<?xml version="1.0"?>
<?xml-stylesheet type="text/css" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/skins/common/feed.css?270"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom" xml:lang="el">
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Diafani21&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FDiafani21</id>
		<title>RemoteSensing Wiki - Συνεισφορές χρήστη [el]</title>
		<link rel="self" type="application/atom+xml" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php?feed=atom&amp;target=Diafani21&amp;title=%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C%3A%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82%2FDiafani21"/>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%95%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CF%8C:%CE%A3%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%B9%CF%83%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%AD%CF%82/Diafani21"/>
		<updated>2026-05-19T22:02:14Z</updated>
		<subtitle>Από RemoteSensing Wiki</subtitle>
		<generator>MediaWiki 1.16.2</generator>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%93%CE%A0_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B1%CE%B5%CE%B9%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85</id>
		<title>Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%93%CE%A0_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B1%CE%B5%CE%B9%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85"/>
				<updated>2011-02-11T21:08:28Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς: Dr. C.P. Johnson, Dr. Benidhar Deshmukh &amp;amp; Dr. Manish Kale'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www.gsdi.org/gsdiconf/gsdi10/papers/TS23.2paper.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το παρών άρθρο αναφέρεται στην χρήση των της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ για την καταγραφή, αντιμετώπιση και πρόβλεψη των φυσικών καταστροφών που συμβαίνουν στην Δημοκρατία του Μαυρίκιου. Αναλύει τις μεθόδους και τις τεχνικές που εφαρμόζονται βάσει αυτών των εργαλείων (τηλεπισκόπηση και ΣΓΠ) σε κάθε είδους πρόβλημα προκύπτει από τις φυσικές και ανθρωπογενείς δυνάμεις, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία και αειφόρο ανάπτυξη του Μαυρίκιου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το κράτος του Μαυρίκιου βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα του Ινδικού ωκεανού και αποτελείται από πολλά μικρά ηφαιστιογενή νησιά, συνολικής έκτασης 2040 Km2. Η γεωγραφική του θέση συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη σύμφωνα με την ένταση και την συχνότητα των περιβαλλοντικών καταστροφών που συμβαίνουν εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτές οι καταστροφές δεν πλήττουν μόνο τους φυσικούς πόρους και το  περιβάλλον του κράτους αλλά πολλές φορές αφαιρούν και ανθρώπινες ζωές. Το αποτέλεσμα αυτών των καταστροφών είναι πολύ δυσμενή  τόσο για τους κατοίκους όσο και στην εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας του κράτους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα πιο σημαντικά προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η κρατική μηχανή του Μαυρίκιου είναι: η υποβάθμιση-καταστροφή των παράκτιων οικοσυστημάτων όπως οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, η αποψίλωση των δασών και η μείωση της βιοποικιλότητας, οι φυσικές καταστροφές και η διαχείριση των υδατικών πόρων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην επίλυση αυτών των προβλημάτων, σημαντικό ρόλο παίζει και η συμμετοχή της επιστήμης με τα τις χωρικές τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα, η Τηλεπισκόπηση και τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών χρησιμοποιούνται ευρέως για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων, αφού έχουν την δυνατότητα να παράγουν πληροφορίες μέσω της αδιάκοπης δορυφορικής καταγραφής των φαινομένων, της ανάλυσης και της πρόβλεψης τους βάσει επιστημονικών μοντέλων, καθώς και την οπτικοποίηση πιθανών μελλοντικών σεναρίων που αφορά την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων, βοηθώντας έτσι τους διοικούντες να πάρουν έγκαιρα αποτελεσματικά μέτρα που θα ελαχιστοποιούν τις αρνητικές συνέπειες των φυσικών καταστροφών όταν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια στα παράκτια οικοσυστήματα ένα ολοκληρωμένο ΣΓΠ έχει την δυνατότητα να χαρτογραφήσει αναλυτικά την γεωμορφολογία των κοραλλιογενών υφάλων καθώς και τα διάφορα οικοσυστήματα που υπάρχουν εκεί ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια γεωβάση που να περιέχει χωρικά και μη δεδομένα που αφορούν τους κοραλλιογενείς υφάλους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την χρήση της Τηλεπισκόπησης μπορεί να καταγραφεί η φυσική κατάσταση των παράκτιων οικοσυστημάτων. Επίσης να γίνει καταγραφή των ιστορικών και πιο πρόσφατων αλλαγών στα οικοσυστήματα καθώς και η κατάταξη τους ως προς τις αιτίες, ανθρωπογενείς πιέσεις ή φυσικές λόγω της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί ακόμα να γίνει και κατασκευή χαρτών που να απεικονίζονται οι χρήσεις της παράκτιας ζώνης από τις διάφορες κατηγορίες χρηστών όπως οι τουρίστες, οι αλιείς κτλ. έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ορθότερης διαχείρισης ανάλογα με τις ανάγκες που προκύπτουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των δασικών πόρων και στην διατήρηση της βιοποικιλότητας σε επιτρεπτά επίπεδα τα ΣΓΠ και η Τηλεπισκόπηση μπορούν συμβάλουν με τους εξής τρόπους:&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση της περιοχής του δάσους &lt;br /&gt;
* Ταξινόμηση της χλωρίδας ανά είδος και τύπο&lt;br /&gt;
* Δημιουργία βάσης με δεδομένα για τον τύπο του εδάφους και καταγραφή των χημικών στοιχείων που περιέχονται σ’ αυτό&lt;br /&gt;
* Καταγραφή της βιομάζας που υπήρχε στο δάσος διαχρονικά ώστε να εντοπίζονται οι αλλαγές&lt;br /&gt;
* Καταγραφή του άνθρακα που αποδεσμεύει το δάσος&lt;br /&gt;
* Δημιουργία χάρτη για την καθαρή πρωτογενή παραγωγικότητα του δάσους και,&lt;br /&gt;
* Χάρτες  για την αλλαγή των χρήσεων γης διαχρονικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των υδατικών πόρων οι οποίοι είναι περιορισμένοι και πρέπει να ικανοποιήσουν τον μεγάλο όγκο των τουριστών ταυτόχρονα με την τοπική ζήτηση προτείνεται:&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση όλων των επιφανειακών υδάτων καθώς και της ποιότητας τους&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση των υπόγειων αποθεμάτων&lt;br /&gt;
* Ανάλυση του δικτύου διανομής του νερού&lt;br /&gt;
* Καθορισμός των περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών&lt;br /&gt;
* Εύρεση των καταλληλότερων περιοχών για εξαγωγή των υπόγειων νερών&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των φυσικών καταστροφών, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα διαχείρισης των καταστροφών ώστε να ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να προβλέψει και να αντιδράσει έγκαιρα σε επερχόμενες καταστροφές.&lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* Κατασκευή χαρτών που να απεικονίζουν τις πιο ευάλωτες περιοχές σε ολόκληρη την επικράτεια του Μαυρίκιου για απειλές κυρίως από κυκλώνες, τσουνάμι, πλημμύρες, ξηρασία, διάβρωση, κτλ&lt;br /&gt;
* Προσομοίωση υποθετικών σεναρίων για επιπτώσεις και ζημιές που θα επιφέρει μια φυσική καταστροφή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες&lt;br /&gt;
* Παραγωγή βοηθητικών μέτρων σε περίπτωση που κάποια περιοχή πληγεί από κάποια φυσική καταστροφή, παραδείγματος χάριν χάρτες εκκενώσεως περιοχών, δικτύων διασώσεων κτλ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συμπερασματικά οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χρήση της τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ παράγει μια πληθώρα πληροφοριών που αφορούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προέρχονται είτε από φυσικές είτε από ανθρώπινες δυνάμεις, δίνοντας ταυτόχρονα μέσω της παρακολούθησης και της πρόβλεψης την δυνατότητα για λήψη έγκαιρων και ορθότερων μέτρων στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Μέσω της συνεχούς καταγραφής των φυσικών φαινομένων και των ανθρωπογενών πιέσεων, γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ τους και έτσι δίνεται η δυνατότητα κατασκευής ενός βοηθητικού συστήματος για την λήψη αποφάσεων όταν αυτές απαιτούνται ειδικά σε κρίσιμες καταστάσεις. όταν π.χ.  η περιοχή πληγεί από τυφώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Περιβαλλοντικές Επιπτώσεις]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%93%CE%A0_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B1%CE%B5%CE%B9%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85</id>
		<title>Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%93%CE%A0_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B1%CE%B5%CE%B9%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85"/>
				<updated>2011-02-11T21:07:18Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
'''Συγγραφείς: Dr. C.P. Johnson, Dr. Benidhar Deshmukh &amp;amp; Dr. Manish Kale'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www.gsdi.org/gsdiconf/gsdi10/papers/TS23.2paper.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το παρών άρθρο αναφέρεται στην χρήση των της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ για την καταγραφή, αντιμετώπιση και πρόβλεψη των φυσικών καταστροφών που συμβαίνουν στην Δημοκρατία του Μαυρίκιου. Αναλύει τις μεθόδους και τις τεχνικές που εφαρμόζονται βάσει αυτών των εργαλείων (τηλεπισκόπηση και ΣΓΠ) σε κάθε είδους πρόβλημα προκύπτει από τις φυσικές και ανθρωπογενείς δυνάμεις, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία και αειφόρο ανάπτυξη του Μαυρίκιου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το κράτος του Μαυρίκιου βρίσκεται στο νοτιοδυτικό σημείο του Ινδικού ωκεανού και αποτελείται από πολλά μικρά ηφαιστιογενή νησιά, συνολικής έκτασης 2040 Km2. Η γεωγραφική του θέση συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη σύμφωνα με την ένταση και την συχνότητα των περιβαλλοντικών καταστροφών που συμβαίνουν εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτές οι καταστροφές δεν πλήττουν μόνο τους φυσικούς πόρους και το  περιβάλλον του κράτους αλλά πολλές φορές αφαιρούν και ανθρώπινες ζωές. Το αποτέλεσμα αυτών των καταστροφών είναι πολύ δυσμενή  τόσο για τους κατοίκους όσο και στην εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας του κράτους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα πιο σημαντικά προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η κρατική μηχανή του Μαυρίκιου είναι: η υποβάθμιση-καταστροφή των παράκτιων οικοσυστημάτων όπως οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, η αποψίλωση των δασών και η μείωση της βιοποικιλότητας, οι φυσικές καταστροφές και η διαχείριση των υδατικών πόρων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην επίλυση αυτών των προβλημάτων, σημαντικό ρόλο παίζει και η συμμετοχή της επιστήμης με τα τις χωρικές τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα, η Τηλεπισκόπηση και τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών χρησιμοποιούνται ευρέως για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων, αφού έχουν την δυνατότητα να παράγουν πληροφορίες μέσω της αδιάκοπης δορυφορικής καταγραφής των φαινομένων, της ανάλυσης και της πρόβλεψης τους βάσει επιστημονικών μοντέλων, καθώς και την οπτικοποίηση πιθανών μελλοντικών σεναρίων που αφορά την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων, βοηθώντας έτσι τους διοικούντες να πάρουν έγκαιρα αποτελεσματικά μέτρα που θα ελαχιστοποιούν τις αρνητικές συνέπειες των φυσικών καταστροφών όταν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια στα παράκτια οικοσυστήματα ένα ολοκληρωμένο ΣΓΠ έχει την δυνατότητα να χαρτογραφήσει αναλυτικά την γεωμορφολογία των κοραλλιογενών υφάλων καθώς και τα διάφορα οικοσυστήματα που υπάρχουν εκεί ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια γεωβάση που να περιέχει χωρικά και μη δεδομένα που αφορούν τους κοραλλιογενείς υφάλους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την χρήση της Τηλεπισκόπησης μπορεί να καταγραφεί η φυσική κατάσταση των παράκτιων οικοσυστημάτων. Επίσης να γίνει καταγραφή των ιστορικών και πιο πρόσφατων αλλαγών στα οικοσυστήματα καθώς και η κατάταξη τους ως προς τις αιτίες, ανθρωπογενείς πιέσεις ή φυσικές λόγω της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί ακόμα να γίνει και κατασκευή χαρτών που να απεικονίζονται οι χρήσεις της παράκτιας ζώνης από τις διάφορες κατηγορίες χρηστών όπως οι τουρίστες, οι αλιείς κτλ. έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ορθότερης διαχείρισης ανάλογα με τις ανάγκες που προκύπτουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των δασικών πόρων και στην διατήρηση της βιοποικιλότητας σε επιτρεπτά επίπεδα τα ΣΓΠ και η Τηλεπισκόπηση μπορούν συμβάλουν με τους εξής τρόπους:&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση της περιοχής του δάσους &lt;br /&gt;
* Ταξινόμηση της χλωρίδας ανά είδος και τύπο&lt;br /&gt;
* Δημιουργία βάσης με δεδομένα για τον τύπο του εδάφους και καταγραφή των χημικών στοιχείων που περιέχονται σ’ αυτό&lt;br /&gt;
* Καταγραφή της βιομάζας που υπήρχε στο δάσος διαχρονικά ώστε να εντοπίζονται οι αλλαγές&lt;br /&gt;
* Καταγραφή του άνθρακα που αποδεσμεύει το δάσος&lt;br /&gt;
* Δημιουργία χάρτη για την καθαρή πρωτογενή παραγωγικότητα του δάσους και,&lt;br /&gt;
* Χάρτες  για την αλλαγή των χρήσεων γης διαχρονικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των υδατικών πόρων οι οποίοι είναι περιορισμένοι και πρέπει να ικανοποιήσουν τον μεγάλο όγκο των τουριστών ταυτόχρονα με την τοπική ζήτηση προτείνεται:&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση όλων των επιφανειακών υδάτων καθώς και της ποιότητας τους&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση των υπόγειων αποθεμάτων&lt;br /&gt;
* Ανάλυση του δικτύου διανομής του νερού&lt;br /&gt;
* Καθορισμός των περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών&lt;br /&gt;
* Εύρεση των καταλληλότερων περιοχών για εξαγωγή των υπόγειων νερών&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των φυσικών καταστροφών, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα διαχείρισης των καταστροφών ώστε να ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να προβλέψει και να αντιδράσει έγκαιρα σε επερχόμενες καταστροφές.&lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* Κατασκευή χαρτών που να απεικονίζουν τις πιο ευάλωτες περιοχές σε ολόκληρη την επικράτεια του Μαυρίκιου για απειλές κυρίως από κυκλώνες, τσουνάμι, πλημμύρες, ξηρασία, διάβρωση, κτλ&lt;br /&gt;
* Προσομοίωση υποθετικών σεναρίων για επιπτώσεις και ζημιές που θα επιφέρει μια φυσική καταστροφή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες&lt;br /&gt;
* Παραγωγή βοηθητικών μέτρων σε περίπτωση που κάποια περιοχή πληγεί από κάποια φυσική καταστροφή, παραδείγματος χάριν χάρτες εκκενώσεως περιοχών, δικτύων διασώσεων κτλ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συμπερασματικά οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χρήση της τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ παράγει μια πληθώρα πληροφοριών που αφορούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προέρχονται είτε από φυσικές είτε από ανθρώπινες δυνάμεις, δίνοντας ταυτόχρονα μέσω της παρακολούθησης και της πρόβλεψης την δυνατότητα για λήψη έγκαιρων και ορθότερων μέτρων στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Μέσω της συνεχούς καταγραφής των φυσικών φαινομένων και των ανθρωπογενών πιέσεων, γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ τους και έτσι δίνεται η δυνατότητα κατασκευής ενός βοηθητικού συστήματος για την λήψη αποφάσεων όταν αυτές απαιτούνται ειδικά σε κρίσιμες καταστάσεις. όταν π.χ.  η περιοχή πληγεί από τυφώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Περιβαλλοντικές Επιπτώσεις]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%93%CE%A0_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B1%CE%B5%CE%B9%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85</id>
