτική ικανότητα 1.4 nm και δύο για το μέσο υπέρυθρο (1000 – 2500 nm) με διακριτική ικανότητα 2 nm. Η ακτινοβολία συλλέγεται από οπτικές ίνες οι οποίες σχηματίζουν ένα probe στη μία άκρη και μεταφέρουν το εισερχόμενο σήμα στους αισθητήρες. Για τον υπολογισμό της ανάκλασης ως ποσοστό της εισερχόμενης ακτινοβολίας, χρησιμοποιήθηκε ένας δίσκος κατασκευασμένος από ειδικό υλικό που έχει σαν χαρακτηριστικό να ανακλά την ακτινοβολία με την ίδια ένταση σε όλο το φάσμα των 350 – 2500 nm (Spectralon panel). Για τα φυτά στο Ruabon, η ηλιακή ακτινοβολία χρησιμοποιήθηκε ως πηγή ενέργειας, ενώ για τα φυτά του θερμοκηπίου οι μετρήσεις καταγράφηκαν σε σκοτεινό θάλαμο, με τη χρήση λυχνίας που εξομοιώνει την ηλιακή ακτινοβολία. Και στις δύο περιπτώσεις μετρήσεις συλλέχθησαν με τον συλλέκτη επάνω από το φυτό ή το panel να “κοιτάει” προς το ναδίρ. Οι μετρήσεις&lt;br /&gt;
ανάκλασης από το φυτό και το panel, συλλέχθησαν εναλλάξ και κατόπιν ο λόγος των δύο μετρήσεων έδωσε το ποσοστό της ανακλώμενης ενέργειας.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη μέτρηση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου έγινε δειγματοληπτική συλλογή βλαστών από το κάθε φυτό. Στην περίπτωση των φυτών του Ruabon, οι βλαστοί στο ανώτερο στρώμα του φυλλώματος κάλυπταν σχεδόν ολοκληρωτικά τόσο τα κατώτερα στρώματα του φυλλώματος, όσο και το έδαφος. Συνεπώς η συλλογή των βλαστών έγινε κατά κύριο λόγο από το ανώτερο στρώμα του φυλλώματος. Αντιθέτως στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου, οι νεαροί βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετικό χρώμα από τους παλαιότερους βλαστούς και επιπλέον, η κατανομή των νεαρών βλαστών επέτρεπε σε ένα σημαντικό ποσοστό των παλαιότερων βλαστών να είναι εμφανείς από την οπτική γωνία από την οποία συλλέχθηκαν τα δεδομένα ανάκλασης. Κατά τη δειγματοληψία των βλαστών, συλλέχθηκαν τόσο νεότεροι, όσο και παλαιότεροι βλαστοί, οι οποίοι αναμείχθηκαν και τελικά ένα τυχαίο μέρος του συνολικού&lt;br /&gt;
δείγματος χρησιμοποιήθηκε στη διαδικασία μέτρησης της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου. Η μέτρηση της u963 συγκέντρωσης χλωροφύλλης σε κάθε φυτό, έγινε με τη χρήση της μεθόδου που πρότειναν οι Barnes και συνεργάτες η οποία χρησιμοποιεί διμεθυλ-σουλφοξίδιο (DMSO) για την εξαγωγή της χλωροφύλλης από τους φυτικούς ιστούς. Σύμφωνα με αυτή οι βλαστοί εισέρχονται στον διαλύτη και αποθηκεύονται για 24 ώρες σε θερμοκρασία δωματίου και σε σκοτεινό μέρος. Η χλωροφύλλη εξέρχεται από τους χλωροπλάστες και διαλύεται στο DMSO, στο οποίο μπορεί να παραμείνει μέχρι και 7 ημέρες χωρίς να καταστραφεί. Εν συνεχεία, μετράτε η απορρόφηση του διαλύματος σε συγκεκριμένα μήκη κύματος με τη χρήση σπεκτροφωτόμετρου και οι μετρήσεις αυτές χρησιμοποιούνται σε τύπους που έχουν προτείνει οι Barnes και συνεργάτες για τον υπολογισμό της συγκέντρωσης της χλωροφύλλης. Ο υπολογισμός συγκέντρωσης του αζώτου απαιτεί την αποξήρανση των βλαστών και εν συνεχεία την καταστροφή των κυτταρικών δομών και διάσπαση πολύπλοκων ενώσεων σε πυκνό θειικό οξύ σε θερμοκρασία 360 βαθμών κελσίου. Η διαδικασία επιτυγχάνεται λόγω της χρήσης καταλύτη μίγματος σελινίου (Se) και θειικού καλίου (K2SO4) ο οποίος επιτρέπει την διεξαγωγή της αντίδρασης. Μετά το πέρας της διαδικασίας, τα άτομα αζώτου είναι δεσμευμένα σε ιόντα αμμωνίας (ΝΗ4 +) η συγκέντρωση των οποίων μετράτε με τη χρήση ιοντικού χρωματογράφου.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.1. Επεξεργασία δεδομένων&lt;br /&gt;
