Η τηλεπισκόπηση δείχνει τον ρόλο της ποιότητας και της ποσότητας της διαθέσιμης βοσκής στη θερινή χρήση ενδιαιτημάτων από κόκκινα ελάφια
Από RemoteSensing Wiki
(Νέα σελίδα με 'Add Your Content Here category:Εφαρμογές άγριας πανίδας '''Η τηλεπισκόπηση δείχνει τον ρόλο της ποιότητ...')
Επόμενη επεξεργασία →
Αναθεώρηση της 12:43, 7 Φεβρουαρίου 2026
Add Your Content Here
Η τηλεπισκόπηση δείχνει τον ρόλο της ποιότητας και της ποσότητας της διαθέσιμης βοσκής στη θερινή χρήση ενδιαιτημάτων από κόκκινα ελάφια
Πρωτότυπος τίτλος: Remote sensing reveals the role of forage quality and quantity for summer habitat use in red deer
Συγγραφείς: Thomas Rempfler, Christian Rossi, Jan Schweizer, Wibke Peters, Claudio Signer, Flurin Filli, Hannes Jenny, Klaus Hackländer, Sven Buchmann & Pia Anderwald
Δημοσιεύθηκε: 18/12/2024 στο Movement Ecology vol. 12, αρθρο 80
Σύνδεσμος πρωτότυπου κειμένου: [1]
1. Εισαγωγή
Η οικολογία των άγριων ζώων διέπεται από μια συνεχή προσπάθεια εξισορρόπησης μεταξύ των αναγκών τροφοληψίας και της διασφάλισης της ατομικής ασφάλειας. Η ανάγκη αποφυγής θηρευτών, στην οποία περιλαμβάνεται και ο άνθρωπος λόγω της θηρευτικής δραστηριότητας, αναγκάζει πολλά είδη να τροποποιούν τη χρήση του ενδιαιτήματός τους. Αυτό εκδηλώνεται συχνά με την αλλαγή της ημερήσιας δραστηριότητας για την αποφυγή των ανθρώπων κατά τη διάρκεια της ημέρας, καθώς και με τη σαφή προτίμηση προς προστατευόμενες περιοχές όπου απαγορεύεται το κυνήγι. Παράλληλα, οι τροφοληπτικές ανάγκες επιβάλλουν στρατηγικές που εξασφαλίζουν τη μέγιστη δυνατή ενέργεια με το ελάχιστο κόστος, υπό την προϋπόθεση ότι τα ζώα μπορούν να κινηθούν ελεύθερα και διαθέτουν επαρκή πληροφόρηση για το περιβάλλον τους. Σε αυτό το πλαίσιο, ανακύπτει ένα κρίσιμο αντισταθμιστικό όφελος μεταξύ της ποιότητας και της ποσότητας της τροφής, το οποίο επηρεάζει άμεσα τις επιλογές των φυτοφάγων. Το κόκκινο ελάφι (Cervus elaphus), το οποίο ταξινομείται ως ενδιάμεσος καταναλωτής, καλείται να ικανοποιήσει υψηλές μεταβολικές απαιτήσεις μέσω μιας αυξημένης ημερήσιας πρόσληψης τροφής, η οποία πρέπει να ευθυγραμμίζεται με τη διαθεσιμότητα και την ποιότητα της βλάστησης κατά τη θερινή περίοδο. Παρά τις πολυάριθμες έρευνες, τα αποτελέσματα σχετικά με το αν το είδος προτιμά την ποσότητα έναντι της ποιότητας παραμένουν αντικρουόμενα. Επιπλέον, οι διαφορές εντός του ίδιου πληθυσμού, όπως αυτές που παρατηρούνται μεταξύ μόνιμων και μεταναστευτικών ατόμων, περιπλέκουν περαιτέρω την κατανόηση αυτών των προτύπων επιλογής. Ιδιαίτερα σε ετερογενή αλπικά ενδιαιτήματα με σύντομες βλαστικές