		<title>Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CF%81%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%82_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%A4%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B9%CF%83%CE%BA%CF%8C%CF%80%CE%B7%CF%83%CE%B7%CF%82_%CE%BA%CE%B1%CE%B9_%CF%84%CF%89%CE%BD_%CE%A3%CE%93%CE%A0_%CF%83%CF%84%CE%B7%CE%BD_%CE%B1%CE%B5%CE%B9%CF%86%CF%8C%CF%81%CE%BF_%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%80%CF%84%CF%85%CE%BE%CE%B7_%CF%84%CE%B7%CF%82_%CE%94%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82_%CF%84%CE%BF%CF%85_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%AF%CE%BA%CE%B9%CE%BF%CF%85"/>
				<updated>2011-02-11T21:06:29Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: New page: Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου  Συγγραφεί...&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγγραφείς: Dr. C.P. Johnson, Dr. Benidhar Deshmukh &amp;amp; Dr. Manish Kale&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www.gsdi.org/gsdiconf/gsdi10/papers/TS23.2paper.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το παρών άρθρο αναφέρεται στην χρήση των της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ για την καταγραφή, αντιμετώπιση και πρόβλεψη των φυσικών καταστροφών που συμβαίνουν στην Δημοκρατία του Μαυρίκιου. Αναλύει τις μεθόδους και τις τεχνικές που εφαρμόζονται βάσει αυτών των εργαλείων (τηλεπισκόπηση και ΣΓΠ) σε κάθε είδους πρόβλημα προκύπτει από τις φυσικές και ανθρωπογενείς δυνάμεις, οι οποίες επηρεάζουν αρνητικά την εύρυθμη λειτουργία και αειφόρο ανάπτυξη του Μαυρίκιου. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Το κράτος του Μαυρίκιου βρίσκεται στο νοτιοδυτικό σημείο του Ινδικού ωκεανού και αποτελείται από πολλά μικρά ηφαιστιογενή νησιά, συνολικής έκτασης 2040 Km2. Η γεωγραφική του θέση συγκαταλέγεται ανάμεσα στις πιο ευάλωτες περιοχές του πλανήτη σύμφωνα με την ένταση και την συχνότητα των περιβαλλοντικών καταστροφών που συμβαίνουν εκεί.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Αυτές οι καταστροφές δεν πλήττουν μόνο τους φυσικούς πόρους και το  περιβάλλον του κράτους αλλά πολλές φορές αφαιρούν και ανθρώπινες ζωές. Το αποτέλεσμα αυτών των καταστροφών είναι πολύ δυσμενή  τόσο για τους κατοίκους όσο και στην εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας του κράτους.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Τα πιο σημαντικά προβλήματα που καλείται να αντιμετωπίσει η κρατική μηχανή του Μαυρίκιου είναι: η υποβάθμιση-καταστροφή των παράκτιων οικοσυστημάτων όπως οι κοραλλιογενείς ύφαλοι, η αποψίλωση των δασών και η μείωση της βιοποικιλότητας, οι φυσικές καταστροφές και η διαχείριση των υδατικών πόρων.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην επίλυση αυτών των προβλημάτων, σημαντικό ρόλο παίζει και η συμμετοχή της επιστήμης με τα τις χωρικές τεχνολογίες που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα, η Τηλεπισκόπηση και τα Συστήματα Γεωγραφικών Πληροφοριών χρησιμοποιούνται ευρέως για την επίλυση τέτοιων προβλημάτων, αφού έχουν την δυνατότητα να παράγουν πληροφορίες μέσω της αδιάκοπης δορυφορικής καταγραφής των φαινομένων, της ανάλυσης και της πρόβλεψης τους βάσει επιστημονικών μοντέλων, καθώς και την οπτικοποίηση πιθανών μελλοντικών σεναρίων που αφορά την εξέλιξη των φυσικών φαινομένων, βοηθώντας έτσι τους διοικούντες να πάρουν έγκαιρα αποτελεσματικά μέτρα που θα ελαχιστοποιούν τις αρνητικές συνέπειες των φυσικών καταστροφών όταν συμβαίνουν σε πραγματικό χρόνο.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με άλλα λόγια στα παράκτια οικοσυστήματα ένα ολοκληρωμένο ΣΓΠ έχει την δυνατότητα να χαρτογραφήσει αναλυτικά την γεωμορφολογία των κοραλλιογενών υφάλων καθώς και τα διάφορα οικοσυστήματα που υπάρχουν εκεί ενώ ταυτόχρονα να δημιουργήσει μια γεωβάση που να περιέχει χωρικά και μη δεδομένα που αφορούν τους κοραλλιογενείς υφάλους. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Με την χρήση της Τηλεπισκόπησης μπορεί να καταγραφεί η φυσική κατάσταση των παράκτιων οικοσυστημάτων. Επίσης να γίνει καταγραφή των ιστορικών και πιο πρόσφατων αλλαγών στα οικοσυστήματα καθώς και η κατάταξη τους ως προς τις αιτίες, ανθρωπογενείς πιέσεις ή φυσικές λόγω της παγκόσμιας κλιματικής αλλαγής. &lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Μπορεί ακόμα να γίνει και κατασκευή χαρτών που να απεικονίζονται οι χρήσεις της παράκτιας ζώνης από τις διάφορες κατηγορίες χρηστών όπως οι τουρίστες, οι αλιείς κτλ. έτσι ώστε να υπάρχει η δυνατότητα ορθότερης διαχείρισης ανάλογα με τις ανάγκες που προκύπτουν.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των δασικών πόρων και στην διατήρηση της βιοποικιλότητας σε επιτρεπτά επίπεδα τα ΣΓΠ και η Τηλεπισκόπηση μπορούν συμβάλουν με τους εξής τρόπους:&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση της περιοχής του δάσους &lt;br /&gt;
* Ταξινόμηση της χλωρίδας ανά είδος και τύπο&lt;br /&gt;
* Δημιουργία βάσης με δεδομένα για τον τύπο του εδάφους και καταγραφή των χημικών στοιχείων που περιέχονται σ’ αυτό&lt;br /&gt;
* Καταγραφή της βιομάζας που υπήρχε στο δάσος διαχρονικά ώστε να εντοπίζονται οι αλλαγές&lt;br /&gt;
* Καταγραφή του άνθρακα που αποδεσμεύει το δάσος&lt;br /&gt;
* Δημιουργία χάρτη για την καθαρή πρωτογενή παραγωγικότητα του δάσους και,&lt;br /&gt;
* Χάρτες  για την αλλαγή των χρήσεων γης διαχρονικά.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των υδατικών πόρων οι οποίοι είναι περιορισμένοι και πρέπει να ικανοποιήσουν τον μεγάλο όγκο των τουριστών ταυτόχρονα με την τοπική ζήτηση προτείνεται:&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση όλων των επιφανειακών υδάτων καθώς και της ποιότητας τους&lt;br /&gt;
* Χαρτογράφηση των υπόγειων αποθεμάτων&lt;br /&gt;
* Ανάλυση του δικτύου διανομής του νερού&lt;br /&gt;
* Καθορισμός των περιβαλλοντικά ευαίσθητων περιοχών&lt;br /&gt;
* Εύρεση των καταλληλότερων περιοχών για εξαγωγή των υπόγειων νερών&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην διαχείριση των φυσικών καταστροφών, θα πρέπει να δημιουργηθεί ένα σύστημα διαχείρισης των καταστροφών ώστε να ενισχύσει την ικανότητα του κράτους να προβλέψει και να αντιδράσει έγκαιρα σε επερχόμενες καταστροφές.&lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα:&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
* Κατασκευή χαρτών που να απεικονίζουν τις πιο ευάλωτες περιοχές σε ολόκληρη την επικράτεια του Μαυρίκιου για απειλές κυρίως από κυκλώνες, τσουνάμι, πλημμύρες, ξηρασία, διάβρωση, κτλ&lt;br /&gt;
* Προσομοίωση υποθετικών σεναρίων για επιπτώσεις και ζημιές που θα επιφέρει μια φυσική καταστροφή κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες&lt;br /&gt;
* Παραγωγή βοηθητικών μέτρων σε περίπτωση που κάποια περιοχή πληγεί από κάποια φυσική καταστροφή, παραδείγματος χάριν χάρτες εκκενώσεως περιοχών, δικτύων διασώσεων κτλ&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συμπερασματικά οι συγγραφείς καταλήγουν ότι η χρήση της τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ παράγει μια πληθώρα πληροφοριών που αφορούν τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις που προέρχονται είτε από φυσικές είτε από ανθρώπινες δυνάμεις, δίνοντας ταυτόχρονα μέσω της παρακολούθησης και της πρόβλεψης την δυνατότητα για λήψη έγκαιρων και ορθότερων μέτρων στην αντιμετώπιση των προβλημάτων που επηρεάζουν την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική ευημερία. Μέσω της συνεχούς καταγραφής των φυσικών φαινομένων και των ανθρωπογενών πιέσεων, γίνεται ευκολότερη η κατανόηση των σχέσεων που υπάρχουν μεταξύ τους και έτσι δίνεται η δυνατότητα κατασκευής ενός βοηθητικού συστήματος για την λήψη αποφάσεων όταν αυτές απαιτούνται ειδικά σε κρίσιμες καταστάσεις. όταν π.χ.  η περιοχή πληγεί από τυφώνα.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Περιβαλλοντικές Επιπτώσεις]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1</id>
		<title>Αγαπίου Ευαγγελία - Μαρίνα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-11T20:25:19Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη της Δημοκρατίας του Μαυρίκιου]]&lt;br /&gt;
* [[Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D</id>
		<title>Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D"/>
				<updated>2011-02-11T19:35:14Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγγραφείς:  Χρήστος Βασιλάκος, Κώστας Καλαμποκίδης, Ιωάννης Χατζόπουλος, Γεώργιος Κάλλος και Ιωάννης Ματσίνος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www3.aegean.gr/environment/labs/Remote_sensing/publications/Hazard_full_v1.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός επιχειρησιακού συστήματος ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Το πεδίο εφαρμογής είναι το νησί της Λέσβου και οι στόχοι της εργασίας είναι:&lt;br /&gt;
1)Να εξεταστούν οι δυνατότητες που προσφέρονται από τον δέκτη Quickbird στην χαρτογράφηση της εδαφοκάλυψης και των χρήσεων γης.&lt;br /&gt;
2)Να διερευνηθεί η συσχέτιση των βλαστητικών, µμετεωρολογικών  και κοινωνικο-οικονομικών παραμέτρων µε την  ιστορική εμφάνιση και τη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση δασικών  πυρκαγιών  στον  ελλαδικό  χώρο  και  ειδικότερα  σε  µμεσογειακού  τύπου οικοσυστήματα, σε µμεγάλη κλίμακα.&lt;br /&gt;
3)Να ερευνηθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης τεχνητών νευρωνικών δικτύων ως&lt;br /&gt;
εργαλείο συσχετισμού χωρικών µμεταβλητών.&lt;br /&gt;
4)Να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων και &lt;br /&gt;
της χαρτογραφικής µμοντελοποίησης.&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια δίνει τους ορισμούς της Τηλεπισκόπησης και των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων, δηλαδή «Τηλεπισκόπηση» σύµφωνα µε την Αμερικανική Κοινότητα Φωτογραμμετρίας και Τηλεπισκόπησης ορίζεται η τέχνη, η επιστήµη και η τεχνολογία που δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για τα φυσικά αντικείμενα και το περιβάλλον µέσω διαδικασιών που  καταγράφουν,  µμετρούν  και  ειρηνεύουν  εικόνες  και  πρότυπα  της  ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας  και άλλα φαινόμενα. &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση περιλαμβάνει δύο είδη συστημάτων καταγραφής δεδομένων: τα παθητικά και τα ενεργά. Τα παθητικά δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας, οπότε και καταγράφουν την εκπεμπόμενη ενέργεια του στόχου ή την ανακλώμενη ενέργεια που στέλνει κάποια άλλη πηγή η οποία είναι συνήθως ο ήλιος. Τα ενεργά συστήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα Radar,  διαθέτουν  δική  τους  πηγή  ενέργειας.&lt;br /&gt;
Στην παρούσα διατριβή χρησιμοποιήθηκαν δύο δέκτες, ο QuickBird και ο LANDSAT ETM. Ο QuickBird εκτοξεύθηκε στις 18/10/2001 και τέθηκε σε ηλιοσύγχρονη τροχιά µε ύψος 450 km.  διαθέτει πέντε (5) κανάλια καταγραφής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τέσσερα (4) πολυφασµατικά και ένα (1) παγχρωµατικό, µε ραδιοµετρική ευαισθησία έντεκα (11) bit και χωρική   διακριτική  ικανότητα  0,61  m  για  το  παγχρωματικό  κανάλι  και  2,44  m  για  τα πολυφασµατικά. Ο Landsat ETM εκτοξεύθηκε στις 15/4/1999 σε ύψος 750 km και διαθέτει επτά (7) πολυφασµατικά κανάλια καταγραφής µε χωρική διακριτική ικανότητα 30 m (υπέρυθρο 60 m) και ένα (1) παγχρωματικό µε χωρική διακριτική ικανότητα 15 m.&lt;br /&gt;
Η έρευνα στο πεδίο των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων (ΤΝ∆) (Artificial Neural Network), προήλθε από την επιθυμία για παραγωγή τεχνητών συστημάτων, ικανών για εμπεριστατωμένη και  έξυπνη  επεξεργασία,  παρόµοια µε  αυτή  που  πραγματοποιεί ο  ανθρώπινος  εγκέφαλος (Fausett 1994).  Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κάποιος ευρύτατα αποδεκτός ορισµός των ΤΝ∆.&lt;br /&gt;
Από τη µια πλευρά, σύµφωνα µε τον Haykin (1994), ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας µμαζικά παράλληλος  κατανεμημένος επεξεργαστής  ο  οποίος  έχει  την  φυσική  τάση  να  αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την κάνει διαθέσιµη για χρήση.&lt;br /&gt;
Τα ΤΝ∆ είναι ιδιαίτερα χρήσιµα για προβλήματα ταξινόμησης και προσέγγισης συναρτήσεων τα οποία έχουν αρκετά δεδομένα εκπαίδευσης και είναι ανεκτικά όσον αφορά στην ακρίβεια. Αρκετές ειδικότητες επιστημόνων, όπως οι επιστήμονες πληροφορικής, στατιστικοί, µμηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί κ.α. χρησιμοποιούν τα νευρωνικά δίκτυα.[[Εικόνα:AGA pap2 eikona 1.JPG  | thumb| right|Εικόνα1:'''Σχήμα 1:Νευρώνας Τεχνητού Νευρωνικού ∆ικτύου (ΤΝ∆).''']]&lt;br /&gt;
Εκτός από την αρχιτεκτονική των ΤΝ∆, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό διαφοροποίησής τους  είναι  οι  τιµές των  βαρών  διασύνδεσης  µμεταξύ των  νευρώνων.  Η  διαδικασία  για  να οριστούν οι τιµές των βαρών ονομάζεται “εκπαίδευση” και διακρίνεται σε δύο τύπους (Masters 1983, Sarle 1997): την “επιβλεπόμενη” και “µη επιβλεπόμενη”. &lt;br /&gt;
Στην “επιβλεπόμενη εκπαίδευση”,  υπάρχουν γνωστές τιµές εξόδου (επιθυμητές τιµές) που δίνονται στο TΝ∆ κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης. Προσαρμόζοντας τα βάρη των συνδέσεων µμεταξύ των νευρώνων, το TΝ∆ προσπαθεί  να  ταιριάξει  τις  τιµές εξόδου  µε  τις  επιθυμητές τιµές. Στην  µη  επιβλεπόµενη διαδικασία εκμάθησης δεν υπάρχουν αντίστοιχες επιθυμητές τιµές εξόδου. Υπάρχουν µόνο δεδομένα  εισόδου. Έτσι, το TΝ∆  συνήθως πραγματοποιεί συμπίεση των δεδομένων, όπως µμείωση των διαστάσεων ή ομαδοποίηση.&lt;br /&gt;
Για να διασφαλιστεί το ότι το δίκτυο θα µμπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν δείγματα επαλήθευσης µε εγγραφές που δεν συμπεριλαμβάνονται στα δεδομένα εκπαίδευσης. Στο Σχήµα 2 παρουσιάζεται ένα σωστά εκπαιδευμένο ΤΝ∆ το οποίο έχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφευχθεί η υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδομένα εκπαίδευσης όπως συμβαίνει στο Σχήµα 2. Σε περίπτωση που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί δεδομένα επαλήθευσης και το µόνο κριτήριο σωστής εκπαίδευσης ήταν η συνάρτηση του λάθους, τότε το ΤΝ∆  του Σχήματος 2 θα παρουσίαζε&lt;br /&gt;
µμικρότερο λάθος, γεγονός που οδηγεί στη χρήση ενός µη σωστά εκπαιδευμένου δικτύου.[[Εικόνα:AGA pap2 eikona 2.jpg|thumb|Σχήµα 2: (α) Γενικευµένο και (β) πλήρως προσαρµοσµένο ΤΝ∆]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια αναλύει και επεξηγεί τα επιχειρησιακά συστήματα εκτίμησης κινδύνου πυρκαγιών που ισχύουν σε διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία, η Ινδονησία κτλ. Ενώ στο επόμενο σημείο παραθέτει τον τρόπο που η τηλεπισκόπηση και τα Τεχνητά Νευρωνικά Δίκτυα χρησιμοποιούνται ως μέσο πρόληψης των πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι η βραχυπρόθεσμη εκτίµηση του κινδύνου πυρκαγιών είναι στενά συνυφασμένη µε τις καιρικές συνθήκες   οι   οποίες   επηρεάζουν   την   κατάσταση   της   βλάστησης.   Αρκετοί   ερευνητές χρησιμοποιούν τον δέκτη AVHRR της NOAA  για να παρακολουθούν την έλλειψη νερού στη βλάστηση,   αντικαθιστώντας έτσι   την   δειγματοληψία   από   µμετεωρολογικούς   σταθµούς (Chuvieco et al. 1999). Η υψηλή διαχρονική ανάλυση και η πολύ καλή φασµατική πληροφορία (ορατό, κοντινό υπέρυθρο, µέσο υπέρυθρο  και θερµικό υπέρυθρο) καθιστούν τον δέκτη αυτό αρκετά  αποτελεσματικό  για  τον  υπολογισµό  δεικτών  βλάστησης,  περιεχόμενης  υγρασίας βλάστησης  και  επιφανειακής θερµοκρασίας εδάφους.&lt;br /&gt;
Τρεις  κύριες μέθοδοι  χρησιμοποιούνται για τον συσχετισµό των τηλεπισκοπικών δεδοµένων και της εκτίµησης του κινδύνου πυρκαγιών, οι περισσότερες των οποίων βασίζονται στη µελέτη διαχρονικών  δεδοµένων δεικτών βλάστησης κυρίως του NDVI (Normalized Difference Vegetation Index).&lt;br /&gt;
Η διαφορά της ανακλαστικότητας σε αυτά τα κανάλια αποτελεί ένα µέσο παρακολούθησης της πυκνότητας και της υγείας της βλάστησης. Η ύπαρξη της χλωροφύλλης στα φύλλα έχει ως αποτέλεσµα τη µεγαλύτερη αντανάκλαση της ηλεκτροµαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του  κοντινού  υπέρυθρου  από  ό,τι  στο  ορατό.  Όταν  υπάρχει  έλλειψη  νερού  η  βλάστηση αρρωσταίνει, µειώνεται η ποσότητα χλωροφύλλης στα φύλλα και αντανακλά πολύ λιγότερο στο κοντινό υπέρυθρο. Τα σύννεφα, το νερό και τα χιόνια  έχουν µεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό από ό,τι στο κοντινό υπέρυθρο ενώ η διαφορά είναι σχεδόν µηδενική για τα πετρώµατα και το γυµνό έδαφος. Ο NDVI για την βλάστηση τυπικά παίρνει τιµές από 0.1 έως 0.6 όπου οι υψηλότερες τιµές σχετίζονται µε την  έντονη  πυκνότητα και την αυξηµένη χλωροφύλλη στο φύλλωµα. Το έδαφος και τα πετρώµατα έχουν τιµή κοντά στο µηδέν, ενώ οι περιοχές µε νερό έχουν αρνητικές τιµές. Φαινόµενα σκεδασµού από σκόνη και αερολύµατα, υψηλές τιµές ύψους ηλίου και υψηλές τιµές γωνιών σάρωσης αυξάνουν την ανακλαστικότητα στο ερυθρό σε σχέση&lt;br /&gt;