Τα δεδομένα ανάκλασης που μετρήθηκαν από το ASD είχαν φασματική διακριτική ικανότητα της τάξεως του 1 nm. Πριν την στατιστική ανάλυση, η φασματική διακριτική ικανότητα μειώθηκε στα 5 nm για τα φυτά του θερμοκηπίου και στα 10 nm για τα φυτά του Ruabon, με εξαίρεση την περιοχή 670 – 770 nm όπου η ανάκλαση αυξάνει απότομα σε διάστημα λίγων νανόμετρων. Η απώλεια της φασματικής διακριτικής ικανότητας σε αυτή την περιοχή θα προκαλούσε σημαντική απώλεια πληροφοριών, ενώ στο υπόλοιπο φάσμα η μεταβολή της έντασης της ανάκλασης είναι σταδιακή με αποτέλεσμα πολύ συχνά μέχρι και δέκα διαδοχικά μήκη κύματος να έχουν την ίδια ανάκλαση. Οι χαρακτηριστικές απορροφήσεις τόσο των χρωστικών όσο και των δεσμών αζώτου – υδρογόνου έχουν εύρος τουλάχιστο 10 nm, οπότε θα πρέπει να είναι ανιχνεύσιμες ακόμη και με φασματική διακριτική ικανότητα της τάξης των 10 nm. Επιπλέον, ο μικρός αριθμός ανεξάρτητων μετρήσεων στην περιοχή Ruabon σε συνδυασμό με το μεγάλο αριθμό μετρήσεων ανάκλασης (μία ανά 1 nm), απαιτεί τη μείωση των μεταβλητών που θα χρησιμοποιηθούν ως ανεξάρτητες στην παλινδρόμηση.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Ένα από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η χρήση δεδομένων τηλεπισκόπισης για τον υπολογισμό βιοχημικών ουσιών, είναι η μερική ή ολική αλληλοεπικάλυψη χαρακτηριστικών απορροφήσεων διαφορετικών ουσιών στις ίδιες περιοχές του φάσματος.&lt;br /&gt;
Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην είναι δυνατό να εκτιμηθεί το μέγεθος της απορρόφησης, ούτε και να διαπιστωθεί η ουσία υπαίτια για την πρόκληση της απορρόφησης. Η μέθοδος που ακολουθείται για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, είναι η χρήση της “πρώτης παραγώγου” η οποία ορίζεται σαν τη διαφορά της ανάκλασης μεταξύ δύο διαδοχικών μετρήσεων στο φάσμα, προς την απόσταση μεταξύ των δύο αυτών μετρήσεων στο φάσμα (στη συγκεκριμένη περίπτωση σε νανόμετρα). &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
4. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η χρήση διαφορετικών ποσοτήτων νιτρικού αμμωνίου είχε προφανή επίδραση στα φυτά, τόσο στο φυσικό περιβάλλον όσο και στο θερμοκήπιο. Τα φυτά που παρέλαβαν μεγάλες ποσότητες αζώτου δημιούργησαν περισσότερη φυτομάζα, ειδικά τα φυτά του θερμοκηπίου όπου οι συνθήκες θερμοκρασίας και φωτισμού ήταν ευνοϊκότερες. Η χημική ανάλυση παρουσιάζει μεγαλύτερες ποσότητες αζώτου και χλωροφύλλης στην υψηλότερη μεταχείριση και στις δύο περιοχές μελέτης (Σχήματα 2 και 3).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Όπως ήταν αναμενόμενο, η συσχέτιση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά στο Ruabon παρουσιάζεται αρκετά ισχυρή (r = 0.754, Σχήμα 4). Στην περίπτωση των φυτών του θερμοκηπίου όμως, δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια σχέση μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου (r = 0.174, Σχήμα 5).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέγιστη συγκέντρωση χλωροφύλλης που μετρήθηκε σε φυτά του θερμοκηπίου ήταν σχεδόν διπλάσια από την αντίστοιχη στα φυτά στο φυσικό περιβάλλον (2.84 έναντι 1.59 mg/g χλωρού ιστού). Επιπλέον ο μέσος όρος της συγκέντρωσης χλωροφύλλης των φυτών του θερμοκηπίου ήταν αρκετά μεγαλύτερος από αυτόν των φυτών του Ruabon (1.94 έναντι 1.29 mg/g χλωρού ιστού).