περιόδους, παραμένει ασαφές σε ποιο βαθμό τα ελάφια προβαίνουν σε συμβιβασμούς μεταξύ αυτών των δύο παραμέτρων, κυρίως λόγω της δυσκολίας διαχωρισμού και μέτρησης των μεταβλητών ποιότητας και ποσότητας μέσω παραδοσιακών μεθόδων πεδίου. Οι κλασικές μελέτες που βασίζονται σε δειγματοληψίες βιομάζας και αζώτου στο πεδίο παρέχουν συχνά μόνο μια στιγμιαία εικόνα και περιορισμένη χωρική κάλυψη. Η χρήση της τηλεπισκόπησης προσφέρει μια εναλλακτική λύση, αν και οι μέχρι τώρα έρευνες βασίζονταν υπερβολικά στον δείκτη NDVI. Παρόλο που ο NDVI είναι ένας αξιόπιστος δείκτης για την πράσινη βλάστηση και τη βιομάζα, στερείται της εξειδίκευσης που απαιτείται για τον ακριβή διαχωρισμό μεταξύ της ποιότητας και της ποσότητας της τροφής. Η εξέλιξη των υπερφασματικών αισθητήρων προσφέρει νέες προοπτικές, αλλά η περιορισμένη χρονική διαθεσιμότητα των δεδομένων τους καθιστά δύσκολη την παρακολούθηση των οπληφόρων καθ' όλη τη διάρκεια της αυξητικής περιόδου των φυτών. Στην παρούσα μελέτη χρησιμοποιούνται τα δεδομένα των δορυφόρων Sentinel-2 του προγράμματος Copernicus, τα οποία συνδυάζουν υψηλή χωρική και χρονική διακριτική ικανότητα. Μέσω αυτών των δεδομένων, η ερευνητική ομάδα εφάρμοσε φυσικά μοντέλα μεταφοράς ακτινοβολίας (RTMs) για την εκτίμηση βιοχημικών και βιοφυσικών χαρακτηριστικών των φυτών, τα οποία σχετίζονται άμεσα με την ποιότητα και την ποσότητα της τροφής. Η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την αξιολόγηση της σημασίας της φασματικής ανάκλασης, των δεικτών βλάστησης και των οπτικών χαρακτηριστικών στην πρόβλεψη των τροφοληπτικών παραμέτρων, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς των απλών δεικτών όπως ο NDVI. Η έρευνα εστιάζει στην περιοχή του Ελβετικού Εθνικού Πάρκου (SNP) και των περιχώρων του, χρησιμοποιώντας δεδομένα τηλεμετρίας από κολάρα GPS για την ανάλυση της συμπεριφοράς του κόκκινου ελαφιού. Οι βασικές υποθέσεις εργασίας προβλέπουν ότι τα ελάφια επιλέγουν ενδιαιτήματα με βάση πρωτίστως την ποσότητα της τροφής και δευτερευόντως την ποιότητα, με τα αρσενικά να εμφανίζουν πιο έντονη προτίμηση στην ποιότητα σε σύγκριση με τα θηλυκά. Ταυτόχρονα, συνυπολογίζονται οι επιδράσεις της τοπογραφίας και της ανθρώπινης όχλησης, με την προσμονή ότι τα ζώα θα αποφεύγουν συστηματικά τις περιοχές ανθρώπινης δραστηριότητας και θα προτιμούν την ασφάλεια που παρέχει το προστατευόμενο καθεστώς του Εθνικού Πάρκου. Με αυτόν τον τρόπο, η μελέτη επιχειρεί να αναδείξει πώς οι προηγμένες μέθοδοι τηλεπισκόπησης μπορούν να φωτίσουν τις στρατηγικές επιλογής ενδιαιτήματος σε σύνθετα οικοσυστήματα.