µε το κοντινό υπέρυθρο µε αποτέλεσµα την µείωση του υπολογιζόµενου NDVI.&lt;br /&gt;
Η  δεύτερη  κατηγορία  µεθόδων  χρήσης  τηλεπισκοπικών  δεδοµένων  στην  εκτίµηση  του κινδύνου βασίζεται στις θερµικές ιδιότητες της βλάστησης ως δείκτες έλλειψης νερού µέσω του συσχετισµού των  µετεωρολογικών δεδοµένων και  του  υπολογισµού της  εξατµισοδιαπνοής&lt;br /&gt;
Η τρίτη κατηγορία µεθόδων βασίζεται στο συνδυασµό δεικτών βλάστησης και δεδοµένων στο θερµικό υπέρυθρο, ενώ η τέταρτη κατηγορία περιλαµβάνει συσχετισµό δεδοµένων Radar και περιεχόµενης υγρασίας&lt;br /&gt;
Η   προσέγγιση   των   συναρτήσεων   για   τον   υπολογισµό   των   τριών   αρχικών   δεικτών πραγµατοποιήθηκε µε τη χρήση ΤΝ∆ τα οποία εκπαιδεύτηκαν µε τη µέθοδο της ανάστροφης διάδοσης  σφάλµατος (back-propagation). Η συγκεκριµένη µέθοδος χρησιµοποιείται για την επιβλεπόµενη εκπαίδευση ΤΝ∆ ευθείας τροφοδότησης. Αποτελεί την πιο δηµοφιλή µέθοδο για την  εκπαίδευση ενός  ΤΝ∆  µε πολλά επίπεδα επεξεργασίας  και έγινε δηµοφιλής από τους Rumelhart and McClelland (1986). &lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης το δίκτυο ξεκινά τη διαδικασία µάθησης από τυχαίες τιµές των  βαρών του. Η υπολογιζόµενη τιµή εξόδου συγκρίνεται µε την πραγµατική τιµή. Η ίδια διαδικασία επαναλαµβάνεται πολλές φορές έτσι ώστε σταδιακά το λάθος να ελαττωθεί µέχρι να γίνει πολύ µικρό και ανεκτό. Στόχος της εκπαίδευσης είναι να ελαχιστοποιηθεί η συνάρτηση του λάθους µέσω της διόρθωσης των βαρών w. &lt;br /&gt;
Ο βαθµός εκµάθησης ρυθµίζει τον ρυθµό και την ταχύτητα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Το δίκτυο ανατροφοδοτείται µε νέα δεδοµένα εκπαίδευσης και η διαδικασία συνεχίζεται για t επαναλήψεις (εποχές) µέχρι να ελαχιστοποιηθεί το λάθος. Για να διασφαλιστεί το γεγονός ότι το δίκτυο θα µπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου, χρησιµοποιήθηκαν  δείγµατα  επαλήθευσης  µε  εγγραφές  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται στα δεδοµένα εκπαίδευσης. Η  εκπαίδευση διακόπτεται όταν το MSE αρχίζει να αυξάνεται στα δεδοµένα επαλήθευσης, ακόµα και αν συνεχίζει να µειώνεται για το δείγµα εκπαίδευσης. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το ΤΝ∆ έχει επιτύχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφύγει µια υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδοµένα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Για την επιλογή της τελικής δοµής των νευρωνικών δικτύων κάθε δείκτη, πραγµατοποιήθηκαν πολλές   δοκιµές.  Η  αξιολόγηση  της  εκπαίδευσης  των  ΤΝ∆  πραγµατοποιήθηκε  µε  την παρακολούθηση  των  ποσοστών  της  σωστής  ταξινόµησης των  δειγµάτων εκπαίδευσης  και επαλήθευσης, δηλαδή  σηµεία πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν ως πυρκαγιές και σηµεία µη- πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν αντίστοιχα ως µη-πυρκαγιές. Επίσης πραγµατοποιούταν έλεγχος του µέσου τετραγωνικού σφάλµατος (MSE) µε διακοπή της διαδικασίας όταν παρουσιαζόταν αύξηση του MSE στο δείγµα επαλήθευσης για την περίοδο 1970-2001. Το MSE του δείγµατος του 2003 υπολογίστηκε µε το εκπαιδευµένο ΤΝ∆,  επειδή σε αυτό το δείγµα επαλήθευσης συµπεριλαµβάνονται µόνο σηµεία πυρκαγιών.&lt;br /&gt;
Στο επόμενο βήμα αναφέρει κάποια από τα μειονεκτήματα των ΤΝΔ. Πιο αναλυτικά ένα από τα µειονεκτήµατα των ΤΝ∆ είναι η ερµηνεία του παραγόµενου  µοντέλου ως  προς  τον  προσδιορισµό των  σηµαντικότερων µεταβλητών που επηρεάζουν το µοντέλο, για αυτό και τα ΤΝ∆ έχουν χαρακτηριστεί ως “µαύρα κουτιά” (Howes and   Crook  1999,  Andersson   et   al.  2000,  Papadokonstantakis  et   al.  2006).  ∆ιάφορες µεθοδολογίες έχουν εφαρµοστεί για τη διερεύνηση της σηµαντικότητας των δεδοµένων εισόδου σε ένα εκπαιδευµένο ΤΝ∆. Οι Howes και Crook (1999) πρότειναν, µεταξύ άλλων, την µέθοδο “Γενική  Επίδραση”  (General  Influence-GI) της  κάθε  µεταβλητής, η  οποία  βασίζεται στην ανάλυση των βαρών και είναι παρόµοια µε τη µέθοδο που πρότειναν οι Yoon et al. (1994). Οι δύο  παραπάνω  µέθοδοι  σχετίζονται  µε  τη  µέθοδο  “Ποσοστό  Επίδρασης”  (Percentage  of Influence - PI) που  αναπτύχθηκε από τον Garson (1991) και την µέθοδο “Εξαγόµενα Βάρη” (Weight  Product-WP)  των   Tchaban  et  al.  (1998)  οι  οποίες  και  χρησιµοποιήθηκαν  στη συγκεκριµένη διατριβή. &lt;br /&gt;
Αν και τα ΤΝ∆  έχουν µεγάλη δυνατότητα στη µοντελοποίηση σύνθετων προβληµάτων, η ικανότητα τους για τον άµεσο υπολογισµό της σηµαντικότητας των µεταβλητών που εισάγονται σε ένα ΤΝ∆ είναι περιορισµένες.&lt;br /&gt;
Έπειτα αναφέρεται στην εφαρμογή εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών για την οποία διερευνήθηκε   η χαρτογράφηση των αστικών περιοχών, του οδικού δικτύου και των χρήσεων γης, από το  δέκτη τηλεπισκόπησης QuickBird µέσω της οπτικής αναγνώρισης των παραπάνω χαρακτηριστικών. Η συγκεκριµένη µεθοδολογία έχει  µεγαλύτερη ακρίβεια από  την  πολυφασµατική ταξινόµηση λόγω  της  µεγάλης  ανάλυσής  της  εικόνας.  &lt;br /&gt;
Σηµαντικά µειονεκτήµατα της  χρήσης  τέτοιων εικόνων είναι το µεγάλο κόστος απόκτησης ανά τετραγωνικό χιλιόµετρο και τα πολλά σκηνικά που χρειάζονται για να καλυφτεί η συγκεκριµένη περιοχή µελέτης. Αυτό πρακτικά, σηµαίνει ότι χρειάζονται  περισσότερα   περάσµατα  του  δέκτη  συνεπώς  και  µεγαλύτερη  πιθανότητα  τα σκηνικά να καλύπτονται σε µεγάλο  ποσοστό από νέφη και σκιές µε αποτέλεσµα τη χαµηλή ποιότητά τους.&lt;br /&gt;
Για τη διερεύνηση του δεύτερου στόχου, αναπτύχθηκε ο ∆είκτης Κινδύνου Έναρξης Πυρκαγιάς (∆ΚΕΠ) βασιζόµενος στο είδος της πληροφορίας ώστε να εκφράζει τον συσσωρευµένο κίνδυνο έναρξης   πυρκαγιάς  λόγω  των  καιρικών,  βλαστητικών/τοπογραφικών  και  ανθρωπογενών παραµέτρων.  Αποτελείται  από  τρεις  άλλους  δείκτες:  το  Μετεωρολογικό  ∆είκτη  Κινδύνου (Μ∆Κ),  το   Βλαστητικό   ∆είκτη  Κινδύνου  (Β∆Κ)  και  τον  Κοινωνικο-Οικονοµικό  ∆είκτη Κινδύνου (ΚΟ∆Κ).  Όλοι οι επιµέρους δείκτες είναι δυναµικοί, δηλαδή  μεταβάλλονται στο χρόνο και το χώρο. &lt;br /&gt;
Η επαλήθευση της εκπαίδευσης πραγµατοποιήθηκε µε την χρήση δείγµατος από δεδοµένα εκπαίδευσης καθώς και µε επιχειρησιακή εφαρµογή σε συγκεκριµένες πυρκαγιές κατά την αντιπυρική περίοδο 2003 και σε όλη την αντιπυρική περίοδο 2004. Τα αποτελέσµατα της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής επαλήθευσης δείχνουν ότι πράγµατι ο ∆ΚΕΠ µπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση περιοχών υψηλού κινδύνου ώστε να υποστηριχθούν αποφάσεις προκατασταλτικού σχεδιασµού (Vasilakos et al. 2007).&lt;br /&gt;
Τρίτος  στόχος  της  διατριβής  ήταν  διερεύνηση  της  δυνατότητας  χρήσης  των  Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων για τη συσχέτιση των παραµέτρων οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι επηρεάζουν την έναρξη των πυρκαγιών µε την ιστορική εµφάνιση των πυρκαγιών της Λέσβου (Rumelhart and  McClelland  1986).  Σε  αντίθεση  µε  τις  εµπειρικές  και  τις  στατιστικές  µεθόδους που χρησιµοποιούνται  για  την  επιχειρησιακή  εκτίµηση  του  κινδύνου  δασικών  πυρκαγιών,  τα Τεχνητά Νευρωνικά ∆ίκτυα παρουσίασαν µια ιδιαίτερη ικανότητα στην αναγνώριση προτύπων ενός φυσικού φαινοµένου	το οποίο παρουσιάζει,	συνήθως, µη-γραµµικότητα	και µεταβλητότητα που δύσκολα µπορεί να προσδιοριστεί. &lt;br /&gt;
Τα εκπαιδευµένα ΤΝ∆ στην παρούσα εφαρµογή µπορούν να  χρησιµοποιηθούν για την περιοχή της Λέσβου ενώ στην περίπτωση που χρησιµοποιηθούν δεδοµένα µιας  άλλης  περιοχής  τα  αποτελέσµατα θα  αλλάξουν  γιατί  θα αναγνωριστούν  διαφορετικά  χωρικά  πρότυπα.  Σε  αυτήν  την  περίπτωση  θα  πρέπει  να συλλεχθούν δεδοµένα για την περιοχή µελέτης ενώ ενδεχοµένως θα πρέπει να συµπεριληφθούν νέες µεταβλητές ή να µη ληφθούν ορισµένες µεταβλητές από αυτές που χρησιµοποιήθηκαν σε αυτήν την  διατριβή. Η επιλογή των παραµέτρων πρέπει να γίνει ανάλογα µε τις αιτίες των πυρκαγιών που εµφανίζονται στην υπό εξέταση περιοχή π.χ. στην ενδοχώρα ίσως θα πρέπει να συµπεριληφθεί το σιδηροδροµικό δίκτυο.&lt;br /&gt;
Ένα  από  τα  µειονεκτήµατα των  ΤΝ∆  είναι  η  άµεση  ερµηνεία  της  σηµαντικότητας  των µεταβλητών που λαµβάνονται υπόψη στην εκπαίδευση ενός ΤΝ∆.. Για να εκτιµηθεί ο βαθµός επίδρασης των παραµέτρων στην παρούσα διατριβή χρησιµοποιήθηκαν 3 µέθοδοι ανάλυσης ευαισθησίας ΤΝ∆ και δύο µέθοδοι συσχετισµού δεδοµένων στις οποίες η σηµαντικότητα των µεταβλητών ερµηνεύεται µέσω των συντελεστών που υπολογίζονται.&lt;br /&gt;
Τέλος,  ως  τέταρτος  στόχος,  τέθηκε  η  ανάπτυξη  της  εφαρµογής  εκτίµησης  κινδύνου.  Η αυτοµατοποίηση όλων των διαδικασιών µέσω Η/Υ δεν παρουσίασε µειονεκτήµατα αν και το κόστος αγοράς των εµπορικών βιβλιοθηκών, και κυρίως των ArcObjects είναι ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά  για  τον  τελικό  χρήστη  όπως  είναι  µια δηµόσια υπηρεσία.  Σηµαντικό πλεονέκτηµα αποτελεί η µη εξειδικευµένη γνώση χρήσης Η/Υ και προγραµµατισµού σε πηγαίο κώδικα από το χρήστη της εφαρµογής, παρά µόνο µια εκπαίδευση λίγων ωρών.&lt;br /&gt;
Πρέπει  να  σηµειωθεί ότι  η  µεθοδολογία  που  αναπτύχθηκε  στην  παρούσα  διατριβή  είναι δυνατόν  να χρησιµοποιηθεί και σε άλλες εφαρµογές εκτός της εκτίµησης κινδύνου έναρξης δασικών   πυρκαγιών.   Οι   εφαρµογές  αυτές   µπορούν   να   περιλαµβάνουν   την   εκτίµηση πιθανότητας εµφάνισης ή αναµενόµενης τιµής ενός φαινοµένου σε ένα συγκεκριµένο χώρο και χρόνο. Έτσι, θα  µπορεί να εξεταστεί αν η εµφάνιση ή η αναµενόµενη τιµή του φαινοµένου οφείλονται στη  χωροχρονική κατανοµή των αιτιών που την προκαλούν. Τέτοια φαινόµενα µπορεί  να   είναι   είτε   άλλες   φυσικές   καταστροφές   (π.χ.   σεισµοί)  ή   άλλα   φαινόµενα περιβαλλοντικά (π.χ. εµφάνιση ενός είδους πανίδας ή χλωρίδας).&lt;br /&gt;
	Συμπερασματικά αναφέρει, ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα ειδικά μετά το πέρας της πυρκαγιάς και θα πρέπει να συλλέγονται συμπληρωματικέ στοιχεία, όπως: η έκταση   της  καµένης  περιοχής,  οι  αιτίες  έναρξής  της  καθώς  και  να  πραγµατοποιείται χαρτογράφηση  της  καµένης  έκτασης.  Έχοντας  τα  παραπάνω  στοιχεία,  θα  είναι  εφικτή  η δηµιουργία ενός πιο ρεαλιστικού συστήµατος, το οποίο θα λαµβάνει υπόψη επικαιροποιηµένες χρήσεις   γης   και   µοντέλα   καύσιµης   ύλης   ενώ   θα   χρησιµοποιούνται  οι   πραγµατικές µετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της πυρκαγιάς στην εκπαίδευση των ΤΝ∆.Επιπλέον, είναι αναγκαία η περαιτέρω έρευνα στη δηµιουργία µετεωρολογικών θεµατικών επιφανειών  υψηλής  ανάλυσης.  Αν  και  µπορεί  να  κριθεί  ικανοποιητικός  ένας  αριθµός µετεωρολογικών σταθµών για µια συγκεκριµένη περιοχή, δεν µπορεί να περιγραφεί µε ακρίβεια η  επιφανειακή κατανοµή των συνθηκών, ιδιαίτερα σε ένα σύνθετο τοπογραφικό περιβάλλον. Επίσης, η πρόγνωση των µετεωρολογικών συνθηκών υψηλής ανάλυσης περιορίζεται από την υπολογιστική ισχύ συνεπώς θα ξεπεραστεί µε την πάροδο του χρόνου και τη βελτιστοποίηση της τεχνολογίας.&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στη χαρτογράφηση των µοντέλων καύσιµης ύλης αυτή µπορεί να βελτιστοποιηθεί µε τη χρήση των δορυφορικών εικόνων QuickBird µέσω της χρήσης τεχνικών αναγνώρισης αντικειµένων. Η τεχνική αυτή έχει χρησιµοποιηθεί τόσο σε εικόνες υψηλής ευκρίνειας για τη χαρτογράφηση της καύσιµης ύλης (Gitas et al. 2006), καθώς και σε εικόνες µικρής χωρικής διαχωριστικής ικανότητας για τον εντοπισµό καµένων περιοχών (Gitas et al. 2004).  Έτσι, θα είναι  εφικτή η αναγνώριση περιοχών σε µεγάλη κλίµακα, µε διαφορετική ευφλεκτικότητα, ιδιαίτερα  σε  περιοχές  µε  απότοµες αλλαγές  στις  χρήσεις  γης,  όπως  είναι  οι  περιαστικές περιοχές. Επίσης, η χρήση θεµατικής επιφάνειας µοντέλων καύσιµης ύλης υψηλής ανάλυσης θα επιτρέπει  την µοντελοποίηση της συµπεριφοράς µιας πυρκαγιάς µε µεγαλύτερη ακρίβεια. Η λειτουργία  αυτή   θα   πρέπει  να  ενσωµατωθεί  σε  ένα  ολοκληρωµένο  σύστηµα  εκτίµησης κινδύνου  δασικών   πυρκαγιών  µαζί  µε  µια  θεµατική  επιφάνεια  όπου  θα  εκφράζει  τις εκτιµώµενες ζηµιές που θα προκληθούν σε ενδεχόµενη πυρκαγιά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσµα να  διακρίνονται  περιοχές  οι   οποίες,  ενώ  έχουν  τον  ίδιο  κίνδυνο  έναρξης  πυρκαγιάς, διαφοροποιούνται ως προς τα αποτελέσµατά τους συνεπώς θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διαχείρισή τους, ιδιαίτερα στη διαχείριση της καύσιµης ύλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Διαχείριση κινδύνων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D</id>
		<title>Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D"/>
				<updated>2011-02-11T19:33:37Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγγραφείς:  Χρήστος Βασιλάκος, Κώστας Καλαμποκίδης, Ιωάννης Χατζόπουλος, Γεώργιος Κάλλος και Ιωάννης Ματσίνος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www3.aegean.gr/environment/labs/Remote_sensing/publications/Hazard_full_v1.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός επιχειρησιακού συστήματος ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Το πεδίο εφαρμογής είναι το νησί της Λέσβου και οι στόχοι της εργασίας είναι:&lt;br /&gt;
1)Να εξεταστούν οι δυνατότητες που προσφέρονται από τον δέκτη Quickbird στην χαρτογράφηση της εδαφοκάλυψης και των χρήσεων γης.&lt;br /&gt;
2)Να διερευνηθεί η συσχέτιση των βλαστητικών, µμετεωρολογικών  και κοινωνικο-οικονομικών παραμέτρων µε την  ιστορική εμφάνιση και τη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση δασικών  πυρκαγιών  στον  ελλαδικό  χώρο  και  ειδικότερα  σε  µμεσογειακού  τύπου οικοσυστήματα, σε µμεγάλη κλίμακα.&lt;br /&gt;
3)Να ερευνηθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης τεχνητών νευρωνικών δικτύων ως&lt;br /&gt;
εργαλείο συσχετισμού χωρικών µμεταβλητών.&lt;br /&gt;
4)Να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων και &lt;br /&gt;
της χαρτογραφικής µμοντελοποίησης.&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια δίνει τους ορισμούς της Τηλεπισκόπησης και των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων, δηλαδή «Τηλεπισκόπηση» σύµφωνα µε την Αμερικανική Κοινότητα Φωτογραμμετρίας και Τηλεπισκόπησης ορίζεται η τέχνη, η επιστήµη και η τεχνολογία που δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για τα φυσικά αντικείμενα και το περιβάλλον µέσω διαδικασιών που  καταγράφουν,  µμετρούν  και  ειρηνεύουν  εικόνες  και  πρότυπα  της  ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας  και άλλα φαινόμενα. &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση περιλαμβάνει δύο είδη συστημάτων καταγραφής δεδομένων: τα παθητικά και τα ενεργά. Τα παθητικά δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας, οπότε και καταγράφουν την εκπεμπόμενη ενέργεια του στόχου ή την ανακλώμενη ενέργεια που στέλνει κάποια άλλη πηγή η οποία είναι συνήθως ο ήλιος. Τα ενεργά συστήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα Radar,  διαθέτουν  δική  τους  πηγή  ενέργειας.&lt;br /&gt;
Στην παρούσα διατριβή χρησιμοποιήθηκαν δύο δέκτες, ο QuickBird και ο LANDSAT ETM. Ο QuickBird εκτοξεύθηκε στις 18/10/2001 και τέθηκε σε ηλιοσύγχρονη τροχιά µε ύψος 450 km.  διαθέτει πέντε (5) κανάλια καταγραφής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τέσσερα (4) πολυφασµατικά και ένα (1) παγχρωµατικό, µε ραδιοµετρική ευαισθησία έντεκα (11) bit και χωρική   διακριτική  ικανότητα  0,61  m  για  το  παγχρωματικό  κανάλι  και  2,44  m  για  τα πολυφασµατικά. Ο Landsat ETM εκτοξεύθηκε στις 15/4/1999 σε ύψος 750 km και διαθέτει επτά (7) πολυφασµατικά κανάλια καταγραφής µε χωρική διακριτική ικανότητα 30 m (υπέρυθρο 60 m) και ένα (1) παγχρωματικό µε χωρική διακριτική ικανότητα 15 m.&lt;br /&gt;
Η έρευνα στο πεδίο των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων (ΤΝ∆) (Artificial Neural Network), προήλθε από την επιθυμία για παραγωγή τεχνητών συστημάτων, ικανών για εμπεριστατωμένη και  έξυπνη  επεξεργασία,  παρόµοια µε  αυτή  που  πραγματοποιεί ο  ανθρώπινος  εγκέφαλος (Fausett 1994).  Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κάποιος ευρύτατα αποδεκτός ορισµός των ΤΝ∆.&lt;br /&gt;
Από τη µια πλευρά, σύµφωνα µε τον Haykin (1994), ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας µμαζικά παράλληλος  κατανεμημένος επεξεργαστής  ο  οποίος  έχει  την  φυσική  τάση  να  αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την κάνει διαθέσιµη για χρήση.&lt;br /&gt;
Τα ΤΝ∆ είναι ιδιαίτερα χρήσιµα για προβλήματα ταξινόμησης και προσέγγισης συναρτήσεων τα οποία έχουν αρκετά δεδομένα εκπαίδευσης και είναι ανεκτικά όσον αφορά στην ακρίβεια. Αρκετές ειδικότητες επιστημόνων, όπως οι επιστήμονες πληροφορικής, στατιστικοί, µμηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί κ.α. χρησιμοποιούν τα νευρωνικά δίκτυα.[[Εικόνα:AGA pap2 eikona 1.JPG  | thumb| right|Εικόνα1:'''Σχήμα 1:Νευρώνας Τεχνητού Νευρωνικού ∆ικτύου (ΤΝ∆).''']]&lt;br /&gt;