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αντιθέτως, τα εύρη συγκεντρώσεων και οι μέσοι όροι αζώτου στις δύο περιοχές που μελετήθηκαν ήταν παρόμοια, με αυτά του Ruabon να παρουσιάζουν οριακά μεγαλύτερες τιμές (Πίνακας 1).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η μέθοδος της πολλαπλής γραμμικής παλινδρόμησης που ακολουθήθηκε ήταν η stepwise και εφαρμόστηκε τόσο στις αρχικές μετρήσεις ανακλάσεων, όσο και στο προϊόν της εφαρμογής της πρώτης παραγώγου. Σε κάθε περίπτωση η εξαρτημένη μεταβλητή ήταν η συγκέντρωση χλωροφύλλης ή αζώτου. Για τη μελέτη της χλωροφύλλης χρησιμοποιήθηκε μόνο η περιοχή 500 – 800 nm, καθώς η χρωστική δεν έχει καμία επίδραση στην ανάκλαση σε μήκη κύματος πέρα των 800 nm και επιπλέον, ο σκεδασμός του φωτός είναι αρκετά έντονος σε μήκη κύματος κάτω των 500 nm. Στην περίπτωση του αζώτου, η περιοχή του φάσματος που χρησιμοποιήθηκε ήταν μεταξύ 1480 και 2400nm, με εξαίρεση την περιοχή 1795 – 1975 nm, όπου η απορρόφηση του νερού και των υδρατμών αποκρύπτει τις συγκριτικά ασθενείς απορροφήσεις των δεσμών αζώτου – υδρογόνου. Οι μετρήσεις ανάκλασης ή πρώτης παραγώγου σε κάθε μήκος κύματος στις προαναφερθείσες περιοχές του φάσματος, εισήχθησαν ως ανεξάρτητες μεταβλητές στην&lt;br /&gt;
stepwise πολλαπλή γραμμική παλινδρόμηση. Τα μήκη  κύματος που αποδόθηκαν από τις παλινδρομήσεις με τους αντίστοιχους συντελεστές προσαρμογής (r2) παρουσιάζονται στους Πίνακες 2 και 3 για τη χλωροφύλλη και το άζωτο αντίστοιχα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Για τη χλωροφύλλη στα φυτά θερμοκηπίου, τα μήκη κύματος από τα δεδομένα απλής ανάκλασης που επιλέχθηκαν από τη γραμμική παλινδρόμηση, ανήκαν στο “πράσινο” φάσμα (500 – 600 nm), ενώ από τα δεδομένα της πρώτης παραγώγου, χρησιμοποιήθηκε και ένα μήκος κύματος στο τέλος του “κόκκινου” φάσματος και δύο από το κοντινό υπέρυθρο. Κανένα μήκος κύματος δεν επιλέχθηκε από την περιοχή της μέγιστης κλίσης της red edge (690 – 720 nm). Τα αποτελέσματα της γραμμικής παλινδρόμησης στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, δεν παρουσιάζουν υψηλότερους&lt;br /&gt;
συντελεστές προσαρμογής, συγκριτικά με αυτούς των δεδομένων θερμοκηπίου, αν και επιλέχθηκαν κάποια μήκη κύματος στην περιοχή της red edge. Οι υψηλότεροι συντελεστές προσαρμογής αποδόθηκαν με τη χρήση της πρώτης παραγώγου στα φυτά Ruabon, όπου τα επιλεγμένα μήκη κύματος ήταν αποκλειστικά από την περιοχή της red edge.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα του αζώτου δίνουν πολύ υψηλότερους συντελεστές προσαρμογής για τα φυτά του Ruabon απ’ ότι για τα φυτά του θερμοκηπίου. Από τα μήκη κύματος που επιλέχθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου, η απλή ανάκλαση και η πρώτη παράγωγος έδωσαν από δύο μήκη κύματος που είναι συσχετισμένα με απορροφήσεις οφειλόμενες σε πρωτεΐνες (2190, 2135 και 2140, 2305 nm αντίστοιχα) [19, 20]. Αντίθετα, η παλινδρόμηση στα δεδομένα απλής ανάκλασης από τα φυτά του Ruabon, έδωσε δύο μήκη κύματος σχετισμένα με απορροφήσεις των πρωτεϊνών (2350 και 1970 nm), ενώ στα δεδομένα της πρώτη παραγώγου επέλεξε τέσσερα τέτοια μήκη κύματος (2360, 1990, 2160 και 2050 nm).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
5. ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρουσία της σχέσης μεταξύ χλωροφύλλης και αζώτου στα φυτά του Ruabon, ήταν αναμενόμενη και επιβεβαιώνει παλαιότερες μελέτες. Αντιθέτως, τέτοια σχέση δεν φαίνεται να υπάρχει στα φυτά του θερμοκηπίου. Αιτία είναι πιθανότατα η αυξημένη παραγωγή χλωροφύλλης, η οποία προκλήθηκε από τις ευνοϊκές συνθήκες φωτισμού και θερμοκρασίας. Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ετήσιοι βλαστοί είχαν εμφανώς διαφορετική συγκέντρωση χλωροφύλλης (και πιθανότατα αζώτου) από τους παλαιότερους βλαστούς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη ανάπτυξη των ετησίων βλαστών που επέτρεπε στους παλαιότερους βλαστούς να είναι ορατοί από την κατακόρυφη οπτική γωνία, είχε σαν αποτέλεσμα η ολική ανάκλαση του φυλλώματος να είναι συνδυασμός ανάκλασης από παλαιότερους και ετήσιους βλαστούς σε άγνωστη αναλογία. Είναι πολύ πιθανό η αναλογία παλαιών/νέων βλαστών στην περιοχή όπου μετρήθηκε η ανάκλαση να ήταν διαφορετική από την αναλογία παλαιών/νέων βλαστών που διατηρήθηκε κατά τη δειγματοληψία των βλαστών για τον υπολογισμό των συγκεντρώσεων χλωροφύλλης και αζώτου. Αυτό αποτελεί γνωστό πρόβλημα που αντιμετωπίζει η τηλεπισκόπιση, το οποίο πολλές φορές είναι δύσκολο να επιλυθεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα των φυτών του Ruabon παρουσιάζουν αρκετά υψηλούς συντελεστές&lt;br /&gt;
προσαρμογής, το οποίο οφείλεται στον μικρό αριθμό δειγμάτων. Ωστόσο, η επιλογή μηκών κύματος που είναι γνωστά ως περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών, είναι πολύ ενθαρρυντική. Η ομοιογένεια της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου στα επιφανειακά στρώματα του φυλλώματος, έκανε πιο ακριβή τη συλλογή αντιπροσωπευτικού δείγματος βλαστών, με αποτέλεσμα να επιλεχθούν μήκη κύματος που σχετίζονται με τη χλωροφύλλη και το άζωτο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
6. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ&lt;br /&gt;
Η επιλογή μηκών κύματος που σχετίζονται με περιοχές απορρόφησης των πρωτεϊνών (οι οποίες περιέχουν δεσμούς Ν-Η), επιβεβαιώνει το γεγονός ότι είναι δυνατό να γίνουν εκτιμήσεις συγκέντρωσης αζώτου με δεδομένα τηλεπισκόπισης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Από τα αποτελέσματα είναι προφανές ότι το στάδιο ανάπτυξης του φυτού είναι πολύ σημαντικός παράγοντας στην ερμηνεία των δεδομένων τηλεπισκόπισης. Η ανομοιογένεια μεταξύ βλαστών του ίδιου φυτού, έχει τα ίδια αρνητικά αποτελέσματα με την ανομοιογένεια μεταξύ διαφορετικών φυτών που συχνά παρατηρείται σε δεδομένα τηλεπισκόπισης από μεγάλες αποστάσεις.Ωστόσο, στο φυσικό περιβάλλον, το φυτό ρείκι βρίσκεται να κυριαρχεί σε μεγάλες εκτάσεις και η διακύμανση της συγκέντρωσης χλωροφύλλης και αζώτου δεν μεταβάλλεται σημαντικά σε κοντινές αποστάσεις. Επιπλέον, οι συγκεντρώσεις χλωροφύλλης που μετρήθηκαν στα φυτά θερμοκηπίου αποτελούν ακραία κατάσταση η οποία δεν συναντάται στο φυσικό περιβάλλον. Συνεπώς, αναμένεται ότι δεδομένα τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο θα περιέχουν ομοιογενή φυλλώματα στο οπτικό πεδίο της ελάχιστης χωρικής διακριτικής ικανότητας (συνήθως μεταξύ 1 και 4 μ2).&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα αποτελέσματα της εργασίας υποδεικνύουν ότι η πιθανότητα χρήσης δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο για την παρακολούθηση συγκεντρώσεων αζώτου στα φυτά είναι υπαρκτή. Περαιτέρω αξιολόγηση δεδομένων τηλεπισκόπισης από αεροπλάνο είναι απαραίτητη και θα πρέπει να αποτελέσει το επόμενο βήμα αυτής της μελέτης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-22T23:53:15Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