2. ΥΛΙΚΑ ΜΕΘΟΔΟΙ
ΠΕΡΙΟΧΗ ΜΕΛΕΤΗΣ
Η έρευνα επικεντρώνεται στις εσωτερικές αλπικές κοιλάδες της ανατολικής Ελβετίας, καλύπτοντας το Ελβετικό Εθνικό Πάρκο (SNP) και τις παρακείμενες περιοχές του καντονιού Grisons, καθώς και τμήματα της Αυστρίας και της Ιταλίας. Το υψόμετρο κυμαίνεται από 1000 έως 3200 μέτρα, με το όριο των δέντρων να εντοπίζεται περίπου στα 2200 μέτρα. Το κλίμα χαρακτηρίζεται ως ξηρό και ψυχρό με μέση θερινή θερμοκρασία τους 13.2°C και παρατεταμένους χειμώνες που διαρκούν περίπου 154 ημέρες. Η ανθρώπινη παρουσία είναι έντονη στους πυθμένες των κοιλάδων, όπου βρίσκονται τα χωριά, ενώ η γεωργική δραστηριότητα αφορά κυρίως βοσκοτόπια. Το καθεστώς προστασίας διαφοροποιείται σημαντικά στην περιοχή, καθώς στο SNP απαγορεύεται κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ενώ στις γύρω περιοχές το κυνήγι επιτρέπεται κατά τη διάρκεια της ημέρας, δημιουργώντας ένα σύνθετο τοπίο κινδύνου για τα ζώα.
ΔΕΔΟΜΕΝΑ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ΕΛΑΦΙΟΥ
Για τη μελέτης παρακολουθήθηκαν 70 ενήλικα άτομα, τα οποία αιχμαλωτίστηκαν σε 12 διαφορετικές περιοχές. Τα δεδομένα συλλέχθηκαν μέσω τηλεμετρικών κολάρων GPS που κατέγραφαν στίγματα κάθε τρεις ώρες για διάστημα ενός έως τριών ετών. Μετά από αυστηρό φιλτράρισμα για την αφαίρεση ανακριβών τοποθεσιών και τον αποκλεισμό ατόμων με χαμηλό ρυθμό καταγραφής, κατέληξαν σε 45 θηλυκά και 21 αρσενικά. Η μελέτη περιορίστηκε αποκλειστικά στους θερινούς μήνες και σε ανοιχτά ενδιαιτήματα, όπως λιβάδια και περιοχές με αραιή βλάστηση. Ενώ για τον διαχωρισμό των ημερήσιων και νυχτερινών συμπεριφορών ως ημέρα θεωρήθηκαν οι ώρες από την ανατολή ως τη δύση του ηλίου και νύχτα οι υπόλοιπες.
ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ
ΒΙΟΜΑΖΑ ΚΑΙ ΣΧΕΤΙΚΟ ΑΖΩΤΟ
Υπολογίστηκαν η απόλυτη βιομάζας φυλλώματα και η σχετική σύσταση αζώτου του πρασίνου μέσω δύο ξεχωριστών μοντέλων παλινδρόμησης Random Forest, εκπαιδευμένων με δεδομένα πεδίου από 322 επιφάνειες. Για τα δεδομένα η βλάστηση κόπηκε, ξηράνθηκε και ζυγίστηκε, ενώ η χημική ανάλυση για το άζωτο έγινε με εργαστηριακές μεθόδους και φασματομετρία υπέρυθρης ανάκλασης. Όλες οι επιφάνειες βλάστησης δειγματοληψίας γεοαναφέρθηκαν (georeferenced) με συστήματα υψηλής ακρίβειας (Global Navigation Satellite System, GNSS), διασφαλίζοντας την αξιοπιστία της συσχέτισης των δεδομένων πεδίου με τις δορυφορικές παρατηρήσεις.
ΠΡΟΒΛΕΠΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ
Χρησιμοποιήθηκαν τρεις τύποι δεδομένων από τον Sentinel-2: φασματικές ανακλάσεις 10 καναλιών, δείκτες βλάστησης (NDVI, MTCI, TGI, CAI) και οπτικά χαρακτηριστικά από το μοντέλο PROSAIL (LAI, CHL, EWT). Ο MTCI αξιολογεί το άζωτο σε λιβάδια, ο TGI τη χλωροφύλλη και ο CAI τη μη φωτοσυνθετική βλάστηση. Οι συγκεκριμένοι δείκτες επιλέχθηκαν επειδή καλύπτουν διαφορετικές περιοχές του ηλεκτρομαγνητικού φάσματος και προσφέρουν συμπληρωματικές πληροφορίες για την περιεκτικότητα σε άζωτο και τη συνολική βιομάζα, υπερβαίνοντας τους περιορισμούς του απλού NDVI.