Εκτός από την αρχιτεκτονική των ΤΝ∆, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό διαφοροποίησής τους  είναι  οι  τιµές των  βαρών  διασύνδεσης  µμεταξύ των  νευρώνων.  Η  διαδικασία  για  να οριστούν οι τιµές των βαρών ονομάζεται “εκπαίδευση” και διακρίνεται σε δύο τύπους (Masters 1983, Sarle 1997): την “επιβλεπόμενη” και “µη επιβλεπόμενη”. &lt;br /&gt;
Στην “επιβλεπόμενη εκπαίδευση”,  υπάρχουν γνωστές τιµές εξόδου (επιθυμητές τιµές) που δίνονται στο TΝ∆ κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης. Προσαρμόζοντας τα βάρη των συνδέσεων µμεταξύ των νευρώνων, το TΝ∆ προσπαθεί  να  ταιριάξει  τις  τιµές εξόδου  µε  τις  επιθυμητές τιµές. Στην  µη  επιβλεπόµενη διαδικασία εκμάθησης δεν υπάρχουν αντίστοιχες επιθυμητές τιµές εξόδου. Υπάρχουν µόνο δεδομένα  εισόδου. Έτσι, το TΝ∆  συνήθως πραγματοποιεί συμπίεση των δεδομένων, όπως µμείωση των διαστάσεων ή ομαδοποίηση.&lt;br /&gt;
Για να διασφαλιστεί το ότι το δίκτυο θα µμπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν δείγματα επαλήθευσης µε εγγραφές που δεν συμπεριλαμβάνονται στα δεδομένα εκπαίδευσης. Στο Σχήµα 2 παρουσιάζεται ένα σωστά εκπαιδευμένο ΤΝ∆ το οποίο έχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφευχθεί η υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδομένα εκπαίδευσης όπως συμβαίνει στο Σχήµα 2. Σε περίπτωση που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί δεδομένα επαλήθευσης και το µόνο κριτήριο σωστής εκπαίδευσης ήταν η συνάρτηση του λάθους, τότε το ΤΝ∆  του Σχήματος 2 θα παρουσίαζε&lt;br /&gt;
µμικρότερο λάθος, γεγονός που οδηγεί στη χρήση ενός µη σωστά εκπαιδευμένου δικτύου.[[Εικόνα:AGA pap2 eikona 2.jpg|thumb|Σχήµα 2: (α) Γενικευµένο και (β) πλήρως προσαρµοσµένο ΤΝ∆]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια αναλύει και επεξηγεί τα επιχειρησιακά συστήματα εκτίμησης κινδύνου πυρκαγιών που ισχύουν σε διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία, η Ινδονησία κτλ. Ενώ στο επόμενο σημείο παραθέτει τον τρόπο που η τηλεπισκόπηση και τα Τεχνητά Νευρωνικά Δίκτυα χρησιμοποιούνται ως μέσο πρόληψης των πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι η βραχυπρόθεσμη εκτίµηση του κινδύνου πυρκαγιών είναι στενά συνυφασμένη µε τις καιρικές συνθήκες   οι   οποίες   επηρεάζουν   την   κατάσταση   της   βλάστησης.   Αρκετοί   ερευνητές χρησιμοποιούν τον δέκτη AVHRR της NOAA  για να παρακολουθούν την έλλειψη νερού στη βλάστηση,   αντικαθιστώντας έτσι   την   δειγματοληψία   από   µμετεωρολογικούς   σταθµούς (Chuvieco et al. 1999). Η υψηλή διαχρονική ανάλυση και η πολύ καλή φασµατική πληροφορία (ορατό, κοντινό υπέρυθρο, µέσο υπέρυθρο  και θερµικό υπέρυθρο) καθιστούν τον δέκτη αυτό αρκετά  αποτελεσματικό  για  τον  υπολογισµό  δεικτών  βλάστησης,  περιεχόμενης  υγρασίας βλάστησης  και  επιφανειακής θερµοκρασίας εδάφους.&lt;br /&gt;
Τρεις  κύριες μέθοδοι  χρησιμοποιούνται για τον συσχετισµό των τηλεπισκοπικών δεδοµένων και της εκτίµησης του κινδύνου πυρκαγιών, οι περισσότερες των οποίων βασίζονται στη µελέτη διαχρονικών  δεδοµένων δεικτών βλάστησης κυρίως του NDVI (Normalized Difference Vegetation Index).&lt;br /&gt;
Η διαφορά της ανακλαστικότητας σε αυτά τα κανάλια αποτελεί ένα µέσο παρακολούθησης της πυκνότητας και της υγείας της βλάστησης. Η ύπαρξη της χλωροφύλλης στα φύλλα έχει ως αποτέλεσµα τη µεγαλύτερη αντανάκλαση της ηλεκτροµαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του  κοντινού  υπέρυθρου  από  ό,τι  στο  ορατό.  Όταν  υπάρχει  έλλειψη  νερού  η  βλάστηση αρρωσταίνει, µειώνεται η ποσότητα χλωροφύλλης στα φύλλα και αντανακλά πολύ λιγότερο στο κοντινό υπέρυθρο. Τα σύννεφα, το νερό και τα χιόνια  έχουν µεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό από ό,τι στο κοντινό υπέρυθρο ενώ η διαφορά είναι σχεδόν µηδενική για τα πετρώµατα και το γυµνό έδαφος. Ο NDVI για την βλάστηση τυπικά παίρνει τιµές από 0.1 έως 0.6 όπου οι υψηλότερες τιµές σχετίζονται µε την  έντονη  πυκνότητα και την αυξηµένη χλωροφύλλη στο φύλλωµα. Το έδαφος και τα πετρώµατα έχουν τιµή κοντά στο µηδέν, ενώ οι περιοχές µε νερό έχουν αρνητικές τιµές. Φαινόµενα σκεδασµού από σκόνη και αερολύµατα, υψηλές τιµές ύψους ηλίου και υψηλές τιµές γωνιών σάρωσης αυξάνουν την ανακλαστικότητα στο ερυθρό σε σχέση&lt;br /&gt;
µε το κοντινό υπέρυθρο µε αποτέλεσµα την µείωση του υπολογιζόµενου NDVI.&lt;br /&gt;
Η  δεύτερη  κατηγορία  µεθόδων  χρήσης  τηλεπισκοπικών  δεδοµένων  στην  εκτίµηση  του κινδύνου βασίζεται στις θερµικές ιδιότητες της βλάστησης ως δείκτες έλλειψης νερού µέσω του συσχετισµού των  µετεωρολογικών δεδοµένων και  του  υπολογισµού της  εξατµισοδιαπνοής&lt;br /&gt;
Η τρίτη κατηγορία µεθόδων βασίζεται στο συνδυασµό δεικτών βλάστησης και δεδοµένων στο θερµικό υπέρυθρο, ενώ η τέταρτη κατηγορία περιλαµβάνει συσχετισµό δεδοµένων Radar και περιεχόµενης υγρασίας&lt;br /&gt;
Η   προσέγγιση   των   συναρτήσεων   για   τον   υπολογισµό   των   τριών   αρχικών   δεικτών πραγµατοποιήθηκε µε τη χρήση ΤΝ∆ τα οποία εκπαιδεύτηκαν µε τη µέθοδο της ανάστροφης διάδοσης  σφάλµατος (back-propagation). Η συγκεκριµένη µέθοδος χρησιµοποιείται για την επιβλεπόµενη εκπαίδευση ΤΝ∆ ευθείας τροφοδότησης. Αποτελεί την πιο δηµοφιλή µέθοδο για την  εκπαίδευση ενός  ΤΝ∆  µε πολλά επίπεδα επεξεργασίας  και έγινε δηµοφιλής από τους Rumelhart and McClelland (1986). &lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης το δίκτυο ξεκινά τη διαδικασία µάθησης από τυχαίες τιµές των  βαρών του. Η υπολογιζόµενη τιµή εξόδου συγκρίνεται µε την πραγµατική τιµή. Η ίδια διαδικασία επαναλαµβάνεται πολλές φορές έτσι ώστε σταδιακά το λάθος να ελαττωθεί µέχρι να γίνει πολύ µικρό και ανεκτό. Στόχος της εκπαίδευσης είναι να ελαχιστοποιηθεί η συνάρτηση του λάθους µέσω της διόρθωσης των βαρών w. &lt;br /&gt;
Ο βαθµός εκµάθησης ρυθµίζει τον ρυθµό και την ταχύτητα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Το δίκτυο ανατροφοδοτείται µε νέα δεδοµένα εκπαίδευσης και η διαδικασία συνεχίζεται για t επαναλήψεις (εποχές) µέχρι να ελαχιστοποιηθεί το λάθος. Για να διασφαλιστεί το γεγονός ότι το δίκτυο θα µπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου, χρησιµοποιήθηκαν  δείγµατα  επαλήθευσης  µε  εγγραφές  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται στα δεδοµένα εκπαίδευσης. Η  εκπαίδευση διακόπτεται όταν το MSE αρχίζει να αυξάνεται στα δεδοµένα επαλήθευσης, ακόµα και αν συνεχίζει να µειώνεται για το δείγµα εκπαίδευσης. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το ΤΝ∆ έχει επιτύχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφύγει µια υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδοµένα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Για την επιλογή της τελικής δοµής των νευρωνικών δικτύων κάθε δείκτη, πραγµατοποιήθηκαν πολλές   δοκιµές.  Η  αξιολόγηση  της  εκπαίδευσης  των  ΤΝ∆  πραγµατοποιήθηκε  µε  την παρακολούθηση  των  ποσοστών  της  σωστής  ταξινόµησης των  δειγµάτων εκπαίδευσης  και επαλήθευσης, δηλαδή  σηµεία πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν ως πυρκαγιές και σηµεία µη- πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν αντίστοιχα ως µη-πυρκαγιές. Επίσης πραγµατοποιούταν έλεγχος του µέσου τετραγωνικού σφάλµατος (MSE) µε διακοπή της διαδικασίας όταν παρουσιαζόταν αύξηση του MSE στο δείγµα επαλήθευσης για την περίοδο 1970-2001. Το MSE του δείγµατος του 2003 υπολογίστηκε µε το εκπαιδευµένο ΤΝ∆,  επειδή σε αυτό το δείγµα επαλήθευσης συµπεριλαµβάνονται µόνο σηµεία πυρκαγιών.&lt;br /&gt;
Στο επόμενο βήμα αναφέρει κάποια από τα μειονεκτήματα των ΤΝΔ. Πιο αναλυτικά ένα από τα µειονεκτήµατα των ΤΝ∆ είναι η ερµηνεία του παραγόµενου  µοντέλου ως  προς  τον  προσδιορισµό των  σηµαντικότερων µεταβλητών που επηρεάζουν το µοντέλο, για αυτό και τα ΤΝ∆ έχουν χαρακτηριστεί ως “µαύρα κουτιά” (Howes and   Crook  1999,  Andersson   et   al.  2000,  Papadokonstantakis  et   al.  2006).  ∆ιάφορες µεθοδολογίες έχουν εφαρµοστεί για τη διερεύνηση της σηµαντικότητας των δεδοµένων εισόδου σε ένα εκπαιδευµένο ΤΝ∆. Οι Howes και Crook (1999) πρότειναν, µεταξύ άλλων, την µέθοδο “Γενική  Επίδραση”  (General  Influence-GI) της  κάθε  µεταβλητής, η  οποία  βασίζεται στην ανάλυση των βαρών και είναι παρόµοια µε τη µέθοδο που πρότειναν οι Yoon et al. (1994). Οι δύο  παραπάνω  µέθοδοι  σχετίζονται  µε  τη  µέθοδο  “Ποσοστό  Επίδρασης”  (Percentage  of Influence - PI) που  αναπτύχθηκε από τον Garson (1991) και την µέθοδο “Εξαγόµενα Βάρη” (Weight  Product-WP)  των   Tchaban  et  al.  (1998)  οι  οποίες  και  χρησιµοποιήθηκαν  στη συγκεκριµένη διατριβή. &lt;br /&gt;
Αν και τα ΤΝ∆  έχουν µεγάλη δυνατότητα στη µοντελοποίηση σύνθετων προβληµάτων, η ικανότητα τους για τον άµεσο υπολογισµό της σηµαντικότητας των µεταβλητών που εισάγονται σε ένα ΤΝ∆ είναι περιορισµένες.&lt;br /&gt;
Έπειτα αναφέρεται στην εφαρμογή εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών για την οποία διερευνήθηκε   η χαρτογράφηση των αστικών περιοχών, του οδικού δικτύου και των χρήσεων γης, από το  δέκτη τηλεπισκόπησης QuickBird µέσω της οπτικής αναγνώρισης των παραπάνω χαρακτηριστικών. Η συγκεκριµένη µεθοδολογία έχει  µεγαλύτερη ακρίβεια από  την  πολυφασµατική ταξινόµηση λόγω  της  µεγάλης  ανάλυσής  της  εικόνας.  &lt;br /&gt;
Σηµαντικά µειονεκτήµατα της  χρήσης  τέτοιων εικόνων είναι το µεγάλο κόστος απόκτησης ανά τετραγωνικό χιλιόµετρο και τα πολλά σκηνικά που χρειάζονται για να καλυφτεί η συγκεκριµένη περιοχή µελέτης. Αυτό πρακτικά, σηµαίνει ότι χρειάζονται  περισσότερα   περάσµατα  του  δέκτη  συνεπώς  και  µεγαλύτερη  πιθανότητα  τα σκηνικά να καλύπτονται σε µεγάλο  ποσοστό από νέφη και σκιές µε αποτέλεσµα τη χαµηλή ποιότητά τους.&lt;br /&gt;
Για τη διερεύνηση του δεύτερου στόχου, αναπτύχθηκε ο ∆είκτης Κινδύνου Έναρξης Πυρκαγιάς (∆ΚΕΠ) βασιζόµενος στο είδος της πληροφορίας ώστε να εκφράζει τον συσσωρευµένο κίνδυνο έναρξης   πυρκαγιάς  λόγω  των  καιρικών,  βλαστητικών/τοπογραφικών  και  ανθρωπογενών παραµέτρων.  Αποτελείται  από  τρεις  άλλους  δείκτες:  το  Μετεωρολογικό  ∆είκτη  Κινδύνου (Μ∆Κ),  το   Βλαστητικό   ∆είκτη  Κινδύνου  (Β∆Κ)  και  τον  Κοινωνικο-Οικονοµικό  ∆είκτη Κινδύνου (ΚΟ∆Κ).  Όλοι οι επιµέρους δείκτες είναι δυναµικοί, δηλαδή  μεταβάλλονται στο χρόνο και το χώρο. &lt;br /&gt;
Η επαλήθευση της εκπαίδευσης πραγµατοποιήθηκε µε την χρήση δείγµατος από δεδοµένα εκπαίδευσης καθώς και µε επιχειρησιακή εφαρµογή σε συγκεκριµένες πυρκαγιές κατά την αντιπυρική περίοδο 2003 και σε όλη την αντιπυρική περίοδο 2004. Τα αποτελέσµατα της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής επαλήθευσης δείχνουν ότι πράγµατι ο ∆ΚΕΠ µπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση περιοχών υψηλού κινδύνου ώστε να υποστηριχθούν αποφάσεις προκατασταλτικού σχεδιασµού (Vasilakos et al. 2007).&lt;br /&gt;
Τρίτος  στόχος  της  διατριβής  ήταν  διερεύνηση  της  δυνατότητας  χρήσης  των  Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων για τη συσχέτιση των παραµέτρων οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι επηρεάζουν την έναρξη των πυρκαγιών µε την ιστορική εµφάνιση των πυρκαγιών της Λέσβου (Rumelhart and  McClelland  1986).  Σε  αντίθεση  µε  τις  εµπειρικές  και  τις  στατιστικές  µεθόδους που χρησιµοποιούνται  για  την  επιχειρησιακή  εκτίµηση  του  κινδύνου  δασικών  πυρκαγιών,  τα Τεχνητά Νευρωνικά ∆ίκτυα παρουσίασαν µια ιδιαίτερη ικανότητα στην αναγνώριση προτύπων ενός φυσικού φαινοµένου	το οποίο παρουσιάζει,	συνήθως, µη-γραµµικότητα	και µεταβλητότητα που δύσκολα µπορεί να προσδιοριστεί. &lt;br /&gt;
Τα εκπαιδευµένα ΤΝ∆ στην παρούσα εφαρµογή µπορούν να  χρησιµοποιηθούν για την περιοχή της Λέσβου ενώ στην περίπτωση που χρησιµοποιηθούν δεδοµένα µιας  άλλης  περιοχής  τα  αποτελέσµατα θα  αλλάξουν  γιατί  θα αναγνωριστούν  διαφορετικά  χωρικά  πρότυπα.  Σε  αυτήν  την  περίπτωση  θα  πρέπει  να συλλεχθούν δεδοµένα για την περιοχή µελέτης ενώ ενδεχοµένως θα πρέπει να συµπεριληφθούν νέες µεταβλητές ή να µη ληφθούν ορισµένες µεταβλητές από αυτές που χρησιµοποιήθηκαν σε αυτήν την  διατριβή. Η επιλογή των παραµέτρων πρέπει να γίνει ανάλογα µε τις αιτίες των πυρκαγιών που εµφανίζονται στην υπό εξέταση περιοχή π.χ. στην ενδοχώρα ίσως θα πρέπει να συµπεριληφθεί το σιδηροδροµικό δίκτυο.&lt;br /&gt;
Ένα  από  τα  µειονεκτήµατα των  ΤΝ∆  είναι  η  άµεση  ερµηνεία  της  σηµαντικότητας  των µεταβλητών που λαµβάνονται υπόψη στην εκπαίδευση ενός ΤΝ∆.. Για να εκτιµηθεί ο βαθµός επίδρασης των παραµέτρων στην παρούσα διατριβή χρησιµοποιήθηκαν 3 µέθοδοι ανάλυσης ευαισθησίας ΤΝ∆ και δύο µέθοδοι συσχετισµού δεδοµένων στις οποίες η σηµαντικότητα των µεταβλητών ερµηνεύεται µέσω των συντελεστών που υπολογίζονται.&lt;br /&gt;
Τέλος,  ως  τέταρτος  στόχος,  τέθηκε  η  ανάπτυξη  της  εφαρµογής  εκτίµησης  κινδύνου.  Η αυτοµατοποίηση όλων των διαδικασιών µέσω Η/Υ δεν παρουσίασε µειονεκτήµατα αν και το κόστος αγοράς των εµπορικών βιβλιοθηκών, και κυρίως των ArcObjects είναι ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά  για  τον  τελικό  χρήστη  όπως  είναι  µια δηµόσια υπηρεσία.  Σηµαντικό πλεονέκτηµα αποτελεί η µη εξειδικευµένη γνώση χρήσης Η/Υ και προγραµµατισµού σε πηγαίο κώδικα από το χρήστη της εφαρµογής, παρά µόνο µια εκπαίδευση λίγων ωρών.&lt;br /&gt;
Πρέπει  να  σηµειωθεί ότι  η  µεθοδολογία  που  αναπτύχθηκε  στην  παρούσα  διατριβή  είναι δυνατόν  να χρησιµοποιηθεί και σε άλλες εφαρµογές εκτός της εκτίµησης κινδύνου έναρξης δασικών   πυρκαγιών.   Οι   εφαρµογές  αυτές   µπορούν   να   περιλαµβάνουν   την   εκτίµηση πιθανότητας εµφάνισης ή αναµενόµενης τιµής ενός φαινοµένου σε ένα συγκεκριµένο χώρο και χρόνο. Έτσι, θα  µπορεί να εξεταστεί αν η εµφάνιση ή η αναµενόµενη τιµή του φαινοµένου οφείλονται στη  χωροχρονική κατανοµή των αιτιών που την προκαλούν. Τέτοια φαινόµενα µπορεί  να   είναι   είτε   άλλες   φυσικές   καταστροφές   (π.χ.   σεισµοί)  ή   άλλα   φαινόµενα περιβαλλοντικά (π.χ. εµφάνιση ενός είδους πανίδας ή χλωρίδας).&lt;br /&gt;
	Συμπερασματικά αναφέρει, ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα ειδικά μετά το πέρας της πυρκαγιάς και θα πρέπει να συλλέγονται συμπληρωματικέ στοιχεία, όπως: η έκταση   της  καµένης  περιοχής,  οι  αιτίες  έναρξής  της  καθώς  και  να  πραγµατοποιείται χαρτογράφηση  της  καµένης  έκτασης.  Έχοντας  τα  παραπάνω  στοιχεία,  θα  είναι  εφικτή  η δηµιουργία ενός πιο ρεαλιστικού συστήµατος, το οποίο θα λαµβάνει υπόψη επικαιροποιηµένες χρήσεις   γης   και   µοντέλα   καύσιµης   ύλης   ενώ   θα   χρησιµοποιούνται  οι   πραγµατικές µετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της πυρκαγιάς στην εκπαίδευση των ΤΝ∆.Επιπλέον, είναι αναγκαία η περαιτέρω έρευνα στη δηµιουργία µετεωρολογικών θεµατικών επιφανειών  υψηλής  ανάλυσης.  Αν  και  µπορεί  να  κριθεί  ικανοποιητικός  ένας  αριθµός µετεωρολογικών σταθµών για µια συγκεκριµένη περιοχή, δεν µπορεί να περιγραφεί µε ακρίβεια η  επιφανειακή κατανοµή των συνθηκών, ιδιαίτερα σε ένα σύνθετο τοπογραφικό περιβάλλον. Επίσης, η πρόγνωση των µετεωρολογικών συνθηκών υψηλής ανάλυσης περιορίζεται από την υπολογιστική ισχύ συνεπώς θα ξεπεραστεί µε την πάροδο του χρόνου και τη βελτιστοποίηση της τεχνολογίας.&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στη χαρτογράφηση των µοντέλων καύσιµης ύλης αυτή µπορεί να βελτιστοποιηθεί µε τη χρήση των δορυφορικών εικόνων QuickBird µέσω της χρήσης τεχνικών αναγνώρισης αντικειµένων. Η τεχνική αυτή έχει χρησιµοποιηθεί τόσο σε εικόνες υψηλής ευκρίνειας για τη χαρτογράφηση της καύσιµης ύλης (Gitas et al. 2006), καθώς και σε εικόνες µικρής χωρικής διαχωριστικής ικανότητας για τον εντοπισµό καµένων περιοχών (Gitas et al. 2004).  Έτσι, θα είναι  εφικτή η αναγνώριση περιοχών σε µεγάλη κλίµακα, µε διαφορετική ευφλεκτικότητα, ιδιαίτερα  σε  περιοχές  µε  απότοµες αλλαγές  στις  χρήσεις  γης,  όπως  είναι  οι  περιαστικές περιοχές. Επίσης, η χρήση θεµατικής επιφάνειας µοντέλων καύσιµης ύλης υψηλής ανάλυσης θα επιτρέπει  την µοντελοποίηση της συµπεριφοράς µιας πυρκαγιάς µε µεγαλύτερη ακρίβεια. Η λειτουργία  αυτή   θα   πρέπει  να  ενσωµατωθεί  σε  ένα  ολοκληρωµένο  σύστηµα  εκτίµησης κινδύνου  δασικών   πυρκαγιών  µαζί  µε  µια  θεµατική  επιφάνεια  όπου  θα  εκφράζει  τις εκτιµώµενες ζηµιές που θα προκληθούν σε ενδεχόµενη πυρκαγιά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσµα να  διακρίνονται  περιοχές  οι   οποίες,  ενώ  έχουν  τον  ίδιο  κίνδυνο  έναρξης  πυρκαγιάς, διαφοροποιούνται ως προς τα αποτελέσµατά τους συνεπώς θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διαχείρισή τους, ιδιαίτερα στη διαχείριση της καύσιµης ύλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Διαχείριση κινδύνων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:AGA_pap2_eikona_2.jpg</id>