* [[Η Χρήση Δεδομένων Τηλεπισκόπισης για την Εκτίμηση Επιπέδων Αζώτου στα Επιφανειακά Στρώματα του Εδάφους]]&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE</id>
		<title>Εταιρίδου Κυριακή</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CF%84%CE%B1%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%BF%CF%85_%CE%9A%CF%85%CF%81%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE"/>
				<updated>2010-02-22T23:52:09Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Τηλεπισκόπηση των Άγριων Ζώων]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* [[MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/MEO_SAR_%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7_%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B7%CF%82</id>
		<title>MEO SAR σύλληψη συστημάτων και τεχνολογιών για τηλεπισκόπηση της γης</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/MEO_SAR_%CF%83%CF%8D%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CF%88%CE%B7_%CF%83%CF%85%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%8E%CE%BD_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CF%84%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%B3%CE%B7%CF%82"/>
				<updated>2010-02-22T23:51:03Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Etairidoukyriaki: New page: Τα νέας τεχνολογίας συστήματα InSAR μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την πρόβλεψη σεισμών μέσα σε χρον...&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Τα νέας τεχνολογίας συστήματα InSAR μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για την πρόβλεψη σεισμών μέσα σε χρονικό πλαίσιο 20 ετών. Τέτοια συστήματα θα πρέπει να παρέχουν χρονική ανάλυση, έτσι ώστε η αρχιτεκτονική των συστημάτων πρέπει να επιτρέπει την κάλυψη μεγάλης περιοχής για να ελαχιστοποιήσει τον αποτελεσματικό συμβολομετρικό χρόνο επανάληψης. Αυτή η εργασία μιλά για τα πλεονεκτήματα της κάλυψης που συνδέονται με της Μέσης της Τροχιά (MEO) InSAR συστήματα στην παρατήρηση των γεωφυσικών φαινόμενων. Η αρχιτεκτονική αυτών των συστημάτων απαιτεί την χρήση μεγάλων κεραιών ραντάρ και αυτή η εργασία επίσης παρουσιάζει τις απόψεις για τις νέες τεχνολογίες κεραιών που μπορεί να έχουν επαναστατικές μειώσεις στις κεραίες μαζικής πυκνότητας μεγάλου ανοίγματος ραντάρ. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
1.	Εισαγωγή&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα μελλοντικά δορυφορικά συστήματα μπορεί να παρέχουν τις απαραίτητες μετρήσεις για την πρόβλεψη σεισμών μέσα σε βάθος εικοσαετίας. Τέτοια συστήματα παρατήρησης θα μπορούσαν να φέρουν πολλά οφέλη, αλλά για να πραγματοποιηθούν αυτά τα οφέλη, το σύστημα θα πρέπει να πληρεί κάποιες προϋποθέσεις. Οι αρχιτεκτονικές για αυτά τα συστήματα είναι το θέμα αυτής της εργασίας.&lt;br /&gt;