ΕΠΙΛΟΓΗ ΜΟΝΤΕΛΟΥ ΚΑΙ ΣΗΜΑΣΙΑ ΜΕΤΑΒΛΗΤΩΝ
Τα μοντέλα Random Forest εκπαιδεύτηκαν με αλγόριθμο RFE και βελτιστοποίηση υπερπαραμέτρων μέσω πενταπλής διασταυρούμενης επικύρωσης. Επιλέχθηκαν τα μοντέλα με τον υψηλότερο συντελεστή R2 και το χαμηλότερο σφάλμα RMSE. Η σημασία των μεταβλητών αξιολογήθηκε με μια στρατηγική μεταθέσεων ομαδοποιώντας τις μεταβλητές είτε βάσει της υψηλής συσχέτισης τους είτε βάσει του τύπου τους, για να υπολογιστεί η επίδραση κάθε ομάδας στην ακρίβεια της πρόβλεψης.
ΠΡΟΒΛΕΨΗ ΘΕΣΕΩΝ GPS ΚΑΙ ΑΦΑΙΡΕΣΗ ΑΚΡΑΙΩΝ ΤΙΜΩΝ Κάθε τοποθεσία GPS αντιστοιχίστηκε με τη χρονικά πλησιέστερη δορυφορική εικόνα, με μέση απόκλιση τις 7,7 ημέρες. Για την αποφυγή λανθασμένων προβλέψεων σε περιοχές που διέφεραν από τα δεδομένα εκπαίδευσης, χρησιμοποιήθηκε ο δείκτης ανομοιότητας (DI). Οι θέσεις που παρουσίαζαν υπερβολικά υψηλό βαθμό ανομοιότητας αποκλείστηκαν από την περαιτέρω ανάλυση, διασφαλίζοντας ότι οι εκτιμήσεις για τη βιομάζα και το άζωτο στις θέσεις των ελαφιών ήταν εντός των ορίων εγκυρότητας του μοντέλου.
ΛΟΙΠΕΣ ΜΕΤΑΒΛΗΤΕΣ ΕΝΔΙΑΙΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΛΟΠΟΙΗΣΗ
Εκτός από την τροφή, εξετάστηκαν μεταβλητές που σχετίζονται με την αποφυγή του ανθρώπου, όπως η απόσταση από το δάσος, η απόσταση από μονοπάτια και η κλίση του εδάφους. Η κίνηση των ζώων αξιολογήθηκε μέσω του μήκους βήματος (step length), το οποίο ενσωματώθηκε στις συναρτήσεις επιλογής βήματος (iSSFs). Για κάθε πραγματική θέση του ελαφιού δημιουργήθηκαν 25 τυχαίες θέσεις, και η ανάλυση περιορίστηκε σε βήματα που πραγματοποιήθηκαν σε ανοιχτά ενδιαιτήματα. Τέλος, χρησιμοποιήθηκαν γενικευμένα γραμμικά μικτά μοντέλα (glmmTMB) ξεχωριστά για κάθε φύλο, συμπεριλαμβάνοντας το άτομο ως τυχαία επίδραση για τον έλεγχο της τυχαιότητας της ατομικής συμπεριφοράς.
3. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Πρότυπα κίνησης και χωρική κατανομή
Το 74% των θερινών θέσεων εντοπίστηκε σε λιβάδια και το 24% σε εκτάσεις με βρύα/λειχήνες. Τα δύο φύλα παρουσίασαν παρόμοια χαρακτηριστικά όσον αφορά τις ημερήσιες διανυόμενες αποστάσεις, το μέγεθος της περιοχής εξάπλωσης και το μήκος των βημάτων τους. Ωστόσο, παρατηρήθηκε μια σαφής υψομετρική διαφοροποίηση εντός του SNP, με τα αρσενικά να κινούνται σε σημαντικά υψηλότερα υψόμετρα σε σχέση με τα θηλυκά. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι μετακινήσεις μεταξύ του εσωτερικού και του εξωτερικού της προστατευόμενης περιοχής ήταν εξαιρετικά περιορισμένες αντιπροσωπεύοντας μόλις το 2% των συνολικών καταγραφών.