		<title>Αρχείο:AGA pap2 eikona 2.jpg</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:AGA_pap2_eikona_2.jpg"/>
				<updated>2011-02-11T19:16:20Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D</id>
		<title>Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D"/>
				<updated>2011-02-11T16:06:34Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγγραφείς:  Χρήστος Βασιλάκος, Κώστας Καλαμποκίδης, Ιωάννης Χατζόπουλος, Γεώργιος Κάλλος και Ιωάννης Ματσίνος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www3.aegean.gr/environment/labs/Remote_sensing/publications/Hazard_full_v1.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός επιχειρησιακού συστήματος ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Το πεδίο εφαρμογής είναι το νησί της Λέσβου και οι στόχοι της εργασίας είναι:&lt;br /&gt;
1)Να εξεταστούν οι δυνατότητες που προσφέρονται από τον δέκτη Quickbird στην χαρτογράφηση της εδαφοκάλυψης και των χρήσεων γης.&lt;br /&gt;
2)Να διερευνηθεί η συσχέτιση των βλαστητικών, µμετεωρολογικών  και κοινωνικο-οικονομικών παραμέτρων µε την  ιστορική εμφάνιση και τη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση δασικών  πυρκαγιών  στον  ελλαδικό  χώρο  και  ειδικότερα  σε  µμεσογειακού  τύπου οικοσυστήματα, σε µμεγάλη κλίμακα.&lt;br /&gt;
3)Να ερευνηθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης τεχνητών νευρωνικών δικτύων ως&lt;br /&gt;
εργαλείο συσχετισμού χωρικών µμεταβλητών.&lt;br /&gt;
4)Να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων και &lt;br /&gt;
της χαρτογραφικής µμοντελοποίησης.&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια δίνει τους ορισμούς της Τηλεπισκόπησης και των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων, δηλαδή «Τηλεπισκόπηση» σύµφωνα µε την Αμερικανική Κοινότητα Φωτογραμμετρίας και Τηλεπισκόπησης ορίζεται η τέχνη, η επιστήµη και η τεχνολογία που δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για τα φυσικά αντικείμενα και το περιβάλλον µέσω διαδικασιών που  καταγράφουν,  µμετρούν  και  ειρηνεύουν  εικόνες  και  πρότυπα  της  ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας  και άλλα φαινόμενα. &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση περιλαμβάνει δύο είδη συστημάτων καταγραφής δεδομένων: τα παθητικά και τα ενεργά. Τα παθητικά δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας, οπότε και καταγράφουν την εκπεμπόμενη ενέργεια του στόχου ή την ανακλώμενη ενέργεια που στέλνει κάποια άλλη πηγή η οποία είναι συνήθως ο ήλιος. Τα ενεργά συστήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα Radar,  διαθέτουν  δική  τους  πηγή  ενέργειας.&lt;br /&gt;
Στην παρούσα διατριβή χρησιμοποιήθηκαν δύο δέκτες, ο QuickBird και ο LANDSAT ETM. Ο QuickBird εκτοξεύθηκε στις 18/10/2001 και τέθηκε σε ηλιοσύγχρονη τροχιά µε ύψος 450 km.  διαθέτει πέντε (5) κανάλια καταγραφής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τέσσερα (4) πολυφασµατικά και ένα (1) παγχρωµατικό, µε ραδιοµετρική ευαισθησία έντεκα (11) bit και χωρική   διακριτική  ικανότητα  0,61  m  για  το  παγχρωματικό  κανάλι  και  2,44  m  για  τα πολυφασµατικά. Ο Landsat ETM εκτοξεύθηκε στις 15/4/1999 σε ύψος 750 km και διαθέτει επτά (7) πολυφασµατικά κανάλια καταγραφής µε χωρική διακριτική ικανότητα 30 m (υπέρυθρο 60 m) και ένα (1) παγχρωματικό µε χωρική διακριτική ικανότητα 15 m.&lt;br /&gt;
Η έρευνα στο πεδίο των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων (ΤΝ∆) (Artificial Neural Network), προήλθε από την επιθυμία για παραγωγή τεχνητών συστημάτων, ικανών για εμπεριστατωμένη και  έξυπνη  επεξεργασία,  παρόµοια µε  αυτή  που  πραγματοποιεί ο  ανθρώπινος  εγκέφαλος (Fausett 1994).  Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κάποιος ευρύτατα αποδεκτός ορισµός των ΤΝ∆.&lt;br /&gt;
Από τη µια πλευρά, σύµφωνα µε τον Haykin (1994), ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας µμαζικά παράλληλος  κατανεμημένος επεξεργαστής  ο  οποίος  έχει  την  φυσική  τάση  να  αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την κάνει διαθέσιµη για χρήση.&lt;br /&gt;
Τα ΤΝ∆ είναι ιδιαίτερα χρήσιµα για προβλήματα ταξινόμησης και προσέγγισης συναρτήσεων τα οποία έχουν αρκετά δεδομένα εκπαίδευσης και είναι ανεκτικά όσον αφορά στην ακρίβεια. Αρκετές ειδικότητες επιστημόνων, όπως οι επιστήμονες πληροφορικής, στατιστικοί, µμηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί κ.α. χρησιμοποιούν τα νευρωνικά δίκτυα.[[Εικόνα:AGA pap2 eikona 1.JPG  | thumb| right|Εικόνα1:'''Σχήμα 1:Νευρώνας Τεχνητού Νευρωνικού ∆ικτύου (ΤΝ∆).''']]&lt;br /&gt;
Εκτός από την αρχιτεκτονική των ΤΝ∆, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό διαφοροποίησής τους  είναι  οι  τιµές των  βαρών  διασύνδεσης  µμεταξύ των  νευρώνων.  Η  διαδικασία  για  να οριστούν οι τιµές των βαρών ονομάζεται “εκπαίδευση” και διακρίνεται σε δύο τύπους (Masters 1983, Sarle 1997): την “επιβλεπόμενη” και “µη επιβλεπόμενη”. &lt;br /&gt;
Στην “επιβλεπόμενη εκπαίδευση”,  υπάρχουν γνωστές τιµές εξόδου (επιθυμητές τιµές) που δίνονται στο TΝ∆ κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης. Προσαρμόζοντας τα βάρη των συνδέσεων µμεταξύ των νευρώνων, το TΝ∆ προσπαθεί  να  ταιριάξει  τις  τιµές εξόδου  µε  τις  επιθυμητές τιµές. Στην  µη  επιβλεπόµενη διαδικασία εκμάθησης δεν υπάρχουν αντίστοιχες επιθυμητές τιµές εξόδου. Υπάρχουν µόνο δεδομένα  εισόδου. Έτσι, το TΝ∆  συνήθως πραγματοποιεί συμπίεση των δεδομένων, όπως µμείωση των διαστάσεων ή ομαδοποίηση.&lt;br /&gt;
Για να διασφαλιστεί το ότι το δίκτυο θα µμπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν δείγματα επαλήθευσης µε εγγραφές που δεν συμπεριλαμβάνονται στα δεδομένα εκπαίδευσης. Στο Σχήµα 2 παρουσιάζεται ένα σωστά εκπαιδευμένο ΤΝ∆ το οποίο έχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφευχθεί η υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδομένα εκπαίδευσης όπως συμβαίνει στο Σχήµα 2. Σε περίπτωση που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί δεδομένα επαλήθευσης και το µόνο κριτήριο σωστής εκπαίδευσης ήταν η συνάρτηση του λάθους, τότε το ΤΝ∆  του Σχήματος 2 θα παρουσίαζε&lt;br /&gt;
µμικρότερο λάθος, γεγονός που οδηγεί στη χρήση ενός µη σωστά εκπαιδευμένου δικτύου.[[AGA_pap2_eikona_1.JPG  | thump| right|Σχήμα 2]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια αναλύει και επεξηγεί τα επιχειρησιακά συστήματα εκτίμησης κινδύνου πυρκαγιών που ισχύουν σε διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία, η Ινδονησία κτλ. Ενώ στο επόμενο σημείο παραθέτει τον τρόπο που η τηλεπισκόπηση και τα Τεχνητά Νευρωνικά Δίκτυα χρησιμοποιούνται ως μέσο πρόληψης των πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι η βραχυπρόθεσμη εκτίµηση του κινδύνου πυρκαγιών είναι στενά συνυφασμένη µε τις καιρικές συνθήκες   οι   οποίες   επηρεάζουν   την   κατάσταση   της   βλάστησης.   Αρκετοί   ερευνητές χρησιμοποιούν τον δέκτη AVHRR της NOAA  για να παρακολουθούν την έλλειψη νερού στη βλάστηση,   αντικαθιστώντας έτσι   την   δειγματοληψία   από   µμετεωρολογικούς   σταθµούς (Chuvieco et al. 1999). Η υψηλή διαχρονική ανάλυση και η πολύ καλή φασµατική πληροφορία (ορατό, κοντινό υπέρυθρο, µέσο υπέρυθρο  και θερµικό υπέρυθρο) καθιστούν τον δέκτη αυτό αρκετά  αποτελεσματικό  για  τον  υπολογισµό  δεικτών  βλάστησης,  περιεχόμενης  υγρασίας βλάστησης  και  επιφανειακής θερµοκρασίας εδάφους.&lt;br /&gt;
Τρεις  κύριες μέθοδοι  χρησιμοποιούνται για τον συσχετισµό των τηλεπισκοπικών δεδοµένων και της εκτίµησης του κινδύνου πυρκαγιών, οι περισσότερες των οποίων βασίζονται στη µελέτη διαχρονικών  δεδοµένων δεικτών βλάστησης κυρίως του NDVI (Normalized Difference Vegetation Index).&lt;br /&gt;
Η διαφορά της ανακλαστικότητας σε αυτά τα κανάλια αποτελεί ένα µέσο παρακολούθησης της πυκνότητας και της υγείας της βλάστησης. Η ύπαρξη της χλωροφύλλης στα φύλλα έχει ως αποτέλεσµα τη µεγαλύτερη αντανάκλαση της ηλεκτροµαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του  κοντινού  υπέρυθρου  από  ό,τι  στο  ορατό.  Όταν  υπάρχει  έλλειψη  νερού  η  βλάστηση αρρωσταίνει, µειώνεται η ποσότητα χλωροφύλλης στα φύλλα και αντανακλά πολύ λιγότερο στο κοντινό υπέρυθρο. Τα σύννεφα, το νερό και τα χιόνια  έχουν µεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό από ό,τι στο κοντινό υπέρυθρο ενώ η διαφορά είναι σχεδόν µηδενική για τα πετρώµατα και το γυµνό έδαφος. Ο NDVI για την βλάστηση τυπικά παίρνει τιµές από 0.1 έως 0.6 όπου οι υψηλότερες τιµές σχετίζονται µε την  έντονη  πυκνότητα και την αυξηµένη χλωροφύλλη στο φύλλωµα. Το έδαφος και τα πετρώµατα έχουν τιµή κοντά στο µηδέν, ενώ οι περιοχές µε νερό έχουν αρνητικές τιµές. Φαινόµενα σκεδασµού από σκόνη και αερολύµατα, υψηλές τιµές ύψους ηλίου και υψηλές τιµές γωνιών σάρωσης αυξάνουν την ανακλαστικότητα στο ερυθρό σε σχέση&lt;br /&gt;
µε το κοντινό υπέρυθρο µε αποτέλεσµα την µείωση του υπολογιζόµενου NDVI.&lt;br /&gt;
Η  δεύτερη  κατηγορία  µεθόδων  χρήσης  τηλεπισκοπικών  δεδοµένων  στην  εκτίµηση  του κινδύνου βασίζεται στις θερµικές ιδιότητες της βλάστησης ως δείκτες έλλειψης νερού µέσω του συσχετισµού των  µετεωρολογικών δεδοµένων και  του  υπολογισµού της  εξατµισοδιαπνοής&lt;br /&gt;
Η τρίτη κατηγορία µεθόδων βασίζεται στο συνδυασµό δεικτών βλάστησης και δεδοµένων στο θερµικό υπέρυθρο, ενώ η τέταρτη κατηγορία περιλαµβάνει συσχετισµό δεδοµένων Radar και περιεχόµενης υγρασίας&lt;br /&gt;
Η   προσέγγιση   των   συναρτήσεων   για   τον   υπολογισµό   των   τριών   αρχικών   δεικτών πραγµατοποιήθηκε µε τη χρήση ΤΝ∆ τα οποία εκπαιδεύτηκαν µε τη µέθοδο της ανάστροφης διάδοσης  σφάλµατος (back-propagation). Η συγκεκριµένη µέθοδος χρησιµοποιείται για την επιβλεπόµενη εκπαίδευση ΤΝ∆ ευθείας τροφοδότησης. Αποτελεί την πιο δηµοφιλή µέθοδο για την  εκπαίδευση ενός  ΤΝ∆  µε πολλά επίπεδα επεξεργασίας  και έγινε δηµοφιλής από τους Rumelhart and McClelland (1986). &lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης το δίκτυο ξεκινά τη διαδικασία µάθησης από τυχαίες τιµές των  βαρών του. Η υπολογιζόµενη τιµή εξόδου συγκρίνεται µε την πραγµατική τιµή. Η ίδια διαδικασία επαναλαµβάνεται πολλές φορές έτσι ώστε σταδιακά το λάθος να ελαττωθεί µέχρι να γίνει πολύ µικρό και ανεκτό. Στόχος της εκπαίδευσης είναι να ελαχιστοποιηθεί η συνάρτηση του λάθους µέσω της διόρθωσης των βαρών w. &lt;br /&gt;
Ο βαθµός εκµάθησης ρυθµίζει τον ρυθµό και την ταχύτητα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Το δίκτυο ανατροφοδοτείται µε νέα δεδοµένα εκπαίδευσης και η διαδικασία συνεχίζεται για t επαναλήψεις (εποχές) µέχρι να ελαχιστοποιηθεί το λάθος. Για να διασφαλιστεί το γεγονός ότι το δίκτυο θα µπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου, χρησιµοποιήθηκαν  δείγµατα  επαλήθευσης  µε  εγγραφές  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται στα δεδοµένα εκπαίδευσης. Η  εκπαίδευση διακόπτεται όταν το MSE αρχίζει να αυξάνεται στα δεδοµένα επαλήθευσης, ακόµα και αν συνεχίζει να µειώνεται για το δείγµα εκπαίδευσης. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το ΤΝ∆ έχει επιτύχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφύγει µια υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδοµένα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Για την επιλογή της τελικής δοµής των νευρωνικών δικτύων κάθε δείκτη, πραγµατοποιήθηκαν πολλές   δοκιµές.  Η  αξιολόγηση  της  εκπαίδευσης  των  ΤΝ∆  πραγµατοποιήθηκε  µε  την παρακολούθηση  των  ποσοστών  της  σωστής  ταξινόµησης των  δειγµάτων εκπαίδευσης  και επαλήθευσης, δηλαδή  σηµεία πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν ως πυρκαγιές και σηµεία µη- πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν αντίστοιχα ως µη-πυρκαγιές. Επίσης πραγµατοποιούταν έλεγχος του µέσου τετραγωνικού σφάλµατος (MSE) µε διακοπή της διαδικασίας όταν παρουσιαζόταν αύξηση του MSE στο δείγµα επαλήθευσης για την περίοδο 1970-2001. Το MSE του δείγµατος του 2003 υπολογίστηκε µε το εκπαιδευµένο ΤΝ∆,  επειδή σε αυτό το δείγµα επαλήθευσης συµπεριλαµβάνονται µόνο σηµεία πυρκαγιών.&lt;br /&gt;
Στο επόμενο βήμα αναφέρει κάποια από τα μειονεκτήματα των ΤΝΔ. Πιο αναλυτικά ένα από τα µειονεκτήµατα των ΤΝ∆ είναι η ερµηνεία του παραγόµενου  µοντέλου ως  προς  τον  προσδιορισµό των  σηµαντικότερων µεταβλητών που επηρεάζουν το µοντέλο, για αυτό και τα ΤΝ∆ έχουν χαρακτηριστεί ως “µαύρα κουτιά” (Howes and   Crook  1999,  Andersson   et   al.  2000,  Papadokonstantakis  et   al.  2006).  ∆ιάφορες µεθοδολογίες έχουν εφαρµοστεί για τη διερεύνηση της σηµαντικότητας των δεδοµένων εισόδου σε ένα εκπαιδευµένο ΤΝ∆. Οι Howes και Crook (1999) πρότειναν, µεταξύ άλλων, την µέθοδο “Γενική  Επίδραση”  (General  Influence-GI) της  κάθε  µεταβλητής, η  οποία  βασίζεται στην ανάλυση των βαρών και είναι παρόµοια µε τη µέθοδο που πρότειναν οι Yoon et al. (1994). Οι δύο  παραπάνω  µέθοδοι  σχετίζονται  µε  τη  µέθοδο  “Ποσοστό  Επίδρασης”  (Percentage  of Influence - PI) που  αναπτύχθηκε από τον Garson (1991) και την µέθοδο “Εξαγόµενα Βάρη” (Weight  Product-WP)  των   Tchaban  et  al.  (1998)  οι  οποίες  και  χρησιµοποιήθηκαν  στη συγκεκριµένη διατριβή. &lt;br /&gt;
Αν και τα ΤΝ∆  έχουν µεγάλη δυνατότητα στη µοντελοποίηση σύνθετων προβληµάτων, η ικανότητα τους για τον άµεσο υπολογισµό της σηµαντικότητας των µεταβλητών που εισάγονται σε ένα ΤΝ∆ είναι περιορισµένες.&lt;br /&gt;
Έπειτα αναφέρεται στην εφαρμογή εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών για την οποία διερευνήθηκε   η χαρτογράφηση των αστικών περιοχών, του οδικού δικτύου και των χρήσεων γης, από το  δέκτη τηλεπισκόπησης QuickBird µέσω της οπτικής αναγνώρισης των παραπάνω χαρακτηριστικών. Η συγκεκριµένη µεθοδολογία έχει  µεγαλύτερη ακρίβεια από  την  πολυφασµατική ταξινόµηση λόγω  της  µεγάλης  ανάλυσής  της  εικόνας.  &lt;br /&gt;
Σηµαντικά µειονεκτήµατα της  χρήσης  τέτοιων εικόνων είναι το µεγάλο κόστος απόκτησης ανά τετραγωνικό χιλιόµετρο και τα πολλά σκηνικά που χρειάζονται για να καλυφτεί η συγκεκριµένη περιοχή µελέτης. Αυτό πρακτικά, σηµαίνει ότι χρειάζονται  περισσότερα   περάσµατα  του  δέκτη  συνεπώς  και  µεγαλύτερη  πιθανότητα  τα σκηνικά να καλύπτονται σε µεγάλο  ποσοστό από νέφη και σκιές µε αποτέλεσµα τη χαµηλή ποιότητά τους.&lt;br /&gt;
Για τη διερεύνηση του δεύτερου στόχου, αναπτύχθηκε ο ∆είκτης Κινδύνου Έναρξης Πυρκαγιάς (∆ΚΕΠ) βασιζόµενος στο είδος της πληροφορίας ώστε να εκφράζει τον συσσωρευµένο κίνδυνο έναρξης   πυρκαγιάς  λόγω  των  καιρικών,  βλαστητικών/τοπογραφικών  και  ανθρωπογενών παραµέτρων.  Αποτελείται  από  τρεις  άλλους  δείκτες:  το  Μετεωρολογικό  ∆είκτη  Κινδύνου (Μ∆Κ),  το   Βλαστητικό   ∆είκτη  Κινδύνου  (Β∆Κ)  και  τον  Κοινωνικο-Οικονοµικό  ∆είκτη Κινδύνου (ΚΟ∆Κ).  Όλοι οι επιµέρους δείκτες είναι δυναµικοί, δηλαδή  μεταβάλλονται στο χρόνο και το χώρο. &lt;br /&gt;
Η επαλήθευση της εκπαίδευσης πραγµατοποιήθηκε µε την χρήση δείγµατος από δεδοµένα εκπαίδευσης καθώς και µε επιχειρησιακή εφαρµογή σε συγκεκριµένες πυρκαγιές κατά την αντιπυρική περίοδο 2003 και σε όλη την αντιπυρική περίοδο 2004. Τα αποτελέσµατα της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής επαλήθευσης δείχνουν ότι πράγµατι ο ∆ΚΕΠ µπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση περιοχών υψηλού κινδύνου ώστε να υποστηριχθούν αποφάσεις προκατασταλτικού σχεδιασµού (Vasilakos et al. 2007).&lt;br /&gt;
Τρίτος  στόχος  της  διατριβής  ήταν  διερεύνηση  της  δυνατότητας  χρήσης  των  Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων για τη συσχέτιση των παραµέτρων οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι επηρεάζουν την έναρξη των πυρκαγιών µε την ιστορική εµφάνιση των πυρκαγιών της Λέσβου (Rumelhart and  McClelland  1986).  Σε  αντίθεση  µε  τις  εµπειρικές  και  τις  στατιστικές  µεθόδους που χρησιµοποιούνται  για  την  επιχειρησιακή  εκτίµηση  του  κινδύνου  δασικών  πυρκαγιών,  τα Τεχνητά Νευρωνικά ∆ίκτυα παρουσίασαν µια ιδιαίτερη ικανότητα στην αναγνώριση προτύπων ενός φυσικού φαινοµένου	το οποίο παρουσιάζει,	συνήθως, µη-γραµµικότητα	και µεταβλητότητα που δύσκολα µπορεί να προσδιοριστεί. &lt;br /&gt;