Η αξία των δορυφορικών γεωδαιτικών τεχνικών έχει ήδη αποδειχθεί και οι προεκτάσεις της στα νέας τεχνολογίας συστήματα για παρατήρηση των μεταμορφώσεων του φλοιού είναι το λογικό επόμενο βήμα για την πρόγνωση των σεισμών. Την τελευταία δεκαετία, οι παρατηρήσεις με βάση τα δεδομένα από τις τεχνικές GPS και InSAR παρείχαν σημαντικές πληροφορίες στην κατανόηση της φυσικής των σεισμών, της επιστήμης  της ροής ύλης στον φλοιό και στις αλληλεπιδράσεις. Σύγχρονα μοντέλα με αυτές τις πληροφορίες προβλέπουν ότι η γνώση των μεταμορφώσεων των χωρικών και χρονικών σημάτων που θα παρακολουθούνται από τα δορυφορικά συστήματα μπορεί να αυξήσει την ικανότητα μας να περιορίσουμε τις τοποθεσίες των μελλοντικών σεισμών. Έτσι προέκυψε η ανάγκη για μέτρηση της παραμόρφωσης του φλοιού με L-Band InSAR.&lt;br /&gt;
Ενώ η ακρίβεια των InSAR μετρήσεων είναι βασική προϋπόθεση του συστήματος μια άλλη προϋπόθεση μεγάλης σημασίας είναι η ανάγκη για επαναλήψεις. Η χρονική δειγματοληψία χρειάζεται, ώστε τα προκαταρκτικά φαινόμενα να ξεχωρίζουν από τα σεισμικά , τα μετασεισμικά, τα μετέπειτα σημάδια που ακολουθούν τον σεισμό. Πιο συχνές μετρήσεις οδηγούν σε καλύτερα μοντέλα σεισμών και αλληλεπιδράσεων. Επίσης οι συχνές δειγματοληψίες επιτρέπουν καλύτερη ανάλυση. Η προϋπόθεση για χρονική δειγματοληψία και για μικρής τροχιάς επαναλήψεις είναι το βασικό κίνητρο για την αρχιτεκτονική του συστήματος. Η εργασία παρουσιάζει τα σημεία υπεροχής του MEO και τα πλεονεκτήματα του σε σχέση με το LEO στο να επιτύχει τις προϋποθέσεις της επιστήμης με τις λιγότερες δυνατές κεραίες. Η αρχιτεκτονική MEO έχει περισσότερες απαιτήσεις από το όργανο InSAR. Ίσως η μεγαλύτερη τεχνολογική πρόκληση στον χειρισμό ενός οργάνου MEOSAR είναι η μεγάλη κεραία. Συνεπώς η εργασία αυτή ασχολείται με τεχνολογίες για μεγάλες ελαφριές κεραίες που μπορούν να πραγματοποιήσουν την πρόβλεψη σεισμών.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
2.	Αρχιτεκτονική ΜΕΟ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η επιλογή τροχιάς είναι ίσως το πιο καθοριστικό βήμα στην αρχιτεκτονική του συστήματος InSAR και επειδή η ανάλυση της εικόνας από αισθητήρα SAR μπορεί να γίνει ανεξάρτητα από την απόσταση, η κάλυψη της γης είναι πιθανόν το πιο σχετικό μέτρο στην επιλογή τροχιάς. Μεγαλύτερη κάλυψη συνεπάγεται μικρότερες επαναλήψεις και έτσι υψηλότερη χρονική ανάλυση και πιο πολλά δεδομένα των περιοχών.&lt;br /&gt;
Οι αισθητήρες SAR είναι όργανα που βλέπουν πλευρικά και συλλέγουν δεδομένα σκανάροντας από αριστερά προς τα δεξιά της επίγειας πλατφόρμας στο σημείο ναδίρ με το αμφίπλευρο ορατό πλάτος τους σκαναρίσματος. Το αποτέλεσμα σχετίζεται με την επιφάνεια του εδάφους που σαρώνεται από το SAR, αν και πρέπει να σημειωθεί ότι το SAR δεν μπορεί απαραίτητα να λάβει δεδομένα από ολόκληρη την περιοχή ταυτόχρονα.&lt;br /&gt;
Το ποσοστό κάλυψης της γης από ένα SAR φαίνεται στο σχήμα 1 υποθέτοντας ότι τα δεδομένα λαμβάνονται μόνο από τις πλευρές, όπου τα SAR σκαναρίσματα περιορίζονται από το εύρος των επιτρεπόμενων στο έδαφος γωνιών συχνότητας του σήματος. Οι καμπύλες κορυφώνονται στα ύψη γύρω στα 3000km, επειδή την ορατή ζώνη αυξάνεται σε ύψος , καθώς η ταχύτητα της πλατφόρμας στο ναδίρ μειώνεται σε ύψος.&lt;br /&gt;
Το γενικό συμπέρασμα είναι ότι τα ύψη γύρω στα 2000-5000km μπορεί να είναι πιο ευνοϊκά από την άποψη κάλυψης της γης. Οι ακριβείς θέσεις των κορυφών στις καμπύλες εξαρτώνται από τις υποθέσεις σε επίπεδο συστήματος.&lt;br /&gt;
Επίσης πρέπει να σημειωθεί ότι για συνεχή κάλυψη, όπως π.χ. σε περιπτώσεις για αντιμετώπιση καταστροφών, το μονέλο του σχήματος 1 είναι ανεπαρκές. Σε αυτήν την περίπτωση πιο υψηλές τροχιές (10.000-14.000km) θα ήταν πιο αποτελεσματικές στο να προσφέρουν στιγμιαία παγκόσμια πρόσβαση&lt;br /&gt;