Επιδόσεις των μοντέλων βιομάζας και αζώτου
Η μοντελοποίηση της βιομάζας (ποσότητα τροφής) μέσω του αλγορίθμου Random Forest πέτυχε υψηλή προγνωστική ακρίβεια με συντελεστή προσδιορισμού R2 = 0.60 και μέσο τετραγωνικό σφάλμα (RMSE) 88.55 g/m². Η ανάλυση της σημασίας των μεταβλητών ανέδειξε τον δείκτη MTCI ως τον καθοριστικότερο παράγοντα, ακολουθούμενο από τον NDVI, τον δείκτη κυτταρίνης (CAI) και τον δείκτη φυλλικής επιφάνειας (LAI). Αντίθετα, η πρόβλεψη του σχετικού αζώτου (ποιότητα τροφής) αποδείχθηκε πιο απαιτητική, με μέτρια ακρίβεια της τάξης του R2 = 0.34, απαιτώντας τη συνδρομή και των 18 διαθέσιμων μεταβλητών για τη βελτιστοποίηση του μοντέλου. Συνολικά, οι δείκτες βλάστησης (VIs) ήταν οι σημαντικότεροι και στα δύο μοντέλα. Παρόλα αυτά, τα οπτικά χαρακτηριστικά (optical traits) προσέφεραν κρίσιμη συμπληρωματική πληροφορία ιδιαίτερα στα μοντέλα βιομάζας. Ενώ οι φασματικές ανακλάσεις φάνηκαν να συνεισφέρουν στη μοντελοποίηση του αζώτου, η επίδρασή τους ήταν οριακή στην περίπτωση της βιομάζας, όπου οι δείκτες βλάστησης και τα δομικά χαρακτηριστικά των φυτών παρείχαν την απαραίτητη πληροφορία.
Επιλογή ενδιαιτήματος και ανάγκες ασφάλειας
Τα αποτελέσματα των συναρτήσεων επιλογής βήματος (iSSFs) έδειξαν ότι και τα δύο φύλα επιλέγουν ενδιαιτήματα με υψηλή βιομάζα και υψηλή περιεκτικότητα σε άζωτο. Ωστόσο, η ποσότητα της τροφής (βιομάζα) αναδείχθηκε ως ο επικρατέστερος παράγοντας επιλογής έναντι της ποιότητας. Στη σύγκριση μεταξύ των φύλων, τα θηλυκά εμφάνισαν ισχυρότερη προτίμηση σε περιοχές με υψηλή βιομάζα, ενώ τα αρσενικά έδωσαν ελαφρώς μεγαλύτερη έμφαση στην ποιότητα (άζωτο). Σχετικά με τις μεταβλητές που αφορούν την ασφάλεια τα θηλυκά προτίμησαν την εγγύτητα στο δάσος και στα μονοπάτια κινούμενα κυρίως σε επίπεδα εδάφη. Τα αρσενικά επέλεξαν επίσης μικρές αποστάσεις από το δάσος αλλά η συμπεριφορά τους δεν επηρεάστηκε σημαντικά από την ύπαρξη μονοπατιών ή την κλίση του εδάφους. Και τα δύο φύλα παρουσίασαν αυξημένο μήκος βήματος δείχνοντας έντονης κινητικότητα, με τα θηλυκά να καλύπτουν μεγαλύτερες αποστάσεις.
Η επίδραση του Εθνικού Πάρκου και ο κύκλος ημέρας-νύχτας
Τα θηλυκά παρέμεναν στο πάρκο στο 82% των περιπτώσεων, ενώ τα αρσενικά στο 46%. Η παρουσία εντός του πάρκου ήταν αυξημένη την ημέρα (89% θηλυκά, 59% αρσενικά) και μειωνόταν τη νύχτα. Το πάρκο λειτουργεί ως καταφύγιο κατά τις ώρες αιχμής της ανθρώπινης παρουσίας, επιτρέποντας νυχτερινές μετακινήσεις σε εξωτερικές περιοχές.