Τα εκπαιδευµένα ΤΝ∆ στην παρούσα εφαρµογή µπορούν να  χρησιµοποιηθούν για την περιοχή της Λέσβου ενώ στην περίπτωση που χρησιµοποιηθούν δεδοµένα µιας  άλλης  περιοχής  τα  αποτελέσµατα θα  αλλάξουν  γιατί  θα αναγνωριστούν  διαφορετικά  χωρικά  πρότυπα.  Σε  αυτήν  την  περίπτωση  θα  πρέπει  να συλλεχθούν δεδοµένα για την περιοχή µελέτης ενώ ενδεχοµένως θα πρέπει να συµπεριληφθούν νέες µεταβλητές ή να µη ληφθούν ορισµένες µεταβλητές από αυτές που χρησιµοποιήθηκαν σε αυτήν την  διατριβή. Η επιλογή των παραµέτρων πρέπει να γίνει ανάλογα µε τις αιτίες των πυρκαγιών που εµφανίζονται στην υπό εξέταση περιοχή π.χ. στην ενδοχώρα ίσως θα πρέπει να συµπεριληφθεί το σιδηροδροµικό δίκτυο.&lt;br /&gt;
Ένα  από  τα  µειονεκτήµατα των  ΤΝ∆  είναι  η  άµεση  ερµηνεία  της  σηµαντικότητας  των µεταβλητών που λαµβάνονται υπόψη στην εκπαίδευση ενός ΤΝ∆.. Για να εκτιµηθεί ο βαθµός επίδρασης των παραµέτρων στην παρούσα διατριβή χρησιµοποιήθηκαν 3 µέθοδοι ανάλυσης ευαισθησίας ΤΝ∆ και δύο µέθοδοι συσχετισµού δεδοµένων στις οποίες η σηµαντικότητα των µεταβλητών ερµηνεύεται µέσω των συντελεστών που υπολογίζονται.&lt;br /&gt;
Τέλος,  ως  τέταρτος  στόχος,  τέθηκε  η  ανάπτυξη  της  εφαρµογής  εκτίµησης  κινδύνου.  Η αυτοµατοποίηση όλων των διαδικασιών µέσω Η/Υ δεν παρουσίασε µειονεκτήµατα αν και το κόστος αγοράς των εµπορικών βιβλιοθηκών, και κυρίως των ArcObjects είναι ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά  για  τον  τελικό  χρήστη  όπως  είναι  µια δηµόσια υπηρεσία.  Σηµαντικό πλεονέκτηµα αποτελεί η µη εξειδικευµένη γνώση χρήσης Η/Υ και προγραµµατισµού σε πηγαίο κώδικα από το χρήστη της εφαρµογής, παρά µόνο µια εκπαίδευση λίγων ωρών.&lt;br /&gt;
Πρέπει  να  σηµειωθεί ότι  η  µεθοδολογία  που  αναπτύχθηκε  στην  παρούσα  διατριβή  είναι δυνατόν  να χρησιµοποιηθεί και σε άλλες εφαρµογές εκτός της εκτίµησης κινδύνου έναρξης δασικών   πυρκαγιών.   Οι   εφαρµογές  αυτές   µπορούν   να   περιλαµβάνουν   την   εκτίµηση πιθανότητας εµφάνισης ή αναµενόµενης τιµής ενός φαινοµένου σε ένα συγκεκριµένο χώρο και χρόνο. Έτσι, θα  µπορεί να εξεταστεί αν η εµφάνιση ή η αναµενόµενη τιµή του φαινοµένου οφείλονται στη  χωροχρονική κατανοµή των αιτιών που την προκαλούν. Τέτοια φαινόµενα µπορεί  να   είναι   είτε   άλλες   φυσικές   καταστροφές   (π.χ.   σεισµοί)  ή   άλλα   φαινόµενα περιβαλλοντικά (π.χ. εµφάνιση ενός είδους πανίδας ή χλωρίδας).&lt;br /&gt;
	Συμπερασματικά αναφέρει, ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα ειδικά μετά το πέρας της πυρκαγιάς και θα πρέπει να συλλέγονται συμπληρωματικέ στοιχεία, όπως: η έκταση   της  καµένης  περιοχής,  οι  αιτίες  έναρξής  της  καθώς  και  να  πραγµατοποιείται χαρτογράφηση  της  καµένης  έκτασης.  Έχοντας  τα  παραπάνω  στοιχεία,  θα  είναι  εφικτή  η δηµιουργία ενός πιο ρεαλιστικού συστήµατος, το οποίο θα λαµβάνει υπόψη επικαιροποιηµένες χρήσεις   γης   και   µοντέλα   καύσιµης   ύλης   ενώ   θα   χρησιµοποιούνται  οι   πραγµατικές µετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της πυρκαγιάς στην εκπαίδευση των ΤΝ∆.Επιπλέον, είναι αναγκαία η περαιτέρω έρευνα στη δηµιουργία µετεωρολογικών θεµατικών επιφανειών  υψηλής  ανάλυσης.  Αν  και  µπορεί  να  κριθεί  ικανοποιητικός  ένας  αριθµός µετεωρολογικών σταθµών για µια συγκεκριµένη περιοχή, δεν µπορεί να περιγραφεί µε ακρίβεια η  επιφανειακή κατανοµή των συνθηκών, ιδιαίτερα σε ένα σύνθετο τοπογραφικό περιβάλλον. Επίσης, η πρόγνωση των µετεωρολογικών συνθηκών υψηλής ανάλυσης περιορίζεται από την υπολογιστική ισχύ συνεπώς θα ξεπεραστεί µε την πάροδο του χρόνου και τη βελτιστοποίηση της τεχνολογίας.&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στη χαρτογράφηση των µοντέλων καύσιµης ύλης αυτή µπορεί να βελτιστοποιηθεί µε τη χρήση των δορυφορικών εικόνων QuickBird µέσω της χρήσης τεχνικών αναγνώρισης αντικειµένων. Η τεχνική αυτή έχει χρησιµοποιηθεί τόσο σε εικόνες υψηλής ευκρίνειας για τη χαρτογράφηση της καύσιµης ύλης (Gitas et al. 2006), καθώς και σε εικόνες µικρής χωρικής διαχωριστικής ικανότητας για τον εντοπισµό καµένων περιοχών (Gitas et al. 2004).  Έτσι, θα είναι  εφικτή η αναγνώριση περιοχών σε µεγάλη κλίµακα, µε διαφορετική ευφλεκτικότητα, ιδιαίτερα  σε  περιοχές  µε  απότοµες αλλαγές  στις  χρήσεις  γης,  όπως  είναι  οι  περιαστικές περιοχές. Επίσης, η χρήση θεµατικής επιφάνειας µοντέλων καύσιµης ύλης υψηλής ανάλυσης θα επιτρέπει  την µοντελοποίηση της συµπεριφοράς µιας πυρκαγιάς µε µεγαλύτερη ακρίβεια. Η λειτουργία  αυτή   θα   πρέπει  να  ενσωµατωθεί  σε  ένα  ολοκληρωµένο  σύστηµα  εκτίµησης κινδύνου  δασικών   πυρκαγιών  µαζί  µε  µια  θεµατική  επιφάνεια  όπου  θα  εκφράζει  τις εκτιµώµενες ζηµιές που θα προκληθούν σε ενδεχόµενη πυρκαγιά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσµα να  διακρίνονται  περιοχές  οι   οποίες,  ενώ  έχουν  τον  ίδιο  κίνδυνο  έναρξης  πυρκαγιάς, διαφοροποιούνται ως προς τα αποτελέσµατά τους συνεπώς θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διαχείρισή τους, ιδιαίτερα στη διαχείριση της καύσιµης ύλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Διαχείριση κινδύνων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D</id>
		<title>Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D"/>
				<updated>2011-02-11T16:03:42Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγγραφείς:  Χρήστος Βασιλάκος, Κώστας Καλαμποκίδης, Ιωάννης Χατζόπουλος, Γεώργιος Κάλλος και Ιωάννης Ματσίνος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www3.aegean.gr/environment/labs/Remote_sensing/publications/Hazard_full_v1.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός επιχειρησιακού συστήματος ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Το πεδίο εφαρμογής είναι το νησί της Λέσβου και οι στόχοι της εργασίας είναι:&lt;br /&gt;
1)Να εξεταστούν οι δυνατότητες που προσφέρονται από τον δέκτη Quickbird στην χαρτογράφηση της εδαφοκάλυψης και των χρήσεων γης.&lt;br /&gt;
2)Να διερευνηθεί η συσχέτιση των βλαστητικών, µμετεωρολογικών  και κοινωνικο-οικονομικών παραμέτρων µε την  ιστορική εμφάνιση και τη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση δασικών  πυρκαγιών  στον  ελλαδικό  χώρο  και  ειδικότερα  σε  µμεσογειακού  τύπου οικοσυστήματα, σε µμεγάλη κλίμακα.&lt;br /&gt;
3)Να ερευνηθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης τεχνητών νευρωνικών δικτύων ως&lt;br /&gt;
εργαλείο συσχετισμού χωρικών µμεταβλητών.&lt;br /&gt;
4)Να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων και &lt;br /&gt;
της χαρτογραφικής µμοντελοποίησης.&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια δίνει τους ορισμούς της Τηλεπισκόπησης και των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων, δηλαδή «Τηλεπισκόπηση» σύµφωνα µε την Αμερικανική Κοινότητα Φωτογραμμετρίας και Τηλεπισκόπησης ορίζεται η τέχνη, η επιστήµη και η τεχνολογία που δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για τα φυσικά αντικείμενα και το περιβάλλον µέσω διαδικασιών που  καταγράφουν,  µμετρούν  και  ειρηνεύουν  εικόνες  και  πρότυπα  της  ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας  και άλλα φαινόμενα. &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση περιλαμβάνει δύο είδη συστημάτων καταγραφής δεδομένων: τα παθητικά και τα ενεργά. Τα παθητικά δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας, οπότε και καταγράφουν την εκπεμπόμενη ενέργεια του στόχου ή την ανακλώμενη ενέργεια που στέλνει κάποια άλλη πηγή η οποία είναι συνήθως ο ήλιος. Τα ενεργά συστήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα Radar,  διαθέτουν  δική  τους  πηγή  ενέργειας.&lt;br /&gt;
Στην παρούσα διατριβή χρησιμοποιήθηκαν δύο δέκτες, ο QuickBird και ο LANDSAT ETM. Ο QuickBird εκτοξεύθηκε στις 18/10/2001 και τέθηκε σε ηλιοσύγχρονη τροχιά µε ύψος 450 km.  διαθέτει πέντε (5) κανάλια καταγραφής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τέσσερα (4) πολυφασµατικά και ένα (1) παγχρωµατικό, µε ραδιοµετρική ευαισθησία έντεκα (11) bit και χωρική   διακριτική  ικανότητα  0,61  m  για  το  παγχρωματικό  κανάλι  και  2,44  m  για  τα πολυφασµατικά. Ο Landsat ETM εκτοξεύθηκε στις 15/4/1999 σε ύψος 750 km και διαθέτει επτά (7) πολυφασµατικά κανάλια καταγραφής µε χωρική διακριτική ικανότητα 30 m (υπέρυθρο 60 m) και ένα (1) παγχρωματικό µε χωρική διακριτική ικανότητα 15 m.&lt;br /&gt;
Η έρευνα στο πεδίο των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων (ΤΝ∆) (Artificial Neural Network), προήλθε από την επιθυμία για παραγωγή τεχνητών συστημάτων, ικανών για εμπεριστατωμένη και  έξυπνη  επεξεργασία,  παρόµοια µε  αυτή  που  πραγματοποιεί ο  ανθρώπινος  εγκέφαλος (Fausett 1994).  Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κάποιος ευρύτατα αποδεκτός ορισµός των ΤΝ∆.&lt;br /&gt;
Από τη µια πλευρά, σύµφωνα µε τον Haykin (1994), ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας µμαζικά παράλληλος  κατανεμημένος επεξεργαστής  ο  οποίος  έχει  την  φυσική  τάση  να  αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την κάνει διαθέσιµη για χρήση.&lt;br /&gt;
Τα ΤΝ∆ είναι ιδιαίτερα χρήσιµα για προβλήματα ταξινόμησης και προσέγγισης συναρτήσεων τα οποία έχουν αρκετά δεδομένα εκπαίδευσης και είναι ανεκτικά όσον αφορά στην ακρίβεια. Αρκετές ειδικότητες επιστημόνων, όπως οι επιστήμονες πληροφορικής, στατιστικοί, µμηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί κ.α. χρησιμοποιούν τα νευρωνικά δίκτυα.[[Εικόνα:AGA pap2 eikona 1.JPG  | thump| right|Σχήμα 1:'''Νευρώνας Τεχνητού Νευρωνικού ∆ικτύου (ΤΝ∆).''']]&lt;br /&gt;
Εκτός από την αρχιτεκτονική των ΤΝ∆, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό διαφοροποίησής τους  είναι  οι  τιµές των  βαρών  διασύνδεσης  µμεταξύ των  νευρώνων.  Η  διαδικασία  για  να οριστούν οι τιµές των βαρών ονομάζεται “εκπαίδευση” και διακρίνεται σε δύο τύπους (Masters 1983, Sarle 1997): την “επιβλεπόμενη” και “µη επιβλεπόμενη”. &lt;br /&gt;
Στην “επιβλεπόμενη εκπαίδευση”,  υπάρχουν γνωστές τιµές εξόδου (επιθυμητές τιµές) που δίνονται στο TΝ∆ κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης. Προσαρμόζοντας τα βάρη των συνδέσεων µμεταξύ των νευρώνων, το TΝ∆ προσπαθεί  να  ταιριάξει  τις  τιµές εξόδου  µε  τις  επιθυμητές τιµές. Στην  µη  επιβλεπόµενη διαδικασία εκμάθησης δεν υπάρχουν αντίστοιχες επιθυμητές τιµές εξόδου. Υπάρχουν µόνο δεδομένα  εισόδου. Έτσι, το TΝ∆  συνήθως πραγματοποιεί συμπίεση των δεδομένων, όπως µμείωση των διαστάσεων ή ομαδοποίηση.&lt;br /&gt;
Για να διασφαλιστεί το ότι το δίκτυο θα µμπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν δείγματα επαλήθευσης µε εγγραφές που δεν συμπεριλαμβάνονται στα δεδομένα εκπαίδευσης. Στο Σχήµα 2 παρουσιάζεται ένα σωστά εκπαιδευμένο ΤΝ∆ το οποίο έχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφευχθεί η υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδομένα εκπαίδευσης όπως συμβαίνει στο Σχήµα 2. Σε περίπτωση που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί δεδομένα επαλήθευσης και το µόνο κριτήριο σωστής εκπαίδευσης ήταν η συνάρτηση του λάθους, τότε το ΤΝ∆  του Σχήματος 2 θα παρουσίαζε&lt;br /&gt;
µμικρότερο λάθος, γεγονός που οδηγεί στη χρήση ενός µη σωστά εκπαιδευμένου δικτύου.[[AGA_pap2_eikona_1.JPG  | thump| right|Σχήμα 2]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια αναλύει και επεξηγεί τα επιχειρησιακά συστήματα εκτίμησης κινδύνου πυρκαγιών που ισχύουν σε διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία, η Ινδονησία κτλ. Ενώ στο επόμενο σημείο παραθέτει τον τρόπο που η τηλεπισκόπηση και τα Τεχνητά Νευρωνικά Δίκτυα χρησιμοποιούνται ως μέσο πρόληψης των πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι η βραχυπρόθεσμη εκτίµηση του κινδύνου πυρκαγιών είναι στενά συνυφασμένη µε τις καιρικές συνθήκες   οι   οποίες   επηρεάζουν   την   κατάσταση   της   βλάστησης.   Αρκετοί   ερευνητές χρησιμοποιούν τον δέκτη AVHRR της NOAA  για να παρακολουθούν την έλλειψη νερού στη βλάστηση,   αντικαθιστώντας έτσι   την   δειγματοληψία   από   µμετεωρολογικούς   σταθµούς (Chuvieco et al. 1999). Η υψηλή διαχρονική ανάλυση και η πολύ καλή φασµατική πληροφορία (ορατό, κοντινό υπέρυθρο, µέσο υπέρυθρο  και θερµικό υπέρυθρο) καθιστούν τον δέκτη αυτό αρκετά  αποτελεσματικό  για  τον  υπολογισµό  δεικτών  βλάστησης,  περιεχόμενης  υγρασίας βλάστησης  και  επιφανειακής θερµοκρασίας εδάφους.&lt;br /&gt;
Τρεις  κύριες μέθοδοι  χρησιμοποιούνται για τον συσχετισµό των τηλεπισκοπικών δεδοµένων και της εκτίµησης του κινδύνου πυρκαγιών, οι περισσότερες των οποίων βασίζονται στη µελέτη διαχρονικών  δεδοµένων δεικτών βλάστησης κυρίως του NDVI (Normalized Difference Vegetation Index).&lt;br /&gt;
Η διαφορά της ανακλαστικότητας σε αυτά τα κανάλια αποτελεί ένα µέσο παρακολούθησης της πυκνότητας και της υγείας της βλάστησης. Η ύπαρξη της χλωροφύλλης στα φύλλα έχει ως αποτέλεσµα τη µεγαλύτερη αντανάκλαση της ηλεκτροµαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του  κοντινού  υπέρυθρου  από  ό,τι  στο  ορατό.  Όταν  υπάρχει  έλλειψη  νερού  η  βλάστηση αρρωσταίνει, µειώνεται η ποσότητα χλωροφύλλης στα φύλλα και αντανακλά πολύ λιγότερο στο κοντινό υπέρυθρο. Τα σύννεφα, το νερό και τα χιόνια  έχουν µεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό από ό,τι στο κοντινό υπέρυθρο ενώ η διαφορά είναι σχεδόν µηδενική για τα πετρώµατα και το γυµνό έδαφος. Ο NDVI για την βλάστηση τυπικά παίρνει τιµές από 0.1 έως 0.6 όπου οι υψηλότερες τιµές σχετίζονται µε την  έντονη  πυκνότητα και την αυξηµένη χλωροφύλλη στο φύλλωµα. Το έδαφος και τα πετρώµατα έχουν τιµή κοντά στο µηδέν, ενώ οι περιοχές µε νερό έχουν αρνητικές τιµές. Φαινόµενα σκεδασµού από σκόνη και αερολύµατα, υψηλές τιµές ύψους ηλίου και υψηλές τιµές γωνιών σάρωσης αυξάνουν την ανακλαστικότητα στο ερυθρό σε σχέση&lt;br /&gt;
µε το κοντινό υπέρυθρο µε αποτέλεσµα την µείωση του υπολογιζόµενου NDVI.&lt;br /&gt;
Η  δεύτερη  κατηγορία  µεθόδων  χρήσης  τηλεπισκοπικών  δεδοµένων  στην  εκτίµηση  του κινδύνου βασίζεται στις θερµικές ιδιότητες της βλάστησης ως δείκτες έλλειψης νερού µέσω του συσχετισµού των  µετεωρολογικών δεδοµένων και  του  υπολογισµού της  εξατµισοδιαπνοής&lt;br /&gt;
Η τρίτη κατηγορία µεθόδων βασίζεται στο συνδυασµό δεικτών βλάστησης και δεδοµένων στο θερµικό υπέρυθρο, ενώ η τέταρτη κατηγορία περιλαµβάνει συσχετισµό δεδοµένων Radar και περιεχόµενης υγρασίας&lt;br /&gt;
Η   προσέγγιση   των   συναρτήσεων   για   τον   υπολογισµό   των   τριών   αρχικών   δεικτών πραγµατοποιήθηκε µε τη χρήση ΤΝ∆ τα οποία εκπαιδεύτηκαν µε τη µέθοδο της ανάστροφης διάδοσης  σφάλµατος (back-propagation). Η συγκεκριµένη µέθοδος χρησιµοποιείται για την επιβλεπόµενη εκπαίδευση ΤΝ∆ ευθείας τροφοδότησης. Αποτελεί την πιο δηµοφιλή µέθοδο για την  εκπαίδευση ενός  ΤΝ∆  µε πολλά επίπεδα επεξεργασίας  και έγινε δηµοφιλής από τους Rumelhart and McClelland (1986). &lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης το δίκτυο ξεκινά τη διαδικασία µάθησης από τυχαίες τιµές των  βαρών του. Η υπολογιζόµενη τιµή εξόδου συγκρίνεται µε την πραγµατική τιµή. Η ίδια διαδικασία επαναλαµβάνεται πολλές φορές έτσι ώστε σταδιακά το λάθος να ελαττωθεί µέχρι να γίνει πολύ µικρό και ανεκτό. Στόχος της εκπαίδευσης είναι να ελαχιστοποιηθεί η συνάρτηση του λάθους µέσω της διόρθωσης των βαρών w. &lt;br /&gt;
Ο βαθµός εκµάθησης ρυθµίζει τον ρυθµό και την ταχύτητα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Το δίκτυο ανατροφοδοτείται µε νέα δεδοµένα εκπαίδευσης και η διαδικασία συνεχίζεται για t επαναλήψεις (εποχές) µέχρι να ελαχιστοποιηθεί το λάθος. Για να διασφαλιστεί το γεγονός ότι το δίκτυο θα µπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου, χρησιµοποιήθηκαν  δείγµατα  επαλήθευσης  µε  εγγραφές  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται στα δεδοµένα εκπαίδευσης. Η  εκπαίδευση διακόπτεται όταν το MSE αρχίζει να αυξάνεται στα δεδοµένα επαλήθευσης, ακόµα και αν συνεχίζει να µειώνεται για το δείγµα εκπαίδευσης. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το ΤΝ∆ έχει επιτύχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφύγει µια υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδοµένα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Για την επιλογή της τελικής δοµής των νευρωνικών δικτύων κάθε δείκτη, πραγµατοποιήθηκαν πολλές   δοκιµές.  Η  αξιολόγηση  της  εκπαίδευσης  των  ΤΝ∆  πραγµατοποιήθηκε  µε  την παρακολούθηση  των  ποσοστών  της  σωστής  ταξινόµησης των  δειγµάτων εκπαίδευσης  και επαλήθευσης, δηλαδή  σηµεία πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν ως πυρκαγιές και σηµεία µη- πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν αντίστοιχα ως µη-πυρκαγιές. Επίσης πραγµατοποιούταν έλεγχος του µέσου τετραγωνικού σφάλµατος (MSE) µε διακοπή της διαδικασίας όταν παρουσιαζόταν αύξηση του MSE στο δείγµα επαλήθευσης για την περίοδο 1970-2001. Το MSE του δείγµατος του 2003 υπολογίστηκε µε το εκπαιδευµένο ΤΝ∆,  επειδή σε αυτό το δείγµα επαλήθευσης συµπεριλαµβάνονται µόνο σηµεία πυρκαγιών.&lt;br /&gt;