Τα θέματα που σχετίζονται με το απαιτούμενο μέγεθος και την πολυπλοκότητα της κεραίας SAR περιορίζουν το σχέδιο της αρχιτεκτονικής της παρατηρήσης. Για να αποφύγουμεrange-Doppler ασάφειες το άνοιγμα της κεραίας SAR θα πρέπει να έχει μια ελάχιστη προβλεπόμενη περιοχή&lt;br /&gt;
Α&amp;gt;=Κφδξξδ&lt;br /&gt;
, όπου ρ είναι το εύρος κλίσης, λ είναι το μήκος κύματος, ν η σχετική ταχύτητα της πλατφόρμας, θinc είναι η γωνία προσβολής,c είναι η ταχύτητα του φωτός και κ είναι ένας συνεχής σχεδιασμός (συνήθως 1.2-1.5 για σύστημα με έναν πόλο). Τα μεγαλύτερα ύψη λοιπόν χρειάζονται μεγαλύτερες κεραίες για μεγαλύτερη δύναμη μετάδοσης. Για αυτό τα μεγάλα ύψη προτάσσουν προηγμένη τεχνολογία για μεγάλες και ελαφριές κεραίες.&lt;br /&gt;
Εδώ να περιγράψουμε σύντομα τα αποτελέσματα για μια ανάλυση κάλυψης ενός SAR, που λειτουργεί σε ύψος περίπου 3000km. Η κλίση της τροχιάς είναι 112ο και η τροχιά επαναλαμβάνεται κάθε δύο ημέρες. Το σημείο μελέτης υπολογίζει ένα L-Band άνοιγμα κεραίας στα 10x40m, το οποίο μπορεί να κατευθύνεται να κοιτά είτε αριστερά, είτε δεξιά από την παρακολούθηση εδάφους. Αν και ένα τέτοιο άνοιγμα κεραίας θα χρειαζόταν τεχνολογία, που θα συζητηθεί παρακάτω, ο αισθητήρας θα είναι ικανός να συλλέξει δεδομένα παγκοσμίως σε γωνίες συχνότητας εδάφους στις 15-65ο και αντίστοιχα να κοιτά γωνίες από 10-38ο. Καθώς όλα τα σημεία θα ήταν ορατά στο έδαφος πολλαπλές φορές κατά την διάρκεια τροχιάς των δύο ημερών, ο μεγαλύτερος χρόνος αναμονής πριν από την απεικόνιση κάθε δεδομένης περιόδου θα ήταν της τάξης των 12 ωρών για ένα μόνο δορυφόρο. Ο χρόνος αναμονής και ο αποτελεσματικός χρόνος επανάληψης θα μπορούσε να μειωθεί περισσότερο με την χρήση μιας ομάδας αστερισμού από δορυφόρους.&lt;br /&gt;
Καθώς το σύστημα μπορούσε να παρέχει παγκόσμια κάλυψη με ποικιλία από γεωμετρίες, η τρισδιάστατη ακρίβεια μετατόπισης του συστήματος θα ήταν εξαιρετική για τα περισσότερα μέρη του κόσμου. Επίσης το σύστημα θα μπορούσε να παρέχει πλήρη κάλυψη της φης μεταξύ+-84ο πλάτος σε γωνίες μεταξύ 20-45ο. Σε αυτές τις πιο απότομες γωνιές περιοχή της κεραίας θα ήταν αρκετή για παλωσιμετρική λειτουργία, η οποία θα μπορούσε να εξαιρεθεί πιο εύκολα η βλάστηση από την καταγραφή της υφέρπουσας επιφάνειας. Η πολωμέτρηση θα ευνοούσε επίσης άλλους τύπους μετρήσεων, αν και δεν υπήρξε κίνητρο σχεδιασμού για αυτήν την ανάλυση.&lt;br /&gt;
Το InSAR σύστημα αυτής της μελέτης θα παρακολουθεί την περιοχή 78% του χρόνου, πολύ περισσότερο από το αντίστοιχο LEO σύστημα. Με αρκετή δύναμη, αποθήκες δεδομένων και ικανότητα downlink, το σύστηνα μπορεί να παρέχει μεγαλύτερο όγκο χρήσιμων δεδομένων από ό,τι από κάποια πιο χαμηλά τροχιά. Το μεγαλύτερο ύψος επίσης θα επέτρεπε στους downlink  σταθμούς να έχουν εικόνα με μεγαλύτερη διάρκεια σε κάθε πέρασμα, αν και μπορούμε να οραματισθούμε ένα καλύτερο σύστημα επικοινωνίας, αν υποθέσουμε μια ομάδα δορυφόρων.&lt;br /&gt;
Είναι εμφανές ότι ακόμα πιο υψηλές τροχιές θα ήταν πιο ελκυστικές, εάν χρειάζονταν σχεδόν στιγμιαία πρόσβαση. Η ικανότητα να υπάρχει συνεχής εικόνα για μια περιοχή ενδιαφέροντος, θα μπορούσε καλύτερα να πραγματοποιηθεί από μια ομάδα αισθητήρων σε μεγαλύτερο ύψος.&lt;br /&gt;