4. ΣΥΖΗΤΗΣΗ
Επιλογή ενδιαιτήματος και στρατηγικές επιβίωσης
Η χρήση των συναρτήσεων iSSF επέτρεψε τον ταυτόχρονο προσδιορισμό της κίνησης και της επιλογής πόρων, αποκαλύπτοντας πώς το κόκκινο ελάφι διαχειρίζεται το κρίσιμο αντισταθμιστικό όφελος μεταξύ τροφοληψίας και ασφάλειας. Τα αποτελέσματά μας δείχνουν ότι σε αυτό το ετερογενές αλπικό τοπίο, τα ελάφια προτεραιοποιούν την ποσότητα της τροφής (βιομάζα) έναντι της ποιότητας (άζωτο). Αυτή η προτίμηση παραμένει σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού και δεν φαίνεται να επηρεάζεται από την εποχιακή υποβάθμιση της βλάστησης. Οι διαφορές μεταξύ των φύλων ήταν υπαρκτές αλλά περιορισμένες με τα θηλυκά να επιλέγουν περιοχές με μεγαλύτερη ποσότητα βιομάζας, ενώ τα αρσενικά έδειξαν μια ελαφρώς μεγαλύτερη τάση προς την ποιότητα πιθανώς εκμεταλλευόμενα τα αλπικά βοσκοτόπια εκτός του Εθνικού Πάρκου (SNP) που προσφέρουν πιο θρεπτική βλάστηση λόγω της κτηνοτροφικής δραστηριότητας. Η ανάγκη για ασφάλεια αναδείχθηκε ως κυρίαρχος παράγοντας με την εγγύτητα στο δάσος να αποτελεί κοινή προτίμηση και για τα δύο φύλα εξυπηρετώντας τόσο την προστασία όσο και τη θερμορύθμιση. Η έντονη χρήση του SNP από τα θηλυκά, ειδικά κατά τη διάρκεια της ημέρας (89%), υπογραμμίζει την ανάγκη προστασίας των απογόνων τους από την ανθρώπινη όχληση. Αντίθετα, τα αρσενικά εμφανίστηκαν πιο ανεκτικά στις διαταραχές εγκαταλείποντας το Πάρκο κατά τη διάρκεια της νύχτας με διπλάσια συχνότητα από τα θηλυκά. Αυτή η νυχτερινή μετακίνηση εκτός των ορίων του SNP μπορεί να ερμηνευτεί ως μια στρατηγική αποφυγής της υψηλής πυκνότητας του πληθυσμού εντός του Πάρκου, αλλά και ως μια προσπάθεια πρόσβασης σε τροφή υψηλότερης ποιότητας σε περιοχές που θεωρούνται ριψοκίνδυνες κατά τη διάρκεια της ημέρας. Ένα φαινομενικά παράδοξο εύρημα ήταν η προτίμηση των θηλυκών για περιοχές κοντά σε μονοπάτια και σε επίπεδο ανάγλυφο, σημεία που παραδοσιακά συνδέονται με υψηλή ανθρώπινη δραστηριότητα. Η ερμηνεία μας είναι ότι εντός του πάρκου, όπου η κίνηση των επισκεπτών είναι αυστηρά περιορισμένη και προβλέψιμη, τα ελάφια έχουν εξοικειωθεί με την παρουσία των πεζοπόρων. Αυτή η «προβλεψιμότητα» της όχλησης επιτρέπει στα ζώα να εκμεταλλεύονται τους πλούσιους τροφοληπτικούς πόρους που συχνά εντοπίζονται σε αυτές τις περιοχές, χωρίς να αισθάνονται άμεση απειλή, αναδεικνύοντας την προσαρμοστικότητα του είδους σε ελεγχόμενα περιβάλλοντα.