Στο επόμενο βήμα αναφέρει κάποια από τα μειονεκτήματα των ΤΝΔ. Πιο αναλυτικά ένα από τα µειονεκτήµατα των ΤΝ∆ είναι η ερµηνεία του παραγόµενου  µοντέλου ως  προς  τον  προσδιορισµό των  σηµαντικότερων µεταβλητών που επηρεάζουν το µοντέλο, για αυτό και τα ΤΝ∆ έχουν χαρακτηριστεί ως “µαύρα κουτιά” (Howes and   Crook  1999,  Andersson   et   al.  2000,  Papadokonstantakis  et   al.  2006).  ∆ιάφορες µεθοδολογίες έχουν εφαρµοστεί για τη διερεύνηση της σηµαντικότητας των δεδοµένων εισόδου σε ένα εκπαιδευµένο ΤΝ∆. Οι Howes και Crook (1999) πρότειναν, µεταξύ άλλων, την µέθοδο “Γενική  Επίδραση”  (General  Influence-GI) της  κάθε  µεταβλητής, η  οποία  βασίζεται στην ανάλυση των βαρών και είναι παρόµοια µε τη µέθοδο που πρότειναν οι Yoon et al. (1994). Οι δύο  παραπάνω  µέθοδοι  σχετίζονται  µε  τη  µέθοδο  “Ποσοστό  Επίδρασης”  (Percentage  of Influence - PI) που  αναπτύχθηκε από τον Garson (1991) και την µέθοδο “Εξαγόµενα Βάρη” (Weight  Product-WP)  των   Tchaban  et  al.  (1998)  οι  οποίες  και  χρησιµοποιήθηκαν  στη συγκεκριµένη διατριβή. &lt;br /&gt;
Αν και τα ΤΝ∆  έχουν µεγάλη δυνατότητα στη µοντελοποίηση σύνθετων προβληµάτων, η ικανότητα τους για τον άµεσο υπολογισµό της σηµαντικότητας των µεταβλητών που εισάγονται σε ένα ΤΝ∆ είναι περιορισµένες.&lt;br /&gt;
Έπειτα αναφέρεται στην εφαρμογή εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών για την οποία διερευνήθηκε   η χαρτογράφηση των αστικών περιοχών, του οδικού δικτύου και των χρήσεων γης, από το  δέκτη τηλεπισκόπησης QuickBird µέσω της οπτικής αναγνώρισης των παραπάνω χαρακτηριστικών. Η συγκεκριµένη µεθοδολογία έχει  µεγαλύτερη ακρίβεια από  την  πολυφασµατική ταξινόµηση λόγω  της  µεγάλης  ανάλυσής  της  εικόνας.  &lt;br /&gt;
Σηµαντικά µειονεκτήµατα της  χρήσης  τέτοιων εικόνων είναι το µεγάλο κόστος απόκτησης ανά τετραγωνικό χιλιόµετρο και τα πολλά σκηνικά που χρειάζονται για να καλυφτεί η συγκεκριµένη περιοχή µελέτης. Αυτό πρακτικά, σηµαίνει ότι χρειάζονται  περισσότερα   περάσµατα  του  δέκτη  συνεπώς  και  µεγαλύτερη  πιθανότητα  τα σκηνικά να καλύπτονται σε µεγάλο  ποσοστό από νέφη και σκιές µε αποτέλεσµα τη χαµηλή ποιότητά τους.&lt;br /&gt;
Για τη διερεύνηση του δεύτερου στόχου, αναπτύχθηκε ο ∆είκτης Κινδύνου Έναρξης Πυρκαγιάς (∆ΚΕΠ) βασιζόµενος στο είδος της πληροφορίας ώστε να εκφράζει τον συσσωρευµένο κίνδυνο έναρξης   πυρκαγιάς  λόγω  των  καιρικών,  βλαστητικών/τοπογραφικών  και  ανθρωπογενών παραµέτρων.  Αποτελείται  από  τρεις  άλλους  δείκτες:  το  Μετεωρολογικό  ∆είκτη  Κινδύνου (Μ∆Κ),  το   Βλαστητικό   ∆είκτη  Κινδύνου  (Β∆Κ)  και  τον  Κοινωνικο-Οικονοµικό  ∆είκτη Κινδύνου (ΚΟ∆Κ).  Όλοι οι επιµέρους δείκτες είναι δυναµικοί, δηλαδή  μεταβάλλονται στο χρόνο και το χώρο. &lt;br /&gt;
Η επαλήθευση της εκπαίδευσης πραγµατοποιήθηκε µε την χρήση δείγµατος από δεδοµένα εκπαίδευσης καθώς και µε επιχειρησιακή εφαρµογή σε συγκεκριµένες πυρκαγιές κατά την αντιπυρική περίοδο 2003 και σε όλη την αντιπυρική περίοδο 2004. Τα αποτελέσµατα της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής επαλήθευσης δείχνουν ότι πράγµατι ο ∆ΚΕΠ µπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση περιοχών υψηλού κινδύνου ώστε να υποστηριχθούν αποφάσεις προκατασταλτικού σχεδιασµού (Vasilakos et al. 2007).&lt;br /&gt;
Τρίτος  στόχος  της  διατριβής  ήταν  διερεύνηση  της  δυνατότητας  χρήσης  των  Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων για τη συσχέτιση των παραµέτρων οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι επηρεάζουν την έναρξη των πυρκαγιών µε την ιστορική εµφάνιση των πυρκαγιών της Λέσβου (Rumelhart and  McClelland  1986).  Σε  αντίθεση  µε  τις  εµπειρικές  και  τις  στατιστικές  µεθόδους που χρησιµοποιούνται  για  την  επιχειρησιακή  εκτίµηση  του  κινδύνου  δασικών  πυρκαγιών,  τα Τεχνητά Νευρωνικά ∆ίκτυα παρουσίασαν µια ιδιαίτερη ικανότητα στην αναγνώριση προτύπων ενός φυσικού φαινοµένου	το οποίο παρουσιάζει,	συνήθως, µη-γραµµικότητα	και µεταβλητότητα που δύσκολα µπορεί να προσδιοριστεί. &lt;br /&gt;
Τα εκπαιδευµένα ΤΝ∆ στην παρούσα εφαρµογή µπορούν να  χρησιµοποιηθούν για την περιοχή της Λέσβου ενώ στην περίπτωση που χρησιµοποιηθούν δεδοµένα µιας  άλλης  περιοχής  τα  αποτελέσµατα θα  αλλάξουν  γιατί  θα αναγνωριστούν  διαφορετικά  χωρικά  πρότυπα.  Σε  αυτήν  την  περίπτωση  θα  πρέπει  να συλλεχθούν δεδοµένα για την περιοχή µελέτης ενώ ενδεχοµένως θα πρέπει να συµπεριληφθούν νέες µεταβλητές ή να µη ληφθούν ορισµένες µεταβλητές από αυτές που χρησιµοποιήθηκαν σε αυτήν την  διατριβή. Η επιλογή των παραµέτρων πρέπει να γίνει ανάλογα µε τις αιτίες των πυρκαγιών που εµφανίζονται στην υπό εξέταση περιοχή π.χ. στην ενδοχώρα ίσως θα πρέπει να συµπεριληφθεί το σιδηροδροµικό δίκτυο.&lt;br /&gt;
Ένα  από  τα  µειονεκτήµατα των  ΤΝ∆  είναι  η  άµεση  ερµηνεία  της  σηµαντικότητας  των µεταβλητών που λαµβάνονται υπόψη στην εκπαίδευση ενός ΤΝ∆.. Για να εκτιµηθεί ο βαθµός επίδρασης των παραµέτρων στην παρούσα διατριβή χρησιµοποιήθηκαν 3 µέθοδοι ανάλυσης ευαισθησίας ΤΝ∆ και δύο µέθοδοι συσχετισµού δεδοµένων στις οποίες η σηµαντικότητα των µεταβλητών ερµηνεύεται µέσω των συντελεστών που υπολογίζονται.&lt;br /&gt;
Τέλος,  ως  τέταρτος  στόχος,  τέθηκε  η  ανάπτυξη  της  εφαρµογής  εκτίµησης  κινδύνου.  Η αυτοµατοποίηση όλων των διαδικασιών µέσω Η/Υ δεν παρουσίασε µειονεκτήµατα αν και το κόστος αγοράς των εµπορικών βιβλιοθηκών, και κυρίως των ArcObjects είναι ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά  για  τον  τελικό  χρήστη  όπως  είναι  µια δηµόσια υπηρεσία.  Σηµαντικό πλεονέκτηµα αποτελεί η µη εξειδικευµένη γνώση χρήσης Η/Υ και προγραµµατισµού σε πηγαίο κώδικα από το χρήστη της εφαρµογής, παρά µόνο µια εκπαίδευση λίγων ωρών.&lt;br /&gt;
Πρέπει  να  σηµειωθεί ότι  η  µεθοδολογία  που  αναπτύχθηκε  στην  παρούσα  διατριβή  είναι δυνατόν  να χρησιµοποιηθεί και σε άλλες εφαρµογές εκτός της εκτίµησης κινδύνου έναρξης δασικών   πυρκαγιών.   Οι   εφαρµογές  αυτές   µπορούν   να   περιλαµβάνουν   την   εκτίµηση πιθανότητας εµφάνισης ή αναµενόµενης τιµής ενός φαινοµένου σε ένα συγκεκριµένο χώρο και χρόνο. Έτσι, θα  µπορεί να εξεταστεί αν η εµφάνιση ή η αναµενόµενη τιµή του φαινοµένου οφείλονται στη  χωροχρονική κατανοµή των αιτιών που την προκαλούν. Τέτοια φαινόµενα µπορεί  να   είναι   είτε   άλλες   φυσικές   καταστροφές   (π.χ.   σεισµοί)  ή   άλλα   φαινόµενα περιβαλλοντικά (π.χ. εµφάνιση ενός είδους πανίδας ή χλωρίδας).&lt;br /&gt;
	Συμπερασματικά αναφέρει, ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα ειδικά μετά το πέρας της πυρκαγιάς και θα πρέπει να συλλέγονται συμπληρωματικέ στοιχεία, όπως: η έκταση   της  καµένης  περιοχής,  οι  αιτίες  έναρξής  της  καθώς  και  να  πραγµατοποιείται χαρτογράφηση  της  καµένης  έκτασης.  Έχοντας  τα  παραπάνω  στοιχεία,  θα  είναι  εφικτή  η δηµιουργία ενός πιο ρεαλιστικού συστήµατος, το οποίο θα λαµβάνει υπόψη επικαιροποιηµένες χρήσεις   γης   και   µοντέλα   καύσιµης   ύλης   ενώ   θα   χρησιµοποιούνται  οι   πραγµατικές µετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της πυρκαγιάς στην εκπαίδευση των ΤΝ∆.Επιπλέον, είναι αναγκαία η περαιτέρω έρευνα στη δηµιουργία µετεωρολογικών θεµατικών επιφανειών  υψηλής  ανάλυσης.  Αν  και  µπορεί  να  κριθεί  ικανοποιητικός  ένας  αριθµός µετεωρολογικών σταθµών για µια συγκεκριµένη περιοχή, δεν µπορεί να περιγραφεί µε ακρίβεια η  επιφανειακή κατανοµή των συνθηκών, ιδιαίτερα σε ένα σύνθετο τοπογραφικό περιβάλλον. Επίσης, η πρόγνωση των µετεωρολογικών συνθηκών υψηλής ανάλυσης περιορίζεται από την υπολογιστική ισχύ συνεπώς θα ξεπεραστεί µε την πάροδο του χρόνου και τη βελτιστοποίηση της τεχνολογίας.&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στη χαρτογράφηση των µοντέλων καύσιµης ύλης αυτή µπορεί να βελτιστοποιηθεί µε τη χρήση των δορυφορικών εικόνων QuickBird µέσω της χρήσης τεχνικών αναγνώρισης αντικειµένων. Η τεχνική αυτή έχει χρησιµοποιηθεί τόσο σε εικόνες υψηλής ευκρίνειας για τη χαρτογράφηση της καύσιµης ύλης (Gitas et al. 2006), καθώς και σε εικόνες µικρής χωρικής διαχωριστικής ικανότητας για τον εντοπισµό καµένων περιοχών (Gitas et al. 2004).  Έτσι, θα είναι  εφικτή η αναγνώριση περιοχών σε µεγάλη κλίµακα, µε διαφορετική ευφλεκτικότητα, ιδιαίτερα  σε  περιοχές  µε  απότοµες αλλαγές  στις  χρήσεις  γης,  όπως  είναι  οι  περιαστικές περιοχές. Επίσης, η χρήση θεµατικής επιφάνειας µοντέλων καύσιµης ύλης υψηλής ανάλυσης θα επιτρέπει  την µοντελοποίηση της συµπεριφοράς µιας πυρκαγιάς µε µεγαλύτερη ακρίβεια. Η λειτουργία  αυτή   θα   πρέπει  να  ενσωµατωθεί  σε  ένα  ολοκληρωµένο  σύστηµα  εκτίµησης κινδύνου  δασικών   πυρκαγιών  µαζί  µε  µια  θεµατική  επιφάνεια  όπου  θα  εκφράζει  τις εκτιµώµενες ζηµιές που θα προκληθούν σε ενδεχόµενη πυρκαγιά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσµα να  διακρίνονται  περιοχές  οι   οποίες,  ενώ  έχουν  τον  ίδιο  κίνδυνο  έναρξης  πυρκαγιάς, διαφοροποιούνται ως προς τα αποτελέσµατά τους συνεπώς θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διαχείρισή τους, ιδιαίτερα στη διαχείριση της καύσιµης ύλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Διαχείριση κινδύνων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:AGA_pap2_eikona_1.JPG</id>
		<title>Αρχείο:AGA pap2 eikona 1.JPG</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:AGA_pap2_eikona_1.JPG"/>
				<updated>2011-02-11T15:58:04Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D</id>
		<title>Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%9F_%CE%A1%CE%9F%CE%9B%CE%9F%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%97%CE%9B%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%9A%CE%9F%CE%A0%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%91%CE%99_%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%A4%CE%95%CE%A7%CE%9D%CE%97%CE%A4%CE%97%CE%A3_%CE%9D%CE%9F%CE%97%CE%9C%CE%9F%CE%A3%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%A3_%CE%A3%CE%A4%CE%97%CE%9D_%CE%95%CE%9A%CE%A4%CE%99%CE%9C%CE%97%CE%A3%CE%97_%CE%9A%CE%99%CE%9D%CE%94%CE%A5%CE%9D%CE%9F%CE%A5_%CE%94%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%9A%CE%A9%CE%9D_%CE%A0%CE%A5%CE%A1%CE%9A%CE%91%CE%93%CE%99%CE%A9%CE%9D"/>
				<updated>2011-02-11T15:55:43Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: New page: '''Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ'''   Σ...&lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;'''Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ'''&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Συγγραφείς:  Χρήστος Βασιλάκος, Κώστας Καλαμποκίδης, Ιωάννης Χατζόπουλος, Γεώργιος Κάλλος και Ιωάννης Ματσίνος&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Πηγή: http://www3.aegean.gr/environment/labs/Remote_sensing/publications/Hazard_full_v1.pdf&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Η παρούσα διατριβή αναφέρεται στην ανάπτυξη ενός επιχειρησιακού συστήματος ποσοτικής εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Το πεδίο εφαρμογής είναι το νησί της Λέσβου και οι στόχοι της εργασίας είναι:&lt;br /&gt;
1)Να εξεταστούν οι δυνατότητες που προσφέρονται από τον δέκτη Quickbird στην χαρτογράφηση της εδαφοκάλυψης και των χρήσεων γης.&lt;br /&gt;
2)Να διερευνηθεί η συσχέτιση των βλαστητικών, µμετεωρολογικών  και κοινωνικο-οικονομικών παραμέτρων µε την  ιστορική εμφάνιση και τη βραχυπρόθεσμη πρόγνωση δασικών  πυρκαγιών  στον  ελλαδικό  χώρο  και  ειδικότερα  σε  µμεσογειακού  τύπου οικοσυστήματα, σε µμεγάλη κλίμακα.&lt;br /&gt;
3)Να ερευνηθεί η δυνατότητα χρησιμοποίησης τεχνητών νευρωνικών δικτύων ως&lt;br /&gt;
εργαλείο συσχετισμού χωρικών µμεταβλητών.&lt;br /&gt;
4)Να αυτοματοποιηθούν οι διαδικασίες εκπαίδευσης των νευρωνικών δικτύων και &lt;br /&gt;
της χαρτογραφικής µμοντελοποίησης.&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια δίνει τους ορισμούς της Τηλεπισκόπησης και των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων, δηλαδή «Τηλεπισκόπηση» σύµφωνα µε την Αμερικανική Κοινότητα Φωτογραμμετρίας και Τηλεπισκόπησης ορίζεται η τέχνη, η επιστήµη και η τεχνολογία που δίνει αξιόπιστες πληροφορίες για τα φυσικά αντικείμενα και το περιβάλλον µέσω διαδικασιών που  καταγράφουν,  µμετρούν  και  ειρηνεύουν  εικόνες  και  πρότυπα  της  ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας  και άλλα φαινόμενα. &lt;br /&gt;
Η τηλεπισκόπηση περιλαμβάνει δύο είδη συστημάτων καταγραφής δεδομένων: τα παθητικά και τα ενεργά. Τα παθητικά δεν διαθέτουν δική τους πηγή ενέργειας, οπότε και καταγράφουν την εκπεμπόμενη ενέργεια του στόχου ή την ανακλώμενη ενέργεια που στέλνει κάποια άλλη πηγή η οποία είναι συνήθως ο ήλιος. Τα ενεργά συστήματα, στα οποία συγκαταλέγονται τα Radar,  διαθέτουν  δική  τους  πηγή  ενέργειας.&lt;br /&gt;
Στην παρούσα διατριβή χρησιμοποιήθηκαν δύο δέκτες, ο QuickBird και ο LANDSAT ETM. Ο QuickBird εκτοξεύθηκε στις 18/10/2001 και τέθηκε σε ηλιοσύγχρονη τροχιά µε ύψος 450 km.  διαθέτει πέντε (5) κανάλια καταγραφής ηλεκτρομαγνητικής ακτινοβολίας, τέσσερα (4) πολυφασµατικά και ένα (1) παγχρωµατικό, µε ραδιοµετρική ευαισθησία έντεκα (11) bit και χωρική   διακριτική  ικανότητα  0,61  m  για  το  παγχρωματικό  κανάλι  και  2,44  m  για  τα πολυφασµατικά. Ο Landsat ETM εκτοξεύθηκε στις 15/4/1999 σε ύψος 750 km και διαθέτει επτά (7) πολυφασµατικά κανάλια καταγραφής µε χωρική διακριτική ικανότητα 30 m (υπέρυθρο 60 m) και ένα (1) παγχρωματικό µε χωρική διακριτική ικανότητα 15 m.&lt;br /&gt;
Η έρευνα στο πεδίο των Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων (ΤΝ∆) (Artificial Neural Network), προήλθε από την επιθυμία για παραγωγή τεχνητών συστημάτων, ικανών για εμπεριστατωμένη και  έξυπνη  επεξεργασία,  παρόµοια µε  αυτή  που  πραγματοποιεί ο  ανθρώπινος  εγκέφαλος (Fausett 1994).  Παρόλα αυτά, δεν υπάρχει κάποιος ευρύτατα αποδεκτός ορισµός των ΤΝ∆.&lt;br /&gt;
Από τη µια πλευρά, σύµφωνα µε τον Haykin (1994), ένα νευρωνικό δίκτυο είναι ένας µμαζικά παράλληλος  κατανεμημένος επεξεργαστής  ο  οποίος  έχει  την  φυσική  τάση  να  αποθηκεύει εμπειρική γνώση και να την κάνει διαθέσιµη για χρήση.&lt;br /&gt;
Τα ΤΝ∆ είναι ιδιαίτερα χρήσιµα για προβλήματα ταξινόμησης και προσέγγισης συναρτήσεων τα οποία έχουν αρκετά δεδομένα εκπαίδευσης και είναι ανεκτικά όσον αφορά στην ακρίβεια. Αρκετές ειδικότητες επιστημόνων, όπως οι επιστήμονες πληροφορικής, στατιστικοί, µμηχανικοί, βιολόγοι, φυσικοί κ.α. χρησιμοποιούν τα νευρωνικά δίκτυα.[[AGA_pap2_eikona_1.JPG  | thump| right|Σχήμα 1:'''Νευρώνας Τεχνητού Νευρωνικού ∆ικτύου (ΤΝ∆).''']]&lt;br /&gt;
Εκτός από την αρχιτεκτονική των ΤΝ∆, ένα άλλο σημαντικό χαρακτηριστικό διαφοροποίησής τους  είναι  οι  τιµές των  βαρών  διασύνδεσης  µμεταξύ των  νευρώνων.  Η  διαδικασία  για  να οριστούν οι τιµές των βαρών ονομάζεται “εκπαίδευση” και διακρίνεται σε δύο τύπους (Masters 1983, Sarle 1997): την “επιβλεπόμενη” και “µη επιβλεπόμενη”. &lt;br /&gt;
Στην “επιβλεπόμενη εκπαίδευση”,  υπάρχουν γνωστές τιµές εξόδου (επιθυμητές τιµές) που δίνονται στο TΝ∆ κατά την διάρκεια της εκπαίδευσης. Προσαρμόζοντας τα βάρη των συνδέσεων µμεταξύ των νευρώνων, το TΝ∆ προσπαθεί  να  ταιριάξει  τις  τιµές εξόδου  µε  τις  επιθυμητές τιµές. Στην  µη  επιβλεπόµενη διαδικασία εκμάθησης δεν υπάρχουν αντίστοιχες επιθυμητές τιµές εξόδου. Υπάρχουν µόνο δεδομένα  εισόδου. Έτσι, το TΝ∆  συνήθως πραγματοποιεί συμπίεση των δεδομένων, όπως µμείωση των διαστάσεων ή ομαδοποίηση.&lt;br /&gt;
Για να διασφαλιστεί το ότι το δίκτυο θα µμπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου θα πρέπει να χρησιμοποιηθούν δείγματα επαλήθευσης µε εγγραφές που δεν συμπεριλαμβάνονται στα δεδομένα εκπαίδευσης. Στο Σχήµα 2 παρουσιάζεται ένα σωστά εκπαιδευμένο ΤΝ∆ το οποίο έχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφευχθεί η υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδομένα εκπαίδευσης όπως συμβαίνει στο Σχήµα 2. Σε περίπτωση που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί δεδομένα επαλήθευσης και το µόνο κριτήριο σωστής εκπαίδευσης ήταν η συνάρτηση του λάθους, τότε το ΤΝ∆  του Σχήματος 2 θα παρουσίαζε&lt;br /&gt;
µμικρότερο λάθος, γεγονός που οδηγεί στη χρήση ενός µη σωστά εκπαιδευμένου δικτύου.[[AGA_pap2_eikona_1.JPG  | thump| right|Σχήμα 2]]&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