Παλαιότερη μελέτη εξέτασε την κάλυψη από μια ομάδα 10 δορυφόρων γεωσύγχρονων SAR και απέδειξε ότι οι περισσότερες περιοχές στο έδαφος θα μπορούσαν να απεικονίζονται συνεχώς για πολλές ώρες. Ωστόσο οι γεωστατικές τροχιές δεν είναι χρήσιμες, επειδή οι αισθητήρες SAR χρειάζονται σχετική κίνηση μεταξύ της πλατφόρμας και της επιφάνειας της γης. Ενώ οι γεωσύγχρονες με κλίση τροχιές παραμένουν πάνω από καθορισμένα ύψη της γης και μπορούν να φανούν χρήσιμες για την καλύτερη κάλυψη συγκεκριμένων περιοχών, αυτό ωστόσο μπορεί να αποδειχθεί μη αποτελεσματικό, εάν απαιτείται παγκόσμια κάλυψη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα πλεονεκτήματα των γεωσυγχρονων τροχιών προκύπτουν κυρίως από τα μεγάλα ύψη, όχι από την γεωσυγχρονικότητα. Υψηλές MEO τροχιές (10.000-25.000km) μπορούν συνεπώς να παρέχουν παρόμοια πλεονεκτήματα στην πλήρη κάλυψη της γης με χαμηλό κόστος.&lt;br /&gt;
Οι μελέτες μας προτείνουν ότι μια ομάδα 9 δορυφόρων MEO SAR σε ύψος 14.000km μπορεί να παρακολουθεί τις περισσότερες περιοχές στην επιφάνεια για περισσότερο από 50% του χρόνου με κενά κάλυψης όχι μεγαλύτερα από 2 ώρες. Μια ομάδα 6 δορυφόρων στα 20.000km μπορεί να παρακολουθεί τις Η.Π.Α. συνεχώς, αν και δεν παρέχει παγκόσμια κάλυψη.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
3.	Επιτρεπόμενες  Τεχνολογίες&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Παράλληλα με τα πλεονεκτήματα, οι αρχιτεκτονικές MEO έχουν και πολλές προκλήσεις. Πρώτο και κύριο χρειαζόμαστε επαναστατικές τεχνολογίες για κεραίες που επιτρέπουν τόσο πολύπλοκα συστήματα. Αυτές οι μεγάλες κεραίες θα ήταν πρόκληση να χτιστούν, να αναπτυχθούν και να συντηρηθούν. Υπολογίζεται ότι χρειαζόμαστε κεραίες με μάζα πυκνότητας 2 με 4kg/m2, που να επιτρέπουν το μεγάλο άνοιγμα (10x40). Αυτές οι μάζες πυκνότητας εμπεριέχουν τη δομή στήριξης της κεραίας, το άνοιγμα και όλα τα ηλεκτρονικά της κεραίας.&lt;br /&gt;
Ένας τρόπος για να πετύχουμε τη μείωση στη μάζα πυκνότητας είναι η χρήση ενός λεπτού φιλμ μεμβράνης για το άνοιγμα της κεραίας μαζί με χαμηλότερης μάζας δομές στήριξης. Το σχ. 4 δείχνει ένα παράδειγμα κεραίας με μεμβράνη. Ωστόσο, ένα σύστημα με λογιότερη δομική στήριξη είναι επιτρεπτές σε παραμορφώσεις της επιφάνειας και λάθη. Για τις σταδιακές συστοιχίες, η απόλυτη γνώση και ο έλεγχος φάσης του εμπρόσθιου κύματος είναι η κινητήρια απαίτηση. Η φυσική μετατόπιση και η συνιστώσα φάση συνεισφέρουν και τα δύο στην παραμόρφωση της “φάσης επιφάνειας” μιας ενεργής παράταξης. Οι κεραίες μεμβράνης διαφέρουν από τις κανονικές, οι άκαμπτες σταδιακές συστοιχίες σε αυτή τη φυσική μετατόπιση μπορεί να είναι ένας σημαντικός συντελεστής στο εμπρόσθιας - φάσης λάθος και μπορεί να αλλάξει χρονικά και χωρικά. Επομένως, για μια κεραία μεμβράνης χωρίς άκαμπτη δομή στήριξης, εξελιγμένη μετρολογία και βαθμονόμηση είναι απαραίτητα. Αυξάνοντας τη δομική στήριξη της κεραίας ή του προσαρμοστικό έλεγχο ανοίγματος είναι δύο βασικές μέθοδοι για τη διατήρηση της απαιτούμενης φάσης σταθερότητας μιας διάταξης μεμβράνης. Η μάζα, η πολυπλοκότητα και το κόστος των άκαμπτων πολύπλευρων και βασισμένων σε μεμβράνες συστημάτων. Χρειάζεται να μελετηθούν προσεκτικά σε σχέση με την επίδοση. Βραχυπρόθεσμα, μια κεραία μεμβράνης με περισσότερη στήριξη δομής θα μπορούσε να είναι μια αποδεκτή λύση με περισσότερα μηχανολογικά συστήματα, καθώς η τεχνολογία ωριμάζει. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Γεωλογία – Εδαφολογία]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Etairidoukyriaki</name></author>	</entry>

	</feed>