Αξιολόγηση των τηλεπισκοπικών μοντέλων
Η μελέτη απέδειξε ότι τα δεδομένα του Sentinel-2 μπορούν να προσφέρουν εκτιμήσεις βιομάζας και αζώτου συγκρίσιμες με εκείνες των ακριβότερων υπερφασματικών αισθητήρων. Η ισχυρή απόδοση του μοντέλου βιομάζας (R2 = 0.60) οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ενσωμάτωση του δείκτη MTCI και οπτικών χαρακτηριστικών όπως ο LAI. Η χρήση φυσικών μοντέλων μεταφοράς ακτινοβολίας (PROSAIL) με τη μέθοδο του πίνακα αναζήτησης (LUT) αποδείχθηκε ανώτερη από τις τυποποιημένες εφαρμογές, προσφέροντας μεγαλύτερη ακρίβεια και αναπραγωγιμότητα των αποτελεσμάτων. Ωστόσο, η πρόβλεψη του σχετικού αζώτου παραμένει μια σημαντική πρόκληση στην τηλεπισκόπηση, γεγονός που αντικατοπτρίζεται στη μέτρια ακρίβεια του αντίστοιχου μοντέλου (R2 = 0.34). Η πολυπλοκότητα αυτή προκύπτει από το γεγονός ότι η φασματική ανάκλαση επηρεάζεται περισσότερο από την απόλυτη ποσότητα αζώτου ανά μονάδα επιφάνειας παρά από τη συγκέντρωσή του στους ιστούς. Παρά τους περιορισμούς αυτούς, η χρήση δεδομένων αναφοράς από το πεδίο αποτελεί μια σημαντική βελτίωση σε σχέση με προηγούμενες μελέτες που βασίζονταν αποκλειστικά σε δείκτες-υποκατάστατα (proxies) χωρίς επαλήθευση. Η ενσωμάτωση πρόσθετων δεικτών πέραν του NDVI, όπως ο MTCI που είναι ευαίσθητος στη χλωροφύλλη είναι απαραίτητη για την αποφυγή του φαινομένου κορεσμού σε περιοχές με πυκνή βλάστηση και για την ακριβέστερη αποτύπωση της ποιότητας της τροφής. Συμπερασματικά, η εργασία αναδεικνύει την αξία των σύγχρονων δορυφορικών αποστολών στην οικολογία κίνησης. Η δυνατότητα παραγωγής εβδομαδιαίων χαρτών ποιότητας και ποσότητας τροφής σε υψηλή ανάλυση επιτρέπει τη βαθύτερη κατανόηση του πώς τα μεγάλα οπληφόρα πλοηγούνται σε δυναμικά τοπία, εξισορροπώντας τις ενεργειακές τους ανάγκες με την επιβίωση. Οι μελλοντικοί υπερφασματικοί αισθητήρες αναμένεται να βελτιώσουν περαιτέρω αυτές τις προβλέψεις προσφέροντας ακόμη πιο λεπτομερή εικόνα των βιοχημικών χαρακτηριστικών της βλάστησης.
5. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Το κόκκινο ελάφι βάζει σε προτεραιότητα την ποσότητα της τροφής έναντι της ποιότητας στα θερινά αλπικά ενδιαιτήματα, με την επιλογή του να καθορίζεται σημαντικά και από την ανάγκη για ασφάλεια. Τα θηλυκά εμφανίζονται πιο ευαίσθητα στην ανθρώπινη δραστηριότητα έχοντας ισχυρή προτίμηση στην προστασία που παρέχει το πάρκο. Παράλληλα, η τηλεπισκόπηση αναδεικνύεται σε πολύτιμο εργαλείο για τη χαρτογράφηση των τροφοληπτικών πόρων, καθώς ο συνδυασμός δεικτών βλάστησης και οπτικών χαρακτηριστικών βελτιώνει σημαντικά την ακρίβεια των προβλέψεων. Ενώ η βιομάζα χαρτογραφείται με υψηλή αξιοπιστία, η εκτίμηση του αζώτου παραμένει τεχνική πρόκληση, η οποία αναμένεται να αντιμετωπιστεί στο μέλλον μέσω των προηγμένων υπερφασματικών δορυφορικών αισθητήρων.