Στην συνέχεια αναλύει και επεξηγεί τα επιχειρησιακά συστήματα εκτίμησης κινδύνου πυρκαγιών που ισχύουν σε διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία, η Ινδονησία κτλ. Ενώ στο επόμενο σημείο παραθέτει τον τρόπο που η τηλεπισκόπηση και τα Τεχνητά Νευρωνικά Δίκτυα χρησιμοποιούνται ως μέσο πρόληψης των πυρκαγιών. &lt;br /&gt;
Πιο συγκεκριμένα αναφέρει ότι η βραχυπρόθεσμη εκτίµηση του κινδύνου πυρκαγιών είναι στενά συνυφασμένη µε τις καιρικές συνθήκες   οι   οποίες   επηρεάζουν   την   κατάσταση   της   βλάστησης.   Αρκετοί   ερευνητές χρησιμοποιούν τον δέκτη AVHRR της NOAA  για να παρακολουθούν την έλλειψη νερού στη βλάστηση,   αντικαθιστώντας έτσι   την   δειγματοληψία   από   µμετεωρολογικούς   σταθµούς (Chuvieco et al. 1999). Η υψηλή διαχρονική ανάλυση και η πολύ καλή φασµατική πληροφορία (ορατό, κοντινό υπέρυθρο, µέσο υπέρυθρο  και θερµικό υπέρυθρο) καθιστούν τον δέκτη αυτό αρκετά  αποτελεσματικό  για  τον  υπολογισµό  δεικτών  βλάστησης,  περιεχόμενης  υγρασίας βλάστησης  και  επιφανειακής θερµοκρασίας εδάφους.&lt;br /&gt;
Τρεις  κύριες μέθοδοι  χρησιμοποιούνται για τον συσχετισµό των τηλεπισκοπικών δεδοµένων και της εκτίµησης του κινδύνου πυρκαγιών, οι περισσότερες των οποίων βασίζονται στη µελέτη διαχρονικών  δεδοµένων δεικτών βλάστησης κυρίως του NDVI (Normalized Difference Vegetation Index).&lt;br /&gt;
Η διαφορά της ανακλαστικότητας σε αυτά τα κανάλια αποτελεί ένα µέσο παρακολούθησης της πυκνότητας και της υγείας της βλάστησης. Η ύπαρξη της χλωροφύλλης στα φύλλα έχει ως αποτέλεσµα τη µεγαλύτερη αντανάκλαση της ηλεκτροµαγνητικής ακτινοβολίας στην περιοχή του  κοντινού  υπέρυθρου  από  ό,τι  στο  ορατό.  Όταν  υπάρχει  έλλειψη  νερού  η  βλάστηση αρρωσταίνει, µειώνεται η ποσότητα χλωροφύλλης στα φύλλα και αντανακλά πολύ λιγότερο στο κοντινό υπέρυθρο. Τα σύννεφα, το νερό και τα χιόνια  έχουν µεγαλύτερη ανακλαστικότητα στο ορατό από ό,τι στο κοντινό υπέρυθρο ενώ η διαφορά είναι σχεδόν µηδενική για τα πετρώµατα και το γυµνό έδαφος. Ο NDVI για την βλάστηση τυπικά παίρνει τιµές από 0.1 έως 0.6 όπου οι υψηλότερες τιµές σχετίζονται µε την  έντονη  πυκνότητα και την αυξηµένη χλωροφύλλη στο φύλλωµα. Το έδαφος και τα πετρώµατα έχουν τιµή κοντά στο µηδέν, ενώ οι περιοχές µε νερό έχουν αρνητικές τιµές. Φαινόµενα σκεδασµού από σκόνη και αερολύµατα, υψηλές τιµές ύψους ηλίου και υψηλές τιµές γωνιών σάρωσης αυξάνουν την ανακλαστικότητα στο ερυθρό σε σχέση&lt;br /&gt;
µε το κοντινό υπέρυθρο µε αποτέλεσµα την µείωση του υπολογιζόµενου NDVI.&lt;br /&gt;
Η  δεύτερη  κατηγορία  µεθόδων  χρήσης  τηλεπισκοπικών  δεδοµένων  στην  εκτίµηση  του κινδύνου βασίζεται στις θερµικές ιδιότητες της βλάστησης ως δείκτες έλλειψης νερού µέσω του συσχετισµού των  µετεωρολογικών δεδοµένων και  του  υπολογισµού της  εξατµισοδιαπνοής&lt;br /&gt;
Η τρίτη κατηγορία µεθόδων βασίζεται στο συνδυασµό δεικτών βλάστησης και δεδοµένων στο θερµικό υπέρυθρο, ενώ η τέταρτη κατηγορία περιλαµβάνει συσχετισµό δεδοµένων Radar και περιεχόµενης υγρασίας&lt;br /&gt;
Η   προσέγγιση   των   συναρτήσεων   για   τον   υπολογισµό   των   τριών   αρχικών   δεικτών πραγµατοποιήθηκε µε τη χρήση ΤΝ∆ τα οποία εκπαιδεύτηκαν µε τη µέθοδο της ανάστροφης διάδοσης  σφάλµατος (back-propagation). Η συγκεκριµένη µέθοδος χρησιµοποιείται για την επιβλεπόµενη εκπαίδευση ΤΝ∆ ευθείας τροφοδότησης. Αποτελεί την πιο δηµοφιλή µέθοδο για την  εκπαίδευση ενός  ΤΝ∆  µε πολλά επίπεδα επεξεργασίας  και έγινε δηµοφιλής από τους Rumelhart and McClelland (1986). &lt;br /&gt;
Κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης το δίκτυο ξεκινά τη διαδικασία µάθησης από τυχαίες τιµές των  βαρών του. Η υπολογιζόµενη τιµή εξόδου συγκρίνεται µε την πραγµατική τιµή. Η ίδια διαδικασία επαναλαµβάνεται πολλές φορές έτσι ώστε σταδιακά το λάθος να ελαττωθεί µέχρι να γίνει πολύ µικρό και ανεκτό. Στόχος της εκπαίδευσης είναι να ελαχιστοποιηθεί η συνάρτηση του λάθους µέσω της διόρθωσης των βαρών w. &lt;br /&gt;
Ο βαθµός εκµάθησης ρυθµίζει τον ρυθµό και την ταχύτητα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Το δίκτυο ανατροφοδοτείται µε νέα δεδοµένα εκπαίδευσης και η διαδικασία συνεχίζεται για t επαναλήψεις (εποχές) µέχρι να ελαχιστοποιηθεί το λάθος. Για να διασφαλιστεί το γεγονός ότι το δίκτυο θα µπορεί να προσεγγίσει τιµές εξόδου για οποιοδήποτε συνδυασµό τιµών εισόδου, χρησιµοποιήθηκαν  δείγµατα  επαλήθευσης  µε  εγγραφές  που  δεν  συµπεριλαµβάνονται στα δεδοµένα εκπαίδευσης. Η  εκπαίδευση διακόπτεται όταν το MSE αρχίζει να αυξάνεται στα δεδοµένα επαλήθευσης, ακόµα και αν συνεχίζει να µειώνεται για το δείγµα εκπαίδευσης. Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το ΤΝ∆ έχει επιτύχει καλή γενίκευση (generalization) και έχει αποφύγει µια υπερπροσαρµογή (overfitting) στα δεδοµένα εκπαίδευσης.&lt;br /&gt;
Για την επιλογή της τελικής δοµής των νευρωνικών δικτύων κάθε δείκτη, πραγµατοποιήθηκαν πολλές   δοκιµές.  Η  αξιολόγηση  της  εκπαίδευσης  των  ΤΝ∆  πραγµατοποιήθηκε  µε  την παρακολούθηση  των  ποσοστών  της  σωστής  ταξινόµησης των  δειγµάτων εκπαίδευσης  και επαλήθευσης, δηλαδή  σηµεία πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν ως πυρκαγιές και σηµεία µη- πυρκαγιών που ταξινοµήθηκαν αντίστοιχα ως µη-πυρκαγιές. Επίσης πραγµατοποιούταν έλεγχος του µέσου τετραγωνικού σφάλµατος (MSE) µε διακοπή της διαδικασίας όταν παρουσιαζόταν αύξηση του MSE στο δείγµα επαλήθευσης για την περίοδο 1970-2001. Το MSE του δείγµατος του 2003 υπολογίστηκε µε το εκπαιδευµένο ΤΝ∆,  επειδή σε αυτό το δείγµα επαλήθευσης συµπεριλαµβάνονται µόνο σηµεία πυρκαγιών.&lt;br /&gt;
Στο επόμενο βήμα αναφέρει κάποια από τα μειονεκτήματα των ΤΝΔ. Πιο αναλυτικά ένα από τα µειονεκτήµατα των ΤΝ∆ είναι η ερµηνεία του παραγόµενου  µοντέλου ως  προς  τον  προσδιορισµό των  σηµαντικότερων µεταβλητών που επηρεάζουν το µοντέλο, για αυτό και τα ΤΝ∆ έχουν χαρακτηριστεί ως “µαύρα κουτιά” (Howes and   Crook  1999,  Andersson   et   al.  2000,  Papadokonstantakis  et   al.  2006).  ∆ιάφορες µεθοδολογίες έχουν εφαρµοστεί για τη διερεύνηση της σηµαντικότητας των δεδοµένων εισόδου σε ένα εκπαιδευµένο ΤΝ∆. Οι Howes και Crook (1999) πρότειναν, µεταξύ άλλων, την µέθοδο “Γενική  Επίδραση”  (General  Influence-GI) της  κάθε  µεταβλητής, η  οποία  βασίζεται στην ανάλυση των βαρών και είναι παρόµοια µε τη µέθοδο που πρότειναν οι Yoon et al. (1994). Οι δύο  παραπάνω  µέθοδοι  σχετίζονται  µε  τη  µέθοδο  “Ποσοστό  Επίδρασης”  (Percentage  of Influence - PI) που  αναπτύχθηκε από τον Garson (1991) και την µέθοδο “Εξαγόµενα Βάρη” (Weight  Product-WP)  των   Tchaban  et  al.  (1998)  οι  οποίες  και  χρησιµοποιήθηκαν  στη συγκεκριµένη διατριβή. &lt;br /&gt;
Αν και τα ΤΝ∆  έχουν µεγάλη δυνατότητα στη µοντελοποίηση σύνθετων προβληµάτων, η ικανότητα τους για τον άµεσο υπολογισµό της σηµαντικότητας των µεταβλητών που εισάγονται σε ένα ΤΝ∆ είναι περιορισµένες.&lt;br /&gt;
Έπειτα αναφέρεται στην εφαρμογή εκτίμησης κινδύνου έναρξης δασικών πυρκαγιών για την οποία διερευνήθηκε   η χαρτογράφηση των αστικών περιοχών, του οδικού δικτύου και των χρήσεων γης, από το  δέκτη τηλεπισκόπησης QuickBird µέσω της οπτικής αναγνώρισης των παραπάνω χαρακτηριστικών. Η συγκεκριµένη µεθοδολογία έχει  µεγαλύτερη ακρίβεια από  την  πολυφασµατική ταξινόµηση λόγω  της  µεγάλης  ανάλυσής  της  εικόνας.  &lt;br /&gt;
Σηµαντικά µειονεκτήµατα της  χρήσης  τέτοιων εικόνων είναι το µεγάλο κόστος απόκτησης ανά τετραγωνικό χιλιόµετρο και τα πολλά σκηνικά που χρειάζονται για να καλυφτεί η συγκεκριµένη περιοχή µελέτης. Αυτό πρακτικά, σηµαίνει ότι χρειάζονται  περισσότερα   περάσµατα  του  δέκτη  συνεπώς  και  µεγαλύτερη  πιθανότητα  τα σκηνικά να καλύπτονται σε µεγάλο  ποσοστό από νέφη και σκιές µε αποτέλεσµα τη χαµηλή ποιότητά τους.&lt;br /&gt;
Για τη διερεύνηση του δεύτερου στόχου, αναπτύχθηκε ο ∆είκτης Κινδύνου Έναρξης Πυρκαγιάς (∆ΚΕΠ) βασιζόµενος στο είδος της πληροφορίας ώστε να εκφράζει τον συσσωρευµένο κίνδυνο έναρξης   πυρκαγιάς  λόγω  των  καιρικών,  βλαστητικών/τοπογραφικών  και  ανθρωπογενών παραµέτρων.  Αποτελείται  από  τρεις  άλλους  δείκτες:  το  Μετεωρολογικό  ∆είκτη  Κινδύνου (Μ∆Κ),  το   Βλαστητικό   ∆είκτη  Κινδύνου  (Β∆Κ)  και  τον  Κοινωνικο-Οικονοµικό  ∆είκτη Κινδύνου (ΚΟ∆Κ).  Όλοι οι επιµέρους δείκτες είναι δυναµικοί, δηλαδή  μεταβάλλονται στο χρόνο και το χώρο. &lt;br /&gt;
Η επαλήθευση της εκπαίδευσης πραγµατοποιήθηκε µε την χρήση δείγµατος από δεδοµένα εκπαίδευσης καθώς και µε επιχειρησιακή εφαρµογή σε συγκεκριµένες πυρκαγιές κατά την αντιπυρική περίοδο 2003 και σε όλη την αντιπυρική περίοδο 2004. Τα αποτελέσµατα της εκπαίδευσης και της επιχειρησιακής επαλήθευσης δείχνουν ότι πράγµατι ο ∆ΚΕΠ µπορεί να βοηθήσει στην αναγνώριση περιοχών υψηλού κινδύνου ώστε να υποστηριχθούν αποφάσεις προκατασταλτικού σχεδιασµού (Vasilakos et al. 2007).&lt;br /&gt;
Τρίτος  στόχος  της  διατριβής  ήταν  διερεύνηση  της  δυνατότητας  χρήσης  των  Τεχνητών Νευρωνικών ∆ικτύων για τη συσχέτιση των παραµέτρων οι οποίοι θεωρήθηκαν ότι επηρεάζουν την έναρξη των πυρκαγιών µε την ιστορική εµφάνιση των πυρκαγιών της Λέσβου (Rumelhart and  McClelland  1986).  Σε  αντίθεση  µε  τις  εµπειρικές  και  τις  στατιστικές  µεθόδους που χρησιµοποιούνται  για  την  επιχειρησιακή  εκτίµηση  του  κινδύνου  δασικών  πυρκαγιών,  τα Τεχνητά Νευρωνικά ∆ίκτυα παρουσίασαν µια ιδιαίτερη ικανότητα στην αναγνώριση προτύπων ενός φυσικού φαινοµένου	το οποίο παρουσιάζει,	συνήθως, µη-γραµµικότητα	και µεταβλητότητα που δύσκολα µπορεί να προσδιοριστεί. &lt;br /&gt;
Τα εκπαιδευµένα ΤΝ∆ στην παρούσα εφαρµογή µπορούν να  χρησιµοποιηθούν για την περιοχή της Λέσβου ενώ στην περίπτωση που χρησιµοποιηθούν δεδοµένα µιας  άλλης  περιοχής  τα  αποτελέσµατα θα  αλλάξουν  γιατί  θα αναγνωριστούν  διαφορετικά  χωρικά  πρότυπα.  Σε  αυτήν  την  περίπτωση  θα  πρέπει  να συλλεχθούν δεδοµένα για την περιοχή µελέτης ενώ ενδεχοµένως θα πρέπει να συµπεριληφθούν νέες µεταβλητές ή να µη ληφθούν ορισµένες µεταβλητές από αυτές που χρησιµοποιήθηκαν σε αυτήν την  διατριβή. Η επιλογή των παραµέτρων πρέπει να γίνει ανάλογα µε τις αιτίες των πυρκαγιών που εµφανίζονται στην υπό εξέταση περιοχή π.χ. στην ενδοχώρα ίσως θα πρέπει να συµπεριληφθεί το σιδηροδροµικό δίκτυο.&lt;br /&gt;
Ένα  από  τα  µειονεκτήµατα των  ΤΝ∆  είναι  η  άµεση  ερµηνεία  της  σηµαντικότητας  των µεταβλητών που λαµβάνονται υπόψη στην εκπαίδευση ενός ΤΝ∆.. Για να εκτιµηθεί ο βαθµός επίδρασης των παραµέτρων στην παρούσα διατριβή χρησιµοποιήθηκαν 3 µέθοδοι ανάλυσης ευαισθησίας ΤΝ∆ και δύο µέθοδοι συσχετισµού δεδοµένων στις οποίες η σηµαντικότητα των µεταβλητών ερµηνεύεται µέσω των συντελεστών που υπολογίζονται.&lt;br /&gt;
Τέλος,  ως  τέταρτος  στόχος,  τέθηκε  η  ανάπτυξη  της  εφαρµογής  εκτίµησης  κινδύνου.  Η αυτοµατοποίηση όλων των διαδικασιών µέσω Η/Υ δεν παρουσίασε µειονεκτήµατα αν και το κόστος αγοράς των εµπορικών βιβλιοθηκών, και κυρίως των ArcObjects είναι ιδιαίτερα υψηλό, ειδικά  για  τον  τελικό  χρήστη  όπως  είναι  µια δηµόσια υπηρεσία.  Σηµαντικό πλεονέκτηµα αποτελεί η µη εξειδικευµένη γνώση χρήσης Η/Υ και προγραµµατισµού σε πηγαίο κώδικα από το χρήστη της εφαρµογής, παρά µόνο µια εκπαίδευση λίγων ωρών.&lt;br /&gt;
Πρέπει  να  σηµειωθεί ότι  η  µεθοδολογία  που  αναπτύχθηκε  στην  παρούσα  διατριβή  είναι δυνατόν  να χρησιµοποιηθεί και σε άλλες εφαρµογές εκτός της εκτίµησης κινδύνου έναρξης δασικών   πυρκαγιών.   Οι   εφαρµογές  αυτές   µπορούν   να   περιλαµβάνουν   την   εκτίµηση πιθανότητας εµφάνισης ή αναµενόµενης τιµής ενός φαινοµένου σε ένα συγκεκριµένο χώρο και χρόνο. Έτσι, θα  µπορεί να εξεταστεί αν η εµφάνιση ή η αναµενόµενη τιµή του φαινοµένου οφείλονται στη  χωροχρονική κατανοµή των αιτιών που την προκαλούν. Τέτοια φαινόµενα µπορεί  να   είναι   είτε   άλλες   φυσικές   καταστροφές   (π.χ.   σεισµοί)  ή   άλλα   φαινόµενα περιβαλλοντικά (π.χ. εµφάνιση ενός είδους πανίδας ή χλωρίδας).&lt;br /&gt;
	Συμπερασματικά αναφέρει, ότι χρειάζεται περαιτέρω έρευνα ειδικά μετά το πέρας της πυρκαγιάς και θα πρέπει να συλλέγονται συμπληρωματικέ στοιχεία, όπως: η έκταση   της  καµένης  περιοχής,  οι  αιτίες  έναρξής  της  καθώς  και  να  πραγµατοποιείται χαρτογράφηση  της  καµένης  έκτασης.  Έχοντας  τα  παραπάνω  στοιχεία,  θα  είναι  εφικτή  η δηµιουργία ενός πιο ρεαλιστικού συστήµατος, το οποίο θα λαµβάνει υπόψη επικαιροποιηµένες χρήσεις   γης   και   µοντέλα   καύσιµης   ύλης   ενώ   θα   χρησιµοποιούνται  οι   πραγµατικές µετεωρολογικές συνθήκες που επικρατούσαν στην περιοχή της πυρκαγιάς στην εκπαίδευση των ΤΝ∆.Επιπλέον, είναι αναγκαία η περαιτέρω έρευνα στη δηµιουργία µετεωρολογικών θεµατικών επιφανειών  υψηλής  ανάλυσης.  Αν  και  µπορεί  να  κριθεί  ικανοποιητικός  ένας  αριθµός µετεωρολογικών σταθµών για µια συγκεκριµένη περιοχή, δεν µπορεί να περιγραφεί µε ακρίβεια η  επιφανειακή κατανοµή των συνθηκών, ιδιαίτερα σε ένα σύνθετο τοπογραφικό περιβάλλον. Επίσης, η πρόγνωση των µετεωρολογικών συνθηκών υψηλής ανάλυσης περιορίζεται από την υπολογιστική ισχύ συνεπώς θα ξεπεραστεί µε την πάροδο του χρόνου και τη βελτιστοποίηση της τεχνολογίας.&lt;br /&gt;
Όσον αφορά στη χαρτογράφηση των µοντέλων καύσιµης ύλης αυτή µπορεί να βελτιστοποιηθεί µε τη χρήση των δορυφορικών εικόνων QuickBird µέσω της χρήσης τεχνικών αναγνώρισης αντικειµένων. Η τεχνική αυτή έχει χρησιµοποιηθεί τόσο σε εικόνες υψηλής ευκρίνειας για τη χαρτογράφηση της καύσιµης ύλης (Gitas et al. 2006), καθώς και σε εικόνες µικρής χωρικής διαχωριστικής ικανότητας για τον εντοπισµό καµένων περιοχών (Gitas et al. 2004).  Έτσι, θα είναι  εφικτή η αναγνώριση περιοχών σε µεγάλη κλίµακα, µε διαφορετική ευφλεκτικότητα, ιδιαίτερα  σε  περιοχές  µε  απότοµες αλλαγές  στις  χρήσεις  γης,  όπως  είναι  οι  περιαστικές περιοχές. Επίσης, η χρήση θεµατικής επιφάνειας µοντέλων καύσιµης ύλης υψηλής ανάλυσης θα επιτρέπει  την µοντελοποίηση της συµπεριφοράς µιας πυρκαγιάς µε µεγαλύτερη ακρίβεια. Η λειτουργία  αυτή   θα   πρέπει  να  ενσωµατωθεί  σε  ένα  ολοκληρωµένο  σύστηµα  εκτίµησης κινδύνου  δασικών   πυρκαγιών  µαζί  µε  µια  θεµατική  επιφάνεια  όπου  θα  εκφράζει  τις εκτιµώµενες ζηµιές που θα προκληθούν σε ενδεχόµενη πυρκαγιά. Αυτό θα έχει ως αποτέλεσµα να  διακρίνονται  περιοχές  οι   οποίες,  ενώ  έχουν  τον  ίδιο  κίνδυνο  έναρξης  πυρκαγιάς, διαφοροποιούνται ως προς τα αποτελέσµατά τους συνεπώς θα πρέπει να δοθεί προτεραιότητα στη διαχείρισή τους, ιδιαίτερα στη διαχείριση της καύσιµης ύλης.&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:Διαχείριση κινδύνων]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1</id>
		<title>Αγαπίου Ευαγγελία - Μαρίνα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-11T15:40:06Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη του κράτους του Μαυρίκιου]]&lt;br /&gt;
* [[Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1</id>
		<title>Αγαπίου Ευαγγελία - Μαρίνα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-11T15:34:52Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;* [[Ο ρόλος της Τηλεπισκόπησης και των ΣΓΠ στην αειφόρο ανάπτυξη του κράτους του Μαυρίκιου]]&lt;br /&gt;
* [[ΤΗΛΕΠΙΣΚΟΠΗΣΗ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗΤΗ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗ ΣΤΗΝ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΚΙΝΔΥΝΟΥ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ]]&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1</id>
		<title>Αγαπίου Ευαγγελία - Μαρίνα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-11T13:15:36Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ &amp;quot;Περιβάλλον &amp;amp; Ανάπτυξη&amp;quot; (Αθήνα)]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1</id>
		<title>Αγαπίου Ευαγγελία - Μαρίνα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-11T13:13:13Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;br /&gt;
...&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	<entry>
		<id>http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1</id>
		<title>Αγαπίου Ευαγγελία - Μαρίνα</title>
		<link rel="alternate" type="text/html" href="http://147.102.106.44/rs/wiki/index.php/%CE%91%CE%B3%CE%B1%CF%80%CE%AF%CE%BF%CF%85_%CE%95%CF%85%CE%B1%CE%B3%CE%B3%CE%B5%CE%BB%CE%AF%CE%B1_-_%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%BD%CE%B1"/>
				<updated>2011-02-11T13:12:17Z</updated>
		
		<summary type="html">&lt;p&gt;Diafani21: New page:    category:ΔΠΜΣ &lt;/p&gt;
&lt;hr /&gt;
&lt;div&gt;&lt;br /&gt;
&lt;br /&gt;
 [[category:ΔΠΜΣ ]]&lt;/div&gt;</summary>
		<author><name>Diafani21</name></author>	</entry>

	